Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Φιλία και διαφορετικότητα

Κανείς δεν είναι ίδιος με τον άλλον, όμως όλοι μαζί μπορούν να συνυπάρξουν

Παραμύθι μου που παρουσίασα στα παιδιά Ε' και Στ' τάξης Δημοτικού



Σε ένα χωριό ζούσαν αγαπημένοι και μονιασμένοι οι άνθρωποι. Μια μέρα εμφανίστηκε μια οικογένεια όπου το αγόρι είχε μια αναπηρία στο δεξί του χέρι, δηλαδή δυο δάκτυλα λιγότερα και το κορίτσι ήταν τόσο ψηλό που αν και δέκα χρονών έμοιαζε με δεκαπέντε.
Οι κάτοικοι του χωριού από την αρχή απέφευγαν όλη την οικογένεια, δεν τους ήξεραν καθόλου και γιαυτό ήταν μαζί τους πολύ επιφυλακτικοί. Πέρα από τις τυπικές καλημέρες, δεν είχαν πολλά πάρε δώσε με κανέναν τους.
Αλλά και τα παιδιά τους απέφευγαν τα δυο αδέλφια. Όλο το καλοκαίρι δεν μοιράστηκαν κανένα παιχνίδι μαζί τους. Τα κοίταζαν περίεργα και μόλις αυτά έκαναν να τα πλησιάσουν, τους γύριζαν την πλάτη. Τα παιδιά έφευγαν αμίλητα και την άλλη μέρα ξανά τα ίδια. Όλες τις μέρες γινόταν το ίδιο πράγμα ώσπου πέρασε το καλοκαίρι και άνοιξαν τα σχολεία.
Το κοριτσάκι πήγαινε στην Ε’ Δημοτικού και το αγόρι στην Στ’.
Μπήκαν στις τάξεις τους και κάθε παιδί διάλεξε με ποιον θα καθίσει μαζί στο θρανίο. Όμως κανένα αγόρι και κανένα κορίτσι δεν διάλεξε τα δυο αδέλφια.
Το αγοράκι κάθισε μόνο του σ’ ένα θρανίο στην άκρη της τάξης, το ίδιο έκανε και το κοριτσάκι, που κάθισε επίσης μόνο του στο τελευταίο θρανίο.
Οι δάσκαλοι σύστησαν τα καινούρια παιδιά στους συμμαθητές τους, και μόνο τότε για πρώτη φορά, ακούστηκαν τα ονόματα των παιδιών, αφού κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να μάθει πως λέγονταν.
Ήταν ο Νίκος και η Ευαγγελία.
Όμως και πάλι ούτε μισό χαμόγελο δεν τους χάρισαν, ούτε ένα ‘’καλώς ήρθατε’’ δεν τους είπε κανείς τους.
Στο διάλλειμα στέκονταν και πάλι ολομόναχα σε μια γωνιά. Κανείς δεν θέλησε να παίξει μαζί τους, κανένα παιδί δεν τους μίλησε, ούτε καν τους κοίταξαν.
Πέρασαν κάμποσες μέρες. Τα δυο αδέλφια εξακολουθούσαν να είναι τελείως απομονωμένα, ενώ τα άλλα παιδιά άρχισαν παράλληλα να τα κοροϊδεύουν. Στην αρχή όταν δεν ήταν μπροστά, καθώς όμως περνούσαν οι μέρες, οι κοροϊδίες ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο και δεν δίσταζαν να φωνάζουν κατάμουτρα ‘’κουτσοχέρη’’ τον Νίκο και ‘’κουπί’’ την Ευαγγελία που ήταν ψηλή και αδύνατη… και δώστου τα γέλια και ο χλευασμός.
Τα παρατσούκλια αυτά τα είχε δώσει η Καίτη, ένα σκληρό παιδί, που καμάρωνε μάλιστα πολύ, αφού όλα τα παιδιά την θεωρούσαν αρχηγό τους. Πίσω από τα περισσότερα πειράγματα και τις ζαβολιές που γίνονταν ήταν εκείνη, η οποία καθημερινά κατέστρωνε σχέδια για το τι θα έκαναν και πως θα ενοχλούσαν περισσότερο τα δυο αδέλφια.
Τα πρόσωπα του Νίκου και της Ευαγγελίας ήταν μόνιμα σκυθρωπά, κανένας δεν τα είχε δει ακόμα να χαμογελάνε και οι δάσκαλοι που κατάλαβαν τι ακριβώς γινόταν, αποφάσισαν να μιλήσουν ξεκάθαρα στα παιδιά.
Πρώτα η δασκάλα της Στ’, εξήγησε μέσα στη τάξη πόσο λάθος ήταν η συμπεριφορά τους απέναντι στον Νίκο, ο οποίος έχασε τα δάκτυλα του σε ένα ατύχημα, όπου ταυτόχρονα είχε κινδυνέψει και η ζωή του. Τους είπε επίσης για πόσο μεγάλο διάστημα είχε ταλαιπωρηθεί με γιατρούς και φυσιοθεραπείες, ενώ τον επαίνεσε για την επιμονή του, γιατί με τρία μόνο δάκτυλα στο δεξί του χέρι, κατάφερε να μάθει να γράφει, να μπορεί να ζωγραφίζει και να το χρησιμοποιεί κανονικά. Τέλος τους τόνισε ότι ένα τέτοιο παιδί άξιζε πολύ να το έχει κάποιος φίλο του.
Ο δάσκαλος της Ευαγγελίας αντίστοιχα, μίλησε κι αυτός στα παιδιά και τους είπε ότι μόλις πέρυσι η Ευαγγελία είχε διακριθεί στο μπάσκετ και ότι και φέτος οι επιδόσεις της ήταν απίστευτα καλές.
«Σίγουρα κάποια μέρα θα κάνει περήφανη την χώρα μας. Μπορεί και με Ολυμπιακό Μετάλλιο, έ Ευαγγελία;», της είπε ενθαρρυντικά και την χάιδεψε στα μαλλιά.
Τίποτα όμως δεν έγινε, αντίθετα η κατάσταση αντί να καλυτερέψει, χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο και οι κοροϊδίες έπεφταν σύννεφο. Οι δάσκαλοι δεν μπόρεσαν, παρά τις προσπάθειες που έκαναν συνεχώς να δημιουργήσουν ένα φιλικό κλίμα ανάμεσα στα αδέλφια και στα υπόλοιπα παιδιά.


Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά και το σχολείο οργάνωσε μια εκδρομή για τις δυο τελευταίες τάξεις του σχολείου. Θα επισκέπτονταν ένα παλιό ελαιοτριβείο και μετά θα πήγαιναν για φαγητό και παιχνίδι σε μια όμορφη παραλία δίπλα στην θάλασσα. Εκεί θα έπαιζαν και αργά το μεσημέρι θα επέστρεφαν πίσω. Θα πήγαιναν με πούλμαν και τα παιδιά ήταν πολύ χαρούμενα γιαυτό.
Έφθασε λοιπόν εκείνη η μέρα και πρωί πρωί ξεκίνησαν με χαρά. Το πούλμαν γέμισε με τραγούδια και πειράγματα. Ο καιρός ήταν πολύ καλός και η φύση είχε ήδη γεμίζει με χρώματα και μυρωδιές από τα ανθισμένα δένδρα και λουλούδια.
Σε λίγη ώρα έφθασαν στο παλιό εργοστάσιο, που το συντηρούσαν όπως ακριβώς ήταν τότε, εκατό χρόνια πριν. Το μάθημα ήταν να δουν και να μάθουν τα παιδιά τον τρόπο που τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι άλεθαν τις ελιές για να πάρουν το λάδι.
Πήγαν πρώτα στην αίθουσα που συνέλεγαν τις ελιές και στη συνέχεια πήγαν στην επόμενη που τις άλεθαν. Είδαν τις παλιές χειροκίνητες μηχανές και τις τεράστιες πέτρες που έλιωναν τις ελιές καθώς τις γυρνούσαν οι εργάτες, τις πέτρινες γούρνες που έτρεχε το λάδι, το μεγάλο φίλτρο που το καθάριζε και μετά κατέβηκαν στο υπόγειο του εργοστασίου. Εκεί υπήρχαν οι αποθήκες του λαδιού με τα μεγάλα πιθάρια που ήταν μισοχωμένα στη γη, όπου φύλαγαν το καθαρό λάδι πριν να το πουλήσουν. Τα παιδιά έμειναν έκπληκτα όταν είδαν τα δεκάδες βαρέλια μισοχωμένα στο χώμα. Όλα ήταν σκεπασμένα με βαριά ξύλινα καπάκια. Στη συνέχεια βγήκαν στον υπαίθριο χώρο και είδαν τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις καθώς και το μουσείο λαδιού που υπήρχε λίγο παραπέρα.
Έφθασε η ώρα πια να φύγουν και τότε διαπίστωσαν ότι η Καίτη, δεν ήταν μαζί τους. Άρχισαν να την φωνάζουν και να την ψάχνουν από δω κι από κει, όμως εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μετά από λίγο άρχισαν όλοι ν’ ανησυχούν σοβαρά και οι δάσκαλοι ακόμα περισσότερο. Έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή όλο το εργοστάσιο, όμως η Καίτη δεν ήταν πουθενά. Η ανησυχία τους ήταν πλέον έντονη. Τα παιδιά είχαν σκορπίσει σε όλους τους χώρους και φώναζαν το όνομά της, το ίδιο έκαναν και οι δάσκαλοι μαζί με τον φύλακα του μουσείου.
Τα δυο αδέλφια έψαχναν κι αυτά μαζί με τα άλλα παιδιά, όταν κάποια στιγμή ο Νίκος πλησίασε την δασκάλα του και της ψιθύρισε κάτι. Εκείνη τον κοίταξε στην αρχή έκπληκτη και αμέσως μετά φώναξε τα παιδιά και τους είπε, ότι ο Νίκος πίστευε πως η Καίτη είχε μείνει κάτω στο υπόγειο, στην αποθήκη με τα βαρέλια κι ότι έπρεπε να κατέβουν όλοι μαζί και να ψάξουν εκεί.
Κατέβηκαν ξανά κάτω. Το υπόγειο ήταν υγρό, σκοτεινό και μύριζε μούχλα. Τα βαρέλια ήταν πάρα πολλά και βυθισμένα κυριολεκτικά στο χώμα.
«Ησυχία», πρόσταξε η δασκάλα μόλις κατέβηκαν κάτω και φώναξε δυνατά Καίτηηη! Τίποτα! Όλοι μαζί επανέλαβαν πολλές φορές το όνομά της, χωρίς αποτέλεσμα. Ούτε φωνή.
Απογοητευμένοι και ακόμα πιο ανήσυχοι άρχισαν να φεύγουν σιωπηλοί, όταν ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της Ευαγγελίας.
«Κυρία, κοιτάξτε αυτό το βαρέλι. Το καπάκι του είναι μισάνοικτο!», είπε με δυνατή φωνή.
Όλοι γύρισαν αμέσως και κοίταξαν το σημείο που έδειχνε με το χέρι της. Πράγματι στο κέντρο της αποθήκης ήταν ένα βαρέλι ίδιο με τα άλλα, όμως το καπάκι του ήταν μισοτραβηγμένο στο πλάι.
Η Ευαγγελία χωρίς να χάσει καιρό, πήδηξε κάτω και περνώντας με δυσκολία ανάμεσα στα βαρέλια έφθασε στο συγκεκριμένο. Όλοι κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα καθώς εκείνη ανασήκωσε το καπάκι. Σχεδόν αμέσως γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος τους και ενθουσιασμένη φώναξε:
«Εδώ είναι, μην ανησυχείτε...» κι όπως ήταν ψηλή, έσκυψε μέσα και βάζοντας όλη της την δύναμη κατάφερε και τράβηξε έξω την Καίτη που ήταν κατάχλωμη και λιπόθυμη από τον φόβο της. Την πήρε στην αγκαλιά της, τράβηξε τα τσουλούφια από τα μάτια της και με την άκρη της ζακέτας της, σκούπισε το μουσκεμένο από τα κλάματα πρόσωπό της.
«Μη φοβάσαι πια γλυκιά μου», της είπε με ήρεμη φωνή, «είμαστε όλοι εδώ. Δεν υπήρχε περίπτωση να πηγαίναμε πουθενά χωρίς εσένα».
Η Καίτη την αγκάλιασε με την λιγοστή δύναμη που είχε και ξέσπασε σε κλάματα.
«Συγνώμη Ευαγγελία μου, συγνώμη», ψέλλιζε συνέχεια.
Τα μάτια των παιδιών και των δασκάλων δάκρυσαν. Κάποια μάλιστα παιδιά έκλαιγαν με λυγμούς.
Η εκδρομή συνεχίστηκε κανονικά και το παιχνίδι δίπλα στην παραλία δεν είχε τελειωμό. Τώρα πια όμως ήταν όλοι μαζί. Η περίοδος της απομόνωσης και της κοροϊδίας είχε τελειώσει οριστικά.
Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα, γιατί επιτέλους τα παιδιά κατάλαβαν ότι φιλία, συντροφικότητα, συμπαράσταση, βοήθεια και αγάπη πάνε όλα μαζί. Κάποια στιγμή όλοι μας έχουμε την ανάγκη των άλλων και ίσως χρειαστεί να ζητήσουμε και την βοήθεια τους. Εκείνες τις δύσκολες στιγμές η διαφορετικότητα που ίσως έχει κάποιος φίλος μας δεν αποτελεί πρόβλημα, ούτε εμπόδιο και μάλιστα περνά τελείως απαρατήρητη.
Άλλωστε πόσο βαρετό θα ήταν αν όλοι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι μεταξύ τους, αν ήταν όλοι όμορφοι ή άσχημοι, χονδροί ή αδύνατοι, κοντοί, ή ψηλοί, ξανθοί ή μελαχρινοί!
Πόσο βαρετό θα ήταν αλήθεια.
Κείμενο : Άννα Γαλανού http://apopseiskaieikones.annagalanou.gr/
Μάρτιος 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου