Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Άννα Γαλανού - Οι περισπωμένες


Πάντα μου άρεσαν οι περισπωμένες, αυτά τα καπάκια, όπως τα έλεγα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, όπου και τα έβαζα σωρηδόν. Καλημέρα έγραφα κι έβαζα μια περισπωμένη από δω ίσαμε την άλλη άκρη της σελίδας. Σαν ένα μεγάλο μουστάκι έμοιαζε.
Μου άρεσε κι η λέξη: πε ρι σπω με νη… είχε διάρκεια και μαζί έτρεχε σαν νεράκι στο στόμα μου.
«Δεν βάζουμε Αννούλα παντού περισπωμένη, συνήθως στα ου και ω και επιπλέον στα…», μου εξηγούσε στην αρχή υπομονετικά ο δάσκαλος.
Μα εγώ εκεί, ήταν να μην πάρω φόρα.
«Μάλιστα κύριε» του απαντούσα και την άλλη μέρα ξανά τα ίδια.
Μετά από λίγες μέρες άρχισαν οι τιμωρίες.
«Γράψε μου 100 φορές που βάζουμε περισπωμένη κι άλλες 100 που βάζουμε οξεία»
Ξημερωνόμουν να γεμίζω σελίδες με το καλοξυσμένο μολυβάκι, με καθαρά γράμματα χωρίς μουτζούρες, να γράφω τους κανόνες της οξείας και της περισπωμένης… και την άλλη μέρα ξανά τιμωρία, γιατί το χούι μου είχε μείνει για τα καλά. Σε κάθε φωνήεν που έβλεπα, πάρε κι από μια περισπωμένη πιο μεγάλη κι από το μουστάκι του κυρίου Μιχάλη, που πια είχε αποκάμει μαζί μου και δεν ήξερε τι άλλη τιμωρία να μου βάλει.
Όσες φορές με σήκωνε στον πίνακα να του πω τους κανόνες, τους έλεγα σαν νεράκι,  ‘’η προπαραλήγουσα δεν περισπάται, όταν η λήγουσα είναι μακρά…’’  κι όταν με έβαζε να γράφω κείμενο, έψαχνε την οξεία με το μικροσκόπιο.
Δεν καταλάβαινα τίποτα, ούτε από απειλές του τύπου, ‘’θα σε αφήσω στην ίδια τάξη’’, ούτε από τιμωρίες του στυλ ‘’όρθια στο ένα πόδι, με την πλάτη γυρισμένη στην τάξη’’.


Μια μέρα με φώναξε στο γραφείο του, επισήμως. Με άφησε να στέκω όρθια μπροστά του, κάμποση ώρα, δήθεν πως ήταν απασχολημένος με τον χάρτη της Μεσοποταμίας, κι ύστερα σήκωσε τα μυωπικά μάτια του και με ρώτησε αυστηρά.
«Πες μου γιατί το κάνεις αυτό;»
«Ποιο;» έκανα την ανήξερη εγώ.
«Γιατί βάζεις παντού περισπωμένες; Αφού ξέρεις όλους τους κανόνες. Το κάνεις επίτηδες, για να μου σπάσεις τα νεύρα;»
«Όχι κύριε, ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο» απάντησα σεμνά, ενώ μέσα μου έτρεμα. Φοβόμουν που ήμουν στο γραφείο του, μόνο όταν έκανες κάτι πολύ κακό σε φώναζαν εκεί και φυσικά η τιμωρία που σε περίμενε ήταν πολύ μεγάλη.
«Τότε γιατί το κάνεις; Την αλήθεια να μου πεις»
«Μου αρέσουν οι περισπωμένες κύριε, τις λατρεύω. Μόνο γιαυτό το κάνω»
Με κοίταξε για λίγο παραξενεμένος και μετά μου είπε να φύγω.
Έσκυψα το κεφάλι κι έφυγα, χωρίς να μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα έπαιρνα αποβολή και ότι δεν θα αναγκαζόμουν να πάω στο σχολείο την άλλη μέρα με τον πατέρα μου.
Την άλλη μέρα με σήκωσε στον πίνακα.
Γράφε μου είπε.
Μπορῶ, γελῶ, ἀγαπῶ, φῶς, Ἀθηνᾶ, ωραῖος, δῶρο, σχολεῖο, γῆ, μῆλο, κῆπος, ὦμος, συγγενεῖς, τοῖχος, Ἡρακλῆς, ἐντελῶς νοῦς, ἀφοῦ, εὐτυχῶς… και πολλά ακόμα ρήματα, επιρρήματα, αντωνυμίες και ουσιαστικά, που όλα μα όλα έπαιρναν περισπωμένη.
Την άλλη μέρα έγινε το ίδιο, και την παράλλη και πάλι το ίδιο. Επί ένα μήνα κάθε πρωί, βρισκόμουν στον πίνακα κι έγραφα λέξεις που όλες έπαιρναν περισπωμένη. Τις είχα μάθει πια απέξω, τις ήξερα μία προς μία. Μέχρι που τις βαρέθηκα!
Ένα πρωί λοιπόν του είπα:
«Κύριε, σήμερα δεν μπορώ να σηκωθώ με πονάει η κοιλιά μου»
«Καλώς» μου απάντησε
Αλλά και την άλλη μέρα με πονούσε η κοιλιά μου  και όλη την επόμενη εβδομάδα, μέχρι που ο κύριος δεν με ξαναφώναξε πρωί πρωί στον πίνακα κι εγώ άρχισα να εφαρμόζω στις εκθέσεις μου, όλους τους κανόνες της γραμματικής και να βάζω τις περισπωμένες και τις οξείες ανάλογα, στην σωστή τους θέση.

Μου έμεινε όμως το απωθημένο της περισπωμένης, κι όταν καταργήθηκε το πολυτονικό σύστημα και τις έχασα όλες με  μιας, το παλιό παράπονο άρχισε και πάλι να με καίει. Μόνο οξείες έβλεπα, παντού πια έβαζαν μόνο οξείες!
Ευτυχώς έμεινε το επίθετο μου, που τελειώνει σε –οῦ, κι έτσι με στυλό ή με καλοξυσμένο μολύβι γεμίζω ολόκληρες σελίδες, κοινώς βγάζω το άχτι μου, κάθε φορά που με πιάνει η νοσταλγία της ίσιας, μακριάς ή τεθλασμένης σαν μουστάκι γραμμής.


῎Αννα Γαλανοῦ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου