Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Φιλαναγνωσία - Δανειστικές βιβλιοθήκες


Ανέκαθεν, στο μυαλό μου, παρομοίαζα τις βιβλιοθήκες, με τη σπηλιά του Αλαντίν. Μόλις έμπαινα μέσα και μ’ έπαιρνε η μυρωδιά του χαρτιού, χαμογελούσα ευτυχισμένη. Τα βιβλία, ήταν εκεί μπροστά μου, τα έβλεπα, μπορούσα να τα ακουμπήσω, να τα πιάσω, να τα μυρίσω. Στεκόμουν για λίγο ακίνητη, εισέπνεα βαθιά, κι αφού γέμιζαν με αγαλλίαση τα πνευμόνια μου, τότε ξεκινούσα την προσωπική μου περιπλάνηση. Ο άλλος κόσμος, εκείνος της φαντασίας, με προσκαλούσε να τον εξερευνήσω.  

Υπάρχει η ρήση που λέει πως, όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για ένα Ναό Γνώσης, όπως είναι η κάθε βιβλιοθήκη.

Η πεποίθησή μου είναι πως η γνώση είναι ένα αγαθό, που πρέπει να μεταλαμπαδεύεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, από γενιά σε γενιά. Εκείνοι που το κατέχουν, δεν είναι απλά προνομιούχοι και τυχεροί, έχουν υποχρέωση και οφείλουν να το χαρίζουν απλόχερα και στους υπόλοιπους, εκείνους που το αποζητούν και για πολλούς λόγους δεν μπορούν να το αποκτήσουν.  

Γνωρίζουμε όλοι μας, πως στην σημερινή εποχή, τα περισσότερα πράγματα κινούνται γύρω από την εικόνα. Η συχνή χρήση της τηλεόρασης και όλων των ηλεκτρονικών μέσων, με την πάροδο του χρόνου, γίνονται οι καταστροφείς της ανθρώπινης σκέψης. Όλη αυτή η φασαρία των χρωμάτων, των προσώπων και των ήχων, δεσμεύει τη φαντασία, αποκοιμίζει το μυαλό, νεκρώνει το θυμικό, λειαίνει τα συναισθήματα. Έτσι ο ανθρώπινος νους, εγκλωβίζεται μέσα σε μια εθελούσια φυλακή, η οποία μέρα με την μέρα, του γίνεται συνήθεια. Πολύ δύσκολα θα μπορέσει να ξαναβρεί την ελευθερία του.  
Αν αναλογιστούμε πως κάποιοι άγνωστοι άνθρωποι επιλέγουν μεθοδικά, τι θα δείξουν καθημερινά στην ανθρώπινη μάζα, το συναίσθημα που προκαλείται δεν είναι απλά τρόμος, αλλά σίγουρα κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Αυτό δεν το θεωρώ καθόλου τυχαίο, ούτε φυσιολογική εξέλιξη της ζωής. Γίνεται σκόπιμα. Η συνήθεια της εικόνας, δημιουργεί βαριεστημένους ανθρώπους που κουράζονται να σκέφτονται, να προβληματίζονται, να αντιδρούν, να παίρνουν δραστικές πρωτοβουλίες. Χωρίς να το καταλαβαίνουν μετατρέπονται σε άβουλα όντα.
Κάποιοι, αυτό ακριβώς θέλουν κι αυτό επιδιώκουν. Από την παιδική κιόλας ηλικία, θέλουν να περνούν τα μυαλά σε μια κρεατομηχανή που αλέθει και διαλύει τα πάντα. Σίγουρα έτσι, στο μέλλον, θα κάνουν ευκολότερα τις δουλειές τους…

Από την άλλη όμως πλευρά, ευτυχώς, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι, που ο συγκεκριμένος τρόπος «ψυχαγωγίας», αποβλάκωσης θα τον έλεγα καλύτερα, τους είναι το λιγότερο αποκρουστικός. Από την εμπειρία που έχω αποκτήσει, εδώ και δέκα χρόνια περίπου που μαζί με τα βιβλία μου ταξιδεύω σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, βλέπω με χαρά, ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να απορρίπτουν την έτοιμη τροφή που τους σερβίρεται. Αναζητούν να βρουν όλα εκείνα που γαληνεύουν την ψυχή και κρατούν τον νου σε εγρήγορση.

Σ’ αυτή τη μεγάλη ομάδα οι φιλαναγνώστες κατέχουν τα πρωτεία.

Είναι εκείνοι που δεν έχουν την ανάγκη κανενός σκηνοθέτη, ακόμα και του πλέον αξιέπαινου, για να φτιάξουν μόνοι τους τις δικές τους εικόνες με τους δικούς τους πρωταγωνιστές. Να ακούσουν μέσα τους το κελάρυσμα της πηγής, τον ήχο των κυμάτων, το κελάηδημα των πουλιών, να νιώσουν τη θαλπωρή της αγκαλιάς, τη γλύκα του φιλιού, τη μαγεία της βροχής, να μυρίσουν τα λουλούδια με τον δικό τους τρόπο, να κλάψουν ή να γελάσουν όπως εκείνοι θέλουν, τότε που πρέπει.

Η ηρεμία και η γαλήνη που προσφέρει η ανάγνωση ενός κειμένου, ενός μυθιστορήματος, διαφέρει πολύ από κάθε σκηνοθετικό τερτίπι. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ή ένα μυθιστόρημα, γίνεσαι ο ίδιος σκηνοθέτης του. Εσύ επιλέγεις τι πρόσωπο και τι χαρακτηριστικό θα δώσεις στον καθένα ήρωα, που τον ζωντανεύεις με τη φαντασία σου.
Με το βιβλίο ταξιδεύεις σε μέρη διαφορετικά, μακρινά που δεν έχεις πάει ή μπορεί να μην πας ποτέ, κι όμως είναι σαν να τα ξέρεις καλά, να τα έχεις περπατήσει. Το μυαλό σου τα βλέπει, τα μαντεύει, τα σχεδιάζει, το ίδιο και τους ήρωες. Μαζί τους βλέπεις όλα τα ηλιοβασιλέματα και τις ανατολές, γνωρίζεις τις φωνές τους, τις ακούς μέσα σου.
Ζεις, και αυτή είναι η μαγεία του βιβλίου. Η ουσιαστική αίσθηση πως είσαι ζωντανός, πως το μυαλό και οι αισθήσεις σου δουλεύουν στο φουλ.

Αυτό το χάρισμα της συμμετοχής στη ζωή, προσφέρει κάθε βιβλιοθήκη.

Ζούμε σε δύσκολους καιρούς, όπου κάποιοι μετρούν και το τελευταίο δεκαράκι και σε αρκετούς συνανθρώπους μας, δεν περισσεύει ούτε αυτό.
Έφθασε το βιβλίο να θεωρείται είδος πολυτελείας, όμως, δεν είναι. Σύμφωνα με τις στατιστικές κάθε βιβλίο που αγοράζεται, διαβάζεται κατά μέσο όρο από 5-10 άτομα.

Με τη βοήθεια της κάθε βιβλιοθήκης, αυτός ο αριθμός θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί και οι αναγνώστες να γίνουν πολύ περισσότεροι. Αυτή θεωρώ πως είναι η βασική αρχή που διέπει τους ανθρώπους που αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια βιβλιοθήκη. Στις μέρες μας αυτό το επιχείρημα, πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου εύκολο.

Σέβομαι πολύ όλους αυτούς που κάνουν πραγματικά έναν μεγάλο αγώνα, για να κτίσουν και να  λειτουργήσουν μια εκκλησία συνάθροισης πιστών στη μάθηση, στη γνώση και στην ελπίδα. Όλοι τους είναι αλτρουιστές, που εναντιώνονται στο εφήμερο της λάμψης του τίποτα, που δυστυχώς κυριαρχεί σήμερα, όπως προανέφερα, παλεύοντας καθημερινά να δημιουργήσουν όμορφες, ζεστές εστίες φιλαναγνωσίας.

Θεωρώ, πως παρά τις δυσκολίες, είναι ένας αγώνας κερδισμένος εξαρχής, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο.

Η γραφή είναι το μόνο που παραμένει ζωντανό στη διάρκεια του χρόνου. Το πιθάρι της γνώσης και της προόδου, για το οποίο κορδωνόμαστε σήμερα, έχει σαν αφετηρία τις προϊστορικές μορφές γραφής – ζωγραφιές, σε τοίχους σπηλαίων, τις  αρχαίες γραφές των Σουμερίων και των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων αργότερα, των Μινωϊτών με τον δίσκο της Φαιστού, τις γραμμικές γραφές των Φοινίκων, τα σύμβολα των Ίνκας, των Θιβετιανών, των Κελτών, και αργότερα την αρχαία ελληνική γραφή, που αποτελεί και την κορωνίδα όλων.  

Αυτές οι γραπτές αναφορές του αρχαίου κόσμου, αυταπόδεικτα είναι μέχρι και σήμερα οι καθοδηγητές όλων των επιστημών. Όλες εκείνες οι πληροφορίες που αντλήσαμε και αντλούμε από κείμενα μέσα στις σπηλιές, πάνω στους βράχους, χαραγμένα σε κεραμικά αγγεία και μάρμαρα ή σε αιγυπτιακούς παπύρους.

Χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε τίποτα, καμιά επιστήμη. Αστρονομία, μαθηματικά, ιστορία, φυσική, ιατρική, γεωγραφία, θέατρο και ουκ έστιν αριθμός, όλα έχουν σαν αφετηρία, εκείνα τα πέτρινα, κεραμικά, ξύλινα, χάλκινα, μαρμάρινα, χάρτινα, σιδερένια… «βιβλία γνώσης», που άφησαν πίσω τους οι πρόγονοί μας.

Ήταν οι ανάλογες βιβλιοθήκες μιας πολύ μακράς περιόδου, που μετρά από την προϊστορική εποχή, ίσως και πριν από αυτήν.

Ξεκινώντας, σας είπα την άποψη μου, επιπλέον, όμως, σαν συγγραφέας, θεωρώ ότι έχω υποχρέωση όχι μόνο να αναφέρομαι αλλά πρωτίστως να στηρίζω και να δίνω το παράδειγμα, έτσι ώστε ακόμα και η πιο μικρή πόλη, να αποκτήσει μια μέρα τη δική της βιβλιοθήκη.

Έως τώρα έχω δώσει και μάλιστα με μεγάλη χαρά, απίστευτο αριθμό βιβλίων, σε πάρα πολλές βιβλιοθήκες, κυρίως επαρχιακές, ακόμα και σε χωριά, καθώς και στις βιβλιοθήκες των φυλακών. Σε κάθε τέτοια πρωτοβουλία μου, ιδιαίτερα από τους ανθρώπους της περιφέρειας, εισπράττω απίστευτη συγκίνηση. Κάθε φορά που τους συναντώ, το διαβάζω στα μάτια τους.

Οι αναγνώστες κάθε βιβλιοθήκης είναι εν δυνάμει αναγνώστες, που παράλληλα τους συναντάμε σε βιβλιοπωλεία και σε παρουσιάσεις μας. Είναι εκείνοι που μας στέλνουν μοναδικά μηνύματα αγάπης, γιατί πραγματικά αγαπούν το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία. 

Θεωρώ επιβεβλημένη τη συμμετοχή μου και την συμπαράστασή μου σε οποιαδήποτε ανάλογη πρωτοβουλία. Είναι το λιγότερο που οφείλω να κάνω για τους ανθρώπους που σκύβουν με ευλάβεια το κεφάλι τους πάνω απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου. 

Από την ομιλία μου στη ‘’Διήμερη Δράση της Αντιδημαρχίας Νέας Γενιάς και εξυπηρέτησης του Πολίτη και του Τοπικού Συμβουλίου Νέων - Δήμος Λέσβου με την ευαγή συμπαράσταση της Αντιδημάρχου Αθηνά Ιωσηφέλλη


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ: ΘΥΣΙΑ - ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ





ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ: ΘΥΣΙΑ - ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ: Το πρώτο βιβλίο από μία τριλογία "ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ'' που θα ολοκληρωθεί,ελπίζω σύντομα,ξεκίνησε δυναμικά.Στην εποχή...

Θυσία- Κριτική από Κατερίνα Σαμψώνα

http://sokari-sokari.blogspot.gr/2017/05/blog-post.html



Η γραφή της Άννας Γαλανού σε απορροφά, κατορθώνει να σου μεταφέρει όλες τις μυρωδιές, τις εικόνες και τα συναισθήματα που περιγράφει. Το ένα κεφάλαιο ακολουθεί το άλλο χωρίς να κουράζει, αλλά με μία αλληλουχία που κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση.

Συνέντευξη Now24




Συνέντευξη στην Μαίρη Γκαζιάνη

Άννα Γαλανού:  

Θυμάμαι τον εαυτό μου να γράφει συνέχεια                                                                                                                                                                                                 




ΕΡΤ ΒΟΛΟΥ - Συνέντευξη Βίκυ Καποτά

ΜΕ αρέσει το βιβλίο ΑΦΟΥ!!!: ΘΥΣΙΑ(ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ #1)-ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ-ΕΚ...

ΜΕ αρέσει το βιβλίο ΑΦΟΥ!!!: ΘΥΣΙΑ(ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ #1)-ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ-ΕΚ...: Η Θυσία είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα τοποθετημένο χρονολογικά τον 16ο αιώνα και συγκεκριμένα από το 1550-1570. Η ιστορία του γεωγραφικά...



Η ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΙΑΝΗ

Συνέντευξη Άννας Γαλανού στο Daynight


Γράφει η Μαριάννα Τζιράκη για το Daynight.gr




Αν και πιεσμένη με την περιοδεία των παρουσιάσεων του βιβλίου της, η συγγραφέας Άννα Γαλανού, ξέκλεψε χρόνο και μας χάρισε μια όμορφη συζήτηση που, μάλλον σαν ταξίδι έμοιαζε. Ταξίδι στην Κρήτη του 1550.  
Το νέο «καμάρι» της  συγγραφέως και των εκδόσεων Διόπτρα, Η Θυσίααποτελεί το πρώτο βιβλίο από την τριλογία «Οι δρόμοι της καταιγίδας» που πρόκειται να κυκλοφορήσουν στο μέλλον.


ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΑΝΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΥ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ

Η Συγγραφέας Άννα Γαλανού στην TRT 240417

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Άννα Γαλανού - Θυσία

Όταν ανακαλύπτεις ένα μικρό διαμαντάκι…

Κριτική άποψη με την ματιά της Βασιλικής Γλένη


 Θέλω να σας πω μέσα από την καρδιά μου ένα μεγάλο ευχαριστώ για αυτό το υπέροχο ταξίδι που μου χαρίσατε μέσα από το βιβλίο σας "θυσία " οι δρόμοι της καταιγίδας.
Θα ήθελα να σας παραθέσω την κριτική μου και θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο αντικειμενική γίνεται, γιατί έχω αγαπήσει τόσο πολύ τους ήρωες και φοβάμαι μην φανώ "υπερβολική "

Αρχικά, ως προς την δομή και την γραφή :άρτια δομή, γλαφυρές και τόσο ζωντανές οι περιγραφές που νομίζει ο αναγνώστης ότι βρίσκεται σε εκείνη την εποχή.... Για την ιστορία μας γνωρίζουμε μόνο όσα μας αφήνουν να γνωρίζουμε μέσα από βιβλία και το διαδίκτυο και χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πτυχές που δεν γνώριζα.
Σκλαβοπάζαρο, πειρατεία, καραβανσάραϊ, προδοσίες κατά της πατρίδας και τις θυσίες που βιώνουν στο όνομα της εξουσίας.
Η θέση της γυναίκας: όργανο, τιμή, αγοραπωλησία, κατώτερο ον ενός άλλου θεού.

Ως προς τους ήρωες :
Ο Σεκίρ, αντιπροσωπεύει την ανυπότακτη και παλικαρίσια ψυχή που πρέπει να προσφέρει και την τελευταία σταγόνα αίματος για αυτούς που αγαπά. Μια καρδιά που δεν μοιάζει με καμία.
Ο Ιωάννης είναι όπως κάθε νέος στα πρώτα του βήματα, με δύο πατρίδες κληρονομιά και χρέη μιας γενιάς.
Η Αριάδνη είναι η μικρή μου πριγκίπισσα που θα επιτελέσει το προπύργιο μιας καινούργιας αρχής και ενός καινούργιου ταξιδιού.
Ο Νικηφόρος είναι ο Εωσφόρος που έχει χάσει τον δρόμο του θεού και βασανισμένος από εμμονές και πάθη, οδηγείται στην καταδίκη του. Λυπάσαι για ψυχές που δεν πρόκειται να λυτρωθούν.
Η Θεονύμφη, μια "μητέρα" για όλα τα τέκνα του θεού, που σε γαληνεύει σε όλο το κείμενο..
Και τέλος άφησα την λατρεμένη μου Ρούσσα, που έχει στερηθεί έχει απολέσει ότι ο θεός της είχε προσφέρει απλόχερα. Ξεριζώνεται και αρπάζει την ζωή από τα μαλλιά. Μια ηρωίδα, ύμνος για όλες τις γυναίκες. Που διεκδικεί την θέση της σε μια κατακερματισμένη εποχή. Αγαπά και αγαπιέται, θυσιάζει και θυσιάζεται, αγωνίζεται και διεκδικεί και βρίσκει την λύτρωση, υπογράφοντας και σφραγίζοντας για δεύτερη φορά την μοίρα της γενιάς Βενιέρη.
Θαυμάζεις μια μεγάλη καρδιά που έχει δοθεί από τον δημιουργό. Κράτησα την τελευταία φράση της τελευταίας ενότητας "τίποτα δεν τελειώνει όταν υπάρχει συνέχεια ", η οποία κρύβει την βαρύτητα του όρκου, της ζωής και της συνέχειας του ανθρώπου που είναι οι απόγονοι.
Ανατριχιάζεις μπροστά στο μεγαλείο της περιγραφής και της ροής του κειμένου και μένεις να θρηνεί ς και αγαλλιάζεις βουβός παρατηρητής. Η δε τελευταία σκηνή είναι η απάντηση της θείας δίκης.

Τέλος, ως προς τα μηνύματα του βιβλίου :
Ο αναγνώστης πληροφορείται την ιστορία του, γνωρίζει τα ήθη των λαών και μαθαίνει να σέβεται το ξένο, το διαφορετικό, το αλλόθρησκο. Μαθαίνει την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, το μεγαλείο της αγάπης και της οικογένειας, την δύναμη της πίστης. Εν τέλει, καλείται να ξεχωρίσει την μυθοπλασία και την αλήθεια που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Το βιβλίο σας είναι σαν ένα καράβι με προκαθορισμένο δρομολόγιο που με το τέλος του ταξιδιού του βρίσκει το λιμάνι του, μέχρι να είναι έτοιμο για το επόμενο ταξίδι του.

Σας ευχαριστώ ακόμη μια φορά που μας δίνετε μαθήματα ζωής. Να είστε πάντα καλά. Προτρέπω όλους τους βιβλιοφάγους να το έχουν στην βιβλιοθήκη τους

Team Fm - Άννα Γαλανού

Η Άννα Γαλανού στην εκπομπή "notebook" του Team Fm 102 (Ρέθυμνο) Συνέντευξη στον Μαρίνο Κουνάδη

Δρόμοι της Καταιγίδας

http://www.athensvoice.gr/politismos/books/i-pio-eyanagnosti-thysia-ehei-tin-ypografi

Η πιο ευανάγνωστη «Θυσία» έχει την υπογραφή της Άννας Γαλανού

Η συγγραφέας μιλά για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Οι δρόμοι της καταιγίδας»


Ιστορικά γεγονότα και μυθοπλασία σε μια μοναδική λογοτεχνική σύνθεση με χειροπιαστή ατμόσφαιρα εποχής. Σκλάβοι και ευγενείς, δούκες, σωματέμποροι και πειρατές, αλήθειες και ψέματα, έρωτες, πάθη και ίντριγκες: το νέο βιβλίο της Άννας Γαλανού τα έχει όλα. Η συγγραφέας μίλησε στην Athens Voice για το συναρπαστικό έργο της.
Στο «Όταν φεύγουν τα σύννεφα» του 2016 σκύψατε πάνω από ένα αρκετά σύγχρονο δίδυμο χαρακτήρων (διάσημη τηλεπαρουσιάστρια / πλούσιος επιχειρηματίας) προκειμένου να διηγηθείτε την πορεία ενός κουιντέτου ηρώων στο δρόμο του πεπρωμένου και της αγάπης. Με τη «Θυσία» ωστόσο αποφασίζετε να γυρίσετε το ημερολόγιο αρκετούς αιώνες πίσω. Γιατί;
Η σκέψη να γράψω για την εποχή της Ενετοκρατίας, ωρίμαζε πολύ καιρό μέσα μου. Δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής. Οι εικόνες που από παιδί κουβαλώ, έχουν πολλές αναφορές στο Ενετοκρατούμενο Χάνδακα, όπως οι βόλτες στον Κούλε και γύρω από τα επιβλητικά ενετικά τείχη. Επίσης τα νεώρια, τα λιοντάρια, τόπος συνάντησης όλων μας, η Βασιλική του Αγίου Μάρκου, η Λότζια, η Χανιώπορτα και πολλά άλλα, είχαν ανεγερθεί επί Ενετοκρατίας, αυτό ήταν γνωστό. Όλη η Κρήτη εξάλλου, είναι γεμάτη με φορτέτσες και Ενετικά κάστρα. Πώς έγιναν όμως; Ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή; Το 1992 διάβασα για πρώτη φορά, το βιβλίο του Θεοχάρη Δετοράκη ‘’Η ιστορία της Κρήτης’’. Κυριολεκτικά έμεινα έκπληκτη όταν μελέτησα την ενότητα ‘’Ενετοκρατία’’. Για το νησί, ήταν μια πολύ σκληρή κατοχή, που διήρκεσε πολύ. 458 χρόνια. Ο σπόρος να ασχοληθώ κάποτε μ’ εκείνη την περίοδο είχε φυτευτεί πλέον μέσα μου, ενώ παράλληλα τον τροφοδοτούσε η προφορική παράδοση που άκουγα από τους γεροντότερους, οι οποίοι μετά από πέντε σχεδόν αιώνες, είχαν να λένε ακόμη, για την σκληρότητα εκείνης της εποχής. Περιγραφές και γεγονότα που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά. Χρειάστηκαν όμως να περάσουν ακόμη περισσότερα χρόνια για να αποτολμήσω και να γράψω για το θέμα αυτό. Όταν ολοκλήρωσα το μυθοπλαστικό σκέλος της τριλογίας, περίπου δύο χρόνια πριν, τότε ξεκίνησα να διαβάζω επισταμένως ιστορικά βιβλία για την συγκεκριμένη εποχή, κρατώντας παράλληλα σημειώσεις.
Ποιες δυσκολίες παρουσιάζει ένα ιστορικό μυθιστόρημα σε σχέση με το προσαρμοσμένο στους καιρούς μας αφήγημα; Και τι γοητεύει στην περίοδο 1550 – 1570 ώστε να την επιλέξετε;
Το ιστορικό μυθιστόρημα έχει πολλές απαιτήσεις. Πάνω απ’ όλα την ακρίβεια και την διασταύρωση στοιχείων. Επειδή δεν είμαι ιστορικός, όφειλα η προσοχή μου να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Για να είμαι λοιπόν απόλυτα ακριβής όσον αφορά τις περιγραφές αλλά και τα γεγονότα, η προσπάθεια που κατέβαλα ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη. Η γλώσσα γραφής που χρησιμοποιώ στην τριλογία, συνάδει εν πολλοίς με την συγκεκριμένη γλώσσα της εποχής, ταυτόχρονα όμως είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στις λεκτικές απαιτήσεις του σήμερα. Δεν ετίθετο θέμα γοητείας της συγκεκριμένης περιόδου, δεν με ενδιέφερε τόσο αυτό. Περισσότερο με εξίταρε μια πιστή αναπαράστασή της, με βάση τις περιγραφές και τα ιστορικά στοιχεία που διάβασα.
Μια αρχοντοπούλα της Κρήτης που οδηγείται ως σκλάβα στην Κωνσταντινούπολη. Δύσκολα θέματα, νευραλγικά για τον Έλληνα ακόμη και σήμερα. Πόσο μεγάλο το ρίσκο του να ενσωματώσετε την οθωμανική αυτοκρατορία στο μυθιστορηματικό κάδρο σας χωρίς να πονέσετε υπερβολικά τον αναγνώστη;
Εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν δύο μεγάλες αυτοκρατορίες. Η Ενετική και η Οθωμανική. Η Δημοκρατία της Γαληνοτάτης έλεγχε τις θάλασσες και το εμπόριο και είχε υπό την κατοχή της όλα σχεδόν τα νησιά, με κέντρο αναφοράς τον Χάνδακα. Οι Οθωμανοί από την άλλη κυριαρχούσαν σε όλη την ηπειρωτική χώρα και τα όρια της αυτοκρατορίας τους ήταν αχανή, έφθαναν από Δύση σε Ανατολή. Η μια αυτοκρατορία εποφθαλμιούσε τις κτήσεις της άλλης και η ηρωίδα μου, η Ρούσσα, βρίσκεται άθελά της στο επίκεντρο όλων αυτών των εξελίξεων. Απέφυγα να αναφερθώ στην Οθωμανική κυριαρχία της Κρήτης, που άλλωστε έγινε αρκετά αργότερα. Αναφέρομαι μόνο στις κουρσάρικες επιδρομές στο νησί και στις καταστροφές που επέφεραν. Οι κουρσάροι, ήταν μεγάλη μάστιγα της εποχής και επί της ουσίας αποτελούσαν τον έμμισθο στόλο των Οθωμανών.
Γιατί το βιβλίο φέρει τον υπέρτιτλο «Δρόμοι της καταιγίδας #1»; Πόσους δρόμους της καταιγίδας θα διασχίσουμε και ποια έκταση θα καλύψει η ιστορική διαδρομή τους;
Ο υπέρτιτλος δεν είναι τυχαίος. ‘’Οι δρόμοι της Καταιγίδας’’, διαπλέουν το Αιγαίο για να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη κι από κει στην Αδριανούπολη, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα των Οθωμανών, ταξιδεύουν στο Ιόνιο και στην Αδριατική για να προσαράξουν στην Βενετία και διασχίζουν τόσο από θάλασσα όσο κι από στεριά όλη την Κρήτη. Στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας, έχουμε ακόμη ένα δύσκολο δρόμο, ίσως τον δυσκολότερο από όλους. Πραγματική καταιγίδα. Δυστυχώς όπως καταλαβαίνετε, ακόμη δεν μπορώ να αναφερθώ σ’ αυτόν.
Σας ενδιαφέρει να υπάρχει στο έργο σας πέρα από τα βασικά συστατικά του (συγκινήσεις, αυτοεξερεύνηση, γοητευτική πρόζα) και υλικό το οποίο θα κεντρίσει τον αναγνώστη να «ψαχτεί»; Πόσοι άραγε γνώριζαν τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρετε και ποια θα ήταν η οπτική τους για τα πράγματα διαβάζοντας το βιβλίο;
Υπέροχη ερώτηση. Ανέκαθεν αυτό το σημείο με ενδιέφερε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το προσέχω και δουλεύω πολύ πάνω σ’ αυτό. Σε όλα μου τα μυθιστορήματα υπάρχει ένα κοινωνικό υπόβαθρο κάποιας συγκεκριμένης εποχής γύρω από το οποίο τοποθετώ τους ήρωες. Στην τριλογία, ένα παραπάνω, γιατί όπως κι εσείς αναφέρατε, χρονολογικά μας πάει πολλά χρόνια πίσω. Κανένας αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες της εποχής που αναφέρομαι. Άλλωστε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξε επί της ουσίας την ιστορία. Από την ‘’Θυσία’’ όμως, όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται, μπορούν να αντλήσουν αρκετά ιστορικά στοιχεία και στην συνέχεια μπορούν να ψάξουν τα σημεία που τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Άλλωστε παραθέτω τεκμηριωμένη βιβλιογραφία 44 λημμάτων. Έως τώρα, παρότι ακόμη είναι αρκετά νωρίς, οι απόψεις των αναγνωστών είναι πολύ θετικές. Με ικανοποιεί και με ευχαριστεί πολύ το γεγονός, πως έτσι, εξ αιτίας ενός και μόνο αναγνώσματος, η αναζήτηση μετατρέπεται σε γνώση. Εισπράττω πολλά θετικά γιαυτό, που ανέκαθεν αποτελούσε για μένα μεγάλο ζητούμενο.
Διαγράψατε μια επαγγελματική σταδιοδρομία πριν στραφείτε στο γράψιμο, και από το 2011 και έπειτα, γράφετε αδιάκοπα: ποίηση, πεζογραφήματα, θεατρικά, παιδικά βιβλία. Τι σας υποκίνησε; Και πόσο σας γεμίζει αυτή η ιδιότητα;
Το 2011 εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, όπως πολύ σωστά λέτε, όμως το πρώτο μου βιβλίο, το έγραψα πολλά χρόνια  πιο πριν. Γράφω από πολύ νεαρή ηλικία, όμως δεν είχα αποφασίσει να εκδώσω. Επί της ουσίας, δεν είχα κάνει την παραμικρή προσπάθεια γιαυτό. Βραβεύτηκα αρκετές φορές στο παρελθόν με πρώτα και δεύτερα βραβεία, για διαφορετικά είδη πεζού και ποιητικού λόγου. Ούτως ή άλλως δεν είμαι ανυπόμονος ούτε βιαστικός άνθρωπος και όταν πήρα την απόφαση ότι έφθασε η ώρα τα κείμενά μου να βγουν επιτέλους στο φως, ήμουν σε ηλικία που δεν με απασχολούσαν πλέον ζητήματα βιοπορισμού. Μπορούσα και είχα πλέον την πολυτέλεια να αφιερωθώ αποκλειστικά και μόνο στα βιβλία μου.
Ποιους συγγραφείς απολαμβάνετε να διαβάζετε; Πόσο έχουν επηρεάσει τη δουλειά σας;
Προτιμώ τους κλασσικούς συγγραφείς, Έλληνες και ξένους. Πένες που χαρακτήρισαν γενιές ανθρώπων και που μέχρι σήμερα απασχολούν και είναι πάντα μπροστά. Με επηρέασε πολύ ο Νίκος Καζαντζάκης και ιδιαίτερα το βιβλίο του, ‘’Αναφορά στο Γκρέκο’’. Με έχει επηρεάσει πολύ και συνεχίζει να με επηρεάζει ο Οδυσσέας Ελύτης. Εκτός από πεζά κείμενα, διαβάζω πολύ ποίηση και ομολογώ πως χωρίς αυτήν δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γράψω. Διαβάζω πάρα πολύ, αρκετούς και διαφορετικούς συγγραφείς. Γιώργος Ιωάννου, εξαιρετικός πεζογράφος, με υπέροχη χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Στέκομαι πάρα πολύ στο θέμα χειρισμού της γλώσσας μας, που εδώ και αρκετό καιρό δέχεται μια αήθη επίθεση απλούστευσης. Δυσανασχετώ και αντιδρώ σ’ αυτό. Διαβάζω αρκετά συχνά τον Όμηρο, μακράν τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο. Νομίζω ότι πολλοί από μας, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι έχει γράψει ο Όμηρος, ίσως επειδή δεν τον έχουμε διδαχθεί όπως πρέπει. Παρακολουθώ και διαβάζω επίσης τους σύγχρονους πεζογράφους και κάποιοι εξ’ αυτών μου αρέσουν ξεχωριστά. Επειδή διαβάζω πάρα πολύ, σίγουρα αρκετοί συγγραφείς έχουν επηρεάσει την σκέψη μου, αλλά και τον τρόπο που δομώ τα δικά μου έργα. Αυτό είναι πολύ καλό και συνάμα βοηθητικό. Τους ευχαριστώ γιαυτό.
Μιλάτε με το κοινό σας; Είστε αισιόδοξη για τον ρόλο του βιβλίου σε μια καθημερινότητα γεμάτη διαδικτυακούς περισπασμούς, οικονομικές έγνοιες και συλλογική λατρεία του Survivor;
Όλα όσα αναφέρετε σαν περισπασμούς – πειρασμούς, κατά την γνώμη μου είναι εφήμερες τέρψεις. Η ψυχή θέλει ουσιαστική τροφή, κάτι που η εικόνα, όσο δελεαστική και αν είναι, αδυνατεί να δώσει. Τα συναισθήματα που ντύνουν και ζεσταίνουν την ψυχή δεν συνάδουν ούτε με το διαδίκτυο, ούτε με τις σκηνοθετικές υπερβολές. Τον επόμενο χρόνο, ίσως και πιο σύντομα, θα έχουν ξεχαστεί. Κάτι που δεν συμβαίνει με ένα καλό βιβλίο. Είναι παρήγορο να ξέρεις πως είναι κάπου κοντά σου κι ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να ξαναβουτήξεις στις σελίδες του.  Είμαι αισιόδοξη για την πορεία του βιβλίου. Έχει περάσει από πολλές κακοτοπιές, βιβλιοθήκες ολόκληρες κάηκαν και καταστράφηκαν στο παρελθόν κι όμως το βιβλίο πάντα κατάφερνε και στο τέλος κυριαρχούσε. Το ίδιο θα γίνει και τώρα. Προσπαθώ να έχω μια ουσιαστική σχέση με τους αναγνώστες μου, να είμαι συνεπής όσον αφορά τις απόψεις μου και να μην πελαγοδρομώ μπερδεύοντας τους. Ξέρουν ότι στα βιβλία μου θα διαβάσουν μια ιστορία καλά δομημένη, με σωστά ελληνικά και χωρίς περίσσιες φιοριτούρες εντυπωσιασμού.
«Ό,τι είναι γραφτό, αυτό θα γίνει. Αλλά και πάλι, πολλές φορές εμείς οι ίδιοι κάνουμε τη σκέψη μας μοίρα και την ιδέα μας γραφτό». Ταυτίζεστε με το απόφθεγμα; Ποιο σκέλος του σας εκφράζει περισσότερο;
Κάποια πράγματα είναι μοιραία κι αναπόφευκτα, όμως στα περισσότερα εμείς είμαστε οι μαέστροι που κρατάμε την μπαγκέτα. Η αλήθεια για μένα είναι κάπου στο ενδιάμεσο. Προσωπικά αφαιρώ από την ζωή μου τις συμπτώσεις, δεν θέλω να με επηρεάζουν. Προτιμώ να πορεύομαι προγραμματίζοντας κάποια πράγματα που αφορούν πάντα το άμεσο μέλλον, γιατί ποτέ δεν κάνω  μακροχρόνια σχέδια. Μου αρέσει να αγωνίζομαι για τα πιστεύω μου, αυτό με κρατά σε εγρήγορση και σκέψη. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μόνο και μόνο για να έχω κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Φοβάμαι τις μεγάλες ανατροπές του σύμπαντος, προσπαθώ να κάνω μικρά βήματα, διεκδικώντας όμως πάντα το δίκιο μου. Δυο πράγματα δεν συγχωρώ ποτέ. Την αδικία και την αχαριστία.  

koukidaki: Θυσία

koukidaki: Θυσία: Σαν μεστό, χυμώδες σύκο που η τρυφερή του σάρκα υποχωρεί αβίαστα στο άγγιγμα των δοντιών κι η ολόγλυκη γεύση του πλημμυρίζει τους κάλυκες ...

'Αννα Γαλανού - Θυσία

Με την κριτική ματιά της Ευδοξίας Κολυδάκη.

Τόπος : Ενετοκρατούμενη Κρήτη (Χάνδακας, Ρέθυμνο), Oθωμανική Ανδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη

Χρόνος : Το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, όταν δύο από τις "μεγάλες δυνάμεις" της εποχής, ήταν στο απόγειο της κυριαρχίας τους και της επιβολής τους, ως κατακτητές, αλληλο-υποβλέπονταν και εξαντλούσαν όλα τα "μέσα υποταγής" που διέθεταν στους υποταγμένους...

Ενδιαφέρουσα και απολύτως ακριβής η αντίθεση ανάμεσα στον Χάνδακα, όπου οι Ενετοί ασκούν και επιβάλλουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα με περισσή σκληρότητα σε όσους αντιστέκονται και επαναστατούν, και στο Ρέθυμνο της ίδιας χρονικής περιόδου, όπου, οι τέχνες και η άνθισή τους, υπερσκελίζουν την αίσθηση της κατοχής των Ενετών και επιτρέπουν την αρμονικότερη συμβίωση κατακτητών και γηγενών.
Οφείλω να πω, επίσης, ότι με εντυπωσίασε ακόμα περισσότερο, η λιτή (απολύτως ενταγμένη όμως στη ροή της αφήγησης) αναφορά, υπό την μορφή ενθυμήσεων, των πεπραγμένων του Οθωμανού Σουλτάνου, της ίδιας περιόδου, στοιχείο που συνεισφέρει καίρια και συνηγορεί υπέρ (και) του ιστορικού χαρακτήρα της αφήγησης, αφού, η "Θυσία" χάρη στην συγγραφική έμπνευση, συνδυάζει άψογα την μυθοπλασία με την ιστορία, χωρίς η τελευταία ωστόσο να υπερτερεί του δημιουργικού στοιχείου.


Θέμα : η ιστορία της Ρούσσας Βενιέρη, μία έφηβης, η οποία, μπορεί να φαίνεται για λίγο ως άθυρμα της ιστορίας και της τύχης του τόπου της, που επηρεάζεται από την τραγική απώλεια των δικών της ανθρώπων και παραμένει έρμαιο στις βουλήσεις τρίτων, αλλά στην πραγματικότητα, διαθέτει μία ισχυρή προσωπικότητα, εμφορούμενη από το περήφανο, ανυπότακτο και ανεξάρτητο πνεύμα της, το οποίο κυριαρχεί σε όλη την αφήγηση, που της επιτρέπει αρχικά να ξεφύγει από την προαποφασισμένη μοίρα της, και στη συνέχεια, να προσαρμοσθεί στις αντίξοες συνθήκες και στον τρόπο ζωής που της επιβάλλονται, (οι οποίες δεν στερούνται κινδύνων), να αποφασίσει την προσωπική της συνοδοιπορία με τον σύντροφό της, να έρθει αντιμέτωπη ξανά με ανεπιθύμητα πρόσωπα και οδυνηρές καταστάσεις, να συγκρουσθεί μαζί τους, και στο τέλος, να επιλέξει με τραγικό τρόπο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.
Για το συγκλονιστικό τέλος της "Θυσίας" δεν θα πω κάτι συγκεκριμένα, θα επισημάνω μόνο ότι οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου, χαρακτηρίζονται από έντονη δραματικότητα, ένταση και αγωνία η οποία κορυφώνεται σταδιακά, με μοναδικό τρόπο, "δικαιώνοντας" απόλυτα τον τίτλο του βιβλίου.

Η "Θυσία" ως πρώτο μέρος της τριλογίας "Οι δρόμοι της καταιγίδας", μεταφέρει, με ρεαλισμό και πιστότητα το πνεύμα, τις συμπεριφορές και τις κοινωνικές συνθήκες μιας παρελθούσης ιστορικής περιόδου, χρονικά οριοθετούμενης, που επηρέασαν αποφασιστικά και δραματικά τη ζωή, τη συμπεριφορά, και την ατομική πορεία ανθρώπων και ολόκληρων οικογενειών ακόμη, που δεν δέχθηκαν άκριτα και με υστεροβουλία, όλα όσα, έξωθεν τους επιβάλλονταν.
Στη "Θυσία" η δημιουργός της, σκιαγραφεί μία ολόκληρη εποχή, μετά από την καταφανή ενδελεχή έρευνα και μελέτη του ιστορικού και χρονικού πλαισίου της, όπως άλλωστε προκύπτει από την βιβλιογραφία που παρατίθεται, χάρη στην οποία, ο συνδυασμός του μύθου και της ιστορίας, αποδεικνύεται επιτυχής για τον δημιουργό και ελκυστική για τον αναγνώστη.

Εν κατακλείδι, από την "Θυσία" της Α. Γαλανού, απεκόμισα τις καλύτερες εντυπώσεις, αφού, πρόκειται για ένα πολύ καλό (και καλογραμμένο) ιστορικό μυθιστόρημα, ενταγμένο χωροχρονικά σε μία εποχή, η οποία δεν έχει τύχει αντίστοιχης ενασχόλησης στην ελληνική λογοτεχνία συγκριτικά, με άλλες κρίσιμες (από άποψη στορικής βαρύτητας) περιόδους, το οποίο κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία του σελίδα, με τον τρόπο γραφής του, την πλοκή του, την οποία προσωπικά βρήκα αριστοτεχνικά δομημένη και τα εκφραστικά του μέσα και για όλα όσα ως αναγνώστρια, υποκειμενικά πάντα, κρίνω ότι ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μου.


Μπορεί να ακούγεται χιλιοειπωμένο μεν, αλλά ανυπομονώ για το δεύτερο μέρος της τριλογίας που εύχομαι να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο συναρπαστικό από το πρώτο.

Book Review Θυσία - Άννα Γαλανού

http://www.bookcity.gr/reviews/23033-book-review-%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D


Η «Θυσία» είναι το πρώτο μέρος της ιστορικής τριλογίας της Άννας Γαλανού, με γενικό τίτλο «Οι Δρόμοι της Καταιγίδας».
Τα γεγονότα που αφηγείται η συγγραφέας διαδραματίζονται στην Ενετοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως η Πόλη και η Αδριανούπολη, κατά τα έτη 1550-1570.
Είμαι εξαιρετικά χαρούμενη που η Άννα Γαλανού αποφάσισε να ασχοληθεί με την εποχή αυτή, που είναι αρκετά παραμελημένη από την ελληνική μυθοπλασία. Και είμαι ακόμη πιο χαρούμενη που το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της είναι κάτι παραπάνω από επιτυχημένο!
Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι μια αρχοντοπούλα από την Κρήτη, η όμορφη κοκκινομάλλα Ρούσσα, την οποία συναντάμε στα δεκατέσσερά της χρόνια και συμπορευόμαστε μαζί της για τα επόμενα είκοσι, μέσα από τη γλαφυρή πένα της συγγραφέα. Οι ανατροπές στη ζωή της Ρούσσας είναι διαρκείς και απρόσμενες: προσωπικά αγωνιούσα διαρκώς για την τύχη της και μου ήταν αδύνατο να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Δε θέλω να αποκαλύψω περισσότερα για την πλοκή της ιστορίας, γιατί πραγματικά αξίζει ο κάθε αναγνώστης να την ανακαλύψει μόνος του. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι παράλληλα με τις περιπέτειες της ηρωίδας, ξεδιπλώνεται μπροστά μας ένας ολόκληρος  κόσμος. Η Κρήτη των αρχόντων, αλλά και του απλού λαού, η μοίρα των εκτοπισμένων και των απαχθέντων από τους κουρσάρους, η Πόλη με τις ίντριγκες των πασάδων και των σουλτάνων. Είναι φανερό πως η συγγραφέας αφιέρωσε πολύ χρόνο για την έρευνα των ιστορικών στοιχείων και η προσπάθειά της δικαιώθηκε. Η «Θυσία» ξεχωρίζει και για την συναρπαστική πλοκή της, αλλά και για το ιστορικό της υπόβαθρο που αναδύεται μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωες και σε καμία περίπτωση δε δίνεται με ύφος κουραστικά ακαδημαϊκό.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο. Με συνεπήρε, με ταξίδεψε και διατήρησε το ενδιαφέρον μου αμείωτο και στις 540 σελίδες. Αναμένω με ανυπομονησία το δεύτερο μέρος της τριλογίας- ο πήχης έχει τεθεί πολύ ψηλά, αλλά είμαι βέβαιη πως η Άννα Γαλανού δε θα έχει πρόβλημα να ξεπεράσει και πάλι τις προσδοκίες μας.

Ελίζα Νάστου

Συνέντευξη - Χανιώτικα Νέα


Άννα Γαλανού : Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια


Γράφει η Ελένη Φουντουλάκη

«Το κάθε κείμενο, η κάθε γραπτή άποψη μπορεί να αλλάξει την σκέψη και την αντίληψη , αλλά και την δράση πολλών ανθρώπων. Αρκεί να είναι τεκμηριωμένο, να υπάρχει λόγος που γράφηκε και να μην ανταγωνίζεται εφήμερα γεγονότα εντυπωσιασμού. Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια» λέει στις «διαδρομές» η συγγραφέας Άννα Γαλανού η οποία πρόσφατα βρέθηκε στα Χανιά στο πλαίσιο παρουσίασης του νέου της μυθιστορήματος ”Θυσία” που αποτελεί το πρώτο βιβλίο της τριλογίας ‘’Οι δρόμοι της καταιγίδας’’. Η Ηρακλειώτισσα συγγραφέας ”δένει’’ ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1550-1570 με τη μυθοπλασία, συνθέτοντας μια μοναδική ατμόσφαιρα εποχής με ”άρωμα” Κρήτης.
H ιστορία της τριλογίας, αποτέλεσε την αφορμή να μιλήσουμε με την συγγραφέα για το νέο της μυθιστόρημα που αναφέρεται στην κατοχή των Ενετών στην Κρήτη, για το μέλλον του βιβλίου, την σημασία της λογοτεχνίας στην ζωή μας και πολλά άλλα…
Τι υπήρξε η πηγή έμπνευσης για αυτό το ταξίδι σε σοκάκια αλλοτινών καιρών; 
Δεν ήταν απλά θέμα έμπνευσης, ήταν επιλογή να γράψω και να αναφερθώ στην συγκεκριμένη εποχή. Η Ενετοκρατούμενη Κρήτη με κατοχή μεγαλύτερη κι από εκείνη των Οθωμανών, (458 χρόνια) είναι μια περίοδος που λογοτεχνικά δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα. Και όμως ήταν μια πολύ σκληρή εποχή και επέφερε πολλά δεινά στο νησί μας. Πολλά χρόνια πριν διάβασα το βιβλίο του Θεοχάρη Δετοράκη, ‘’Ιστορία της Κρήτης’’ και έμεινα έκπληκτη όταν διάβασα για την ‘’Ενετοκρατία’’. Ανατρίχιασα. Μέχρι τότε έβλεπα και θαύμαζα κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, τα μνημεία, τα κάστρα και τα τείχη που περίζωναν τις Κρητικές πόλεις. Δεν είχα ιδέα πως έγιναν όλα αυτά. Από τότε και μετά η σκέψη που γυρόφερνε στον νου μου, ήταν να γράψω για την κατοχή των Ενετών στην Κρήτη.
Εχετε μεγαλώσει στο Ηράκλειο; Πιστεύετε πως επηρεάζουν οι τόποι το έργο; Τον χαρακτήρα μας;
Σίγουρα μας επηρεάζουν και πολλές φορές καθοδηγούν και την σκέψη μας. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η Κρήτη έχει υποστεί πολλούς κατακτητές, έχει περάσει πολλές συμφορές, έχει πληγεί από σεισμούς, επιδημίες, σιτοδείες και σφοδρές κουρσάρικες επιδρομές. Όλα αυτά υπάρχουν και κυριαρχούν στο DNA μας και ακόμη κι αν θέλουμε να τα αφήσουμε στην λήθη του παρελθόντος, η ιστορία του νησιού μας είναι τόσο έντονη, όπως και οι μνήμες, κι έτσι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ο χαρακτήρας μου έχει διαμορφωθεί από τις προφορικές αφηγήσεις των γεροντότερων, από τα ιστορικά βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη, ακόμη κι από  τα μοιρολόγια που γράφτηκαν για την κάθε συμφορά που έχει περάσει και έχει χαράξει εποχές, πόλεις και ανθρώπους.
Γράφετε μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθια. Γιατί έχει νόημα το να διαβάζουμε λογοτεχνία; 
Γράφω όλα τα είδη του πεζού λόγου, ανεξάρτητα με το τι έχει ως τώρα εκδοθεί. Ευτυχώς υπάρχει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό που με παρακολουθεί από το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο, περνώντας τα χρόνια και βλέποντας την συνέπεια που χαρακτηρίζει τα κείμενά μου, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.
Έχει μεγάλη σημασία ο κάθε άνθρωπος να διαβάζει εκείνο που τον εκφράζει, όχι απαραίτητα μόνο λογοτεχνία. Επί του συγκεκριμένου όμως, η απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία, αρχής γενομένης από τον Όμηρο, τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο, είναι μια μορφή πεζού λόγου που απευθύνεται σε όλους. Αν το μυθιστόρημα είναι σωστά δομημένο, με καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας, ο αναγνώστης μπορεί να εισπράξει πάρα πολλά. Δεν είναι μόνο ο μύθος, είναι ο λόγος, τα συναισθήματα, οι περιγραφές, οι διάλογοι και τόσα άλλα. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα περιλαμβάνει όλα τα είδη της πεζογραφίας, μηδέ της ποίησης εξαιρουμένης.
Τι μπορεί να κάνει η τέχνη σήμερα; Η γραφή μπορεί ν’ αλλάξει τη σκέψη των ανθρώπων και κατά προέκταση τον κόσμο;
Ο γραπτός λόγος είναι ένα ισχυρό όπλο το οποίο ενίοτε προκαλεί εκτός από θαυμασμό και φόβο. «Verba volant, scripta manent» δηλαδή τα λόγια πετούν, αλλά τα γραπτά μένουν. Αν κάνουμε μια προέκταση στο σήμερα, στην εποχή της εικόνας που τρέχει τόσο γρήγορα, θα το επιβεβαιώσουμε απόλυτα. Οι εικόνες έρχονται και παρέρχονται, ένα κείμενο όμως ποτέ δεν χάνει την αξία του και χρόνο με το χρόνο αποκτά όλο και περισσότερη σημασία. Το κάθε κείμενο, η κάθε γραπτή άποψη μπορεί να αλλάξει την σκέψη και την αντίληψη,αλλά και την δράση πολλών ανθρώπων. Αρκεί να είναι τεκμηριωμένο, να υπάρχει λόγος που γράφηκε και  να μην ανταγωνίζεται εφήμερα γεγονότα εντυπωσιασμού. Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια.
Ποια είναι η γνώμη σας για το μέλλον του βιβλίου στην ψηφιακή εποχή; 
Υπάρχει ένα φανατικό κοινό που διαβάζει βιβλία. Δεν είναι μικρό, όσο κι αν κάποιοι θέλουν και προσπαθούν να το μειώνουν καθημερινά.Λόγω της οικονομικής κατάστασης μπορεί να μην έχουν όλοι την δυνατότητα ν’ αγοράζουν βιβλία, οι αναγνώστες όμως, πάντα βρίσκουν τον τρόπο να διαβάζουν. Αυτό το ξέρω πολύ καλά, τόσο από τις παρουσιάσεις μου, που με χαρά και συγκίνηση βλέπω νέα παιδιά να έρχονται και να τις παρακολουθούν. Το βιβλίο έχει περάσει πολλά δεινά στο παρελθόν. Χιλιάδες τόμοι, βιβλιοθήκες ολόκληρες, κάηκαν κατά καιρούς, όμως το βιβλίο είναι πάντα εκεί, όρθιο. Είμαι αισιόδοξη για την πορεία και το μέλλον του.
Eχετε λάβει, μεταξύ άλλων, δύο σημαντικές διακρίσεις για τη μελέτη σας στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Ποια είναι τα μηνύματα που περνάει μέσα από τα βιβλία του ο Νίκος Καζαντζάκης;
Ο Καζαντζάκης εκτός από σπουδαίος λογοτέχνης, είναι και μεγάλος φιλόσοφος, με πανανθρώπινο πνεύμα. Τίποτε δεν έγραψε τυχαία. Όλα του τα βιβλία έχουν πάρα πολλά μηνύματα. Σαν αγωνιστής της ζωής ο ίδιος, το μήνυμα που διακατέχει όλα του τα κείμενα είναι κι αυτό που προσπαθεί να περάσει. «Αγωνίσου, πολέμα. Απ’ όποιο μετερίζι κι αν βρίσκεσαι. Μάθε να διεκδικείς το δίκιο σου, μην υποχωρείς σε πειρασμούς, μειώνουν την ενέργεια και το πνεύμα σου». Κάθε φορά που τον διαβάζω, και το κάνω αρκετά συχνά, πάντα βρίσκω και κάτι καινούριο, που δεν είχα προσέξει. Αυτή είναι η μαγική δύναμη ενός μεγάλου συγγραφέα, που καταφέρνει να μετουσιώνει την ανώτερη πνευματικότητα του σε λέξεις και σε προτροπές, που εξυψώνουν το πνεύμα.
Η “Θυσία” είναι το το πρώτο βιβλίο της τριλογίας “Οι δρόμοι της καταιγίδας”. Τι μας επιφυλλάσει η συνέχεια;
Ο υπέρτιτλος της τριλογίας “Δρόμοι της Καταιγίδας”, δεν είναι τυχαίος. Η ιστορία του α’ βιβλίου “Θυσία” συνεχίζεται σε όλες τις πόλεις της Κρήτης, διασχίζει την Μεσόγειο και φθάνει στην Μπαρμπαριά, την Αδριατική και προσαράζει στην Βενετία, το Αιγαίο και φθάνει στην Κωνσταντινούπολη και στα δυο επόμενα βιβλία της τριλογίας, υπάρχουν κι άλλοι δύσβατοι και ματωμένοι δρόμοι που οι ήρωες καλούνται να περπατήσουν.