Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Ομιλία μου για την μέρα της Γυναίκας - Δήμος Παλαιού Φαλήρου

Φίλες και φίλοι καλησπέρα.

Ημέρα της γυναίκας σήμερα και είμαι πολύ χαρούμενη που βλέπω ότι παρευρίσκονται σήμερα εδώ πολλές γυναίκες, αλλά και αρκετοί άνδρες. Χαίρομαι διπλά για το τελευταίο, γιατί πιστεύω πως η συγκεκριμένη ημέρα ποτέ δεν ήταν μονοσήμαντη. Δεν είναι γιορτή ή για να το πω καλύτερα, δεν είναι μόνο γιορτή, είναι μέρα αναφοράς στην ζωή, στην γέννηση, στην διάρκεια. Είναι μέρα τιμής για όλο το ανθρώπινο γένος και η γυναίκα είναι ο φορέας που το διατηρεί και το διαιωνίζει.

Βρίσκομαι εδώ μετά από πρόσκληση της Δημοτικής Επιτροπής ισότητας των φύλων, του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, και θέλω να ευχαριστήσω προσωπικά την Πρόεδρο της κυρία Μαρία Ζάγκα.  Κυρία Ζάγκα, σας εύχομαι δύναμη και υγεία για το δύσκολο έργο που επιτελείτε και να έχετε πάντα επιτυχίες.
Ευχαριστώ πολύ επίσης τον Δήμαρχο, κύριο Διονύση Χατζηδάκη, για την παρουσία του εδώ, μας τιμάτε ιδιαίτερα κύριε δήμαρχε. Καλή συνέχεια στο έργο σας με συνοδοιπόρο την θετική ενέργεια όλων μας.  



Ημέρα της γυναίκας σήμερα και αυτό που μου ήρθε αμέσως στον νου, όταν ξεκίνησα να γράφω την ομιλία μου, ήταν η πρώτη θηλυκή, λατρευτική μορφή που αναφέρεται από εμφανίσεως κόσμου.

ΓΑΙΑ – η Μητέρα Γη, η πρώτη εκπρόσωπος του θεϊκού στοιχείου. Η γεννήτορας όλων,  για να την ακολουθήσουν στην συνέχεια οι αδελφές της, η Φωτιά, η Σελήνη, η Αυγή κι αυτές θηλυκές θεότητες, που επίσης λατρεύονταν από γεννέσεως κόσμου.

Γυναίκα, λέξη γένους θηλυκού όπως και ζωή, μήτρα, γέννηση, ελπίδα, υγεία, θέληση, εγκαρτέρηση, δύναμη, υπομονή, αγάπη, θαλπωρή, αγκαλιά, τρυφερότητα, πίστη, ανιδιοτέλεια, αφοσίωση. Αλλά και πόσες ακόμα λέξεις, που όλες κρύβουν μέσα τους δύναμη, ενέργεια, προοπτική. Όλες είναι λέξεις θηλυκές και πιστέψτε με, τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Γυναίκα: Μήτρα της ζωής, της αιωνιότητας.
Μάνα, αδελφή, φίλη, σύντροφος, ερωμένη, συνοδοιπόρος.

Γυναίκα
Ψωμί, κρασί, φωτιά και γυναίκα, λέει ο Καζαντζάκης.

Γυναίκα: λέξη με επτά γράμματα, σαν να λέμε επτά θαύματα, που περικλείουν την απόλυτη ουσία της διαιώνισης του ανθρώπινου γένους.

Κατά ένα παράξενο τρόπο τα ουσιαστικά που σηματοδοτούν την ζωή είναι γένους θηλυκού. Η μήτρα, η γέννηση, η ζωή.
Γυναίκα: Ο βασικός κορμός της ύπαρξης.


Διαχρονικά η γυναίκα, σε κάθε καμπή της ιστορίας, είναι πάντα παρούσα και τις περισσότερες φορές έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Από τα αρχαία κείμενα που διασώζονται σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι από την αρχή στις σημαντικότερες θεότητες, είχαν δώσει γυναικείες μορφές και ονόματα.

Η Μητέρα-Γη, η Γαία, ήταν η πρώτη εκπρόσωπος του θεϊκού στοιχείου, όπως είπα παραπάνω. Μητέρα όλων των έμβιων όντων, και η μόνη που ευθυνόταν για τις καιρικές μεταβολές. Αντιπροσώπευε τον έρωτα, τη γονιμότητα, ήταν προστάτιδα της εστίας, του κυνηγιού και όλων των αγαθών που έπαιρνε ο άνθρωπος από τη φύση.

Η μητριαρχία ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα του αρχαίου κόσμου. Από την Σκανδιναβία μέχρι και την Βαβυλώνα, αλλά και σ’ όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, κυριαρχούσαν πάντα γυναικείες μορφές.

Θα περιοριστώ όμως αποκλειστικά στην αρχαία ελληνική θρησκεία, και θα αναφέρω ενδεικτικά τις γυναικείες θεότητες που λατρεύτηκαν εδώ, στην Ελλάδα.
Η Εστία η προστάτιδα του οίκου, η Αφροδίτη θεά του έρωτα και της ομορφιάς, η Αθηνά η θεά της σοφίας, η Άρτεμις η θεά του κυνηγιού και των δασών, η Δήμητρα η θεά της γονιμότητας και της καλλιέργειας, η Ήρα θεά της τιμωρίας, αλλά και του γάμου και της οικογένειας, οι 9 Μούσες προστάτιδες των τεχνών και του πνευματικού οίστρου, οι Νηρηίδες οι προστάτιδες της θάλασσας και του νερού και οι Υάδες και οι Πλειάδες προστάτιδες της αστρονομίας.

Όμως και τα ιστορικά γεγονότα ακολουθούσαν κι αυτά την θηλυκή πορεία των θεοτήτων και είναι συνυφασμένα με την γυναικεία παρουσία, άλλοτε δυναμική και άλλοτε συνοδοιπόρο, αλλά πάντα σε αποφασιστικό και σημαντικό ρόλο.

Η αρχαία μας ιστορία είναι γεμάτη από γυναίκες που άλλαξαν την ροή της. Ας μην ξεχνάμε πως για μια Ελένη έγινε ο Τρωικός πόλεμος, μια Πηνελόπη χαρακτηρίστηκε η ιέρεια της υπομονής και της καρτερίας, η Ανδρομάχη η τραγικότερη φιγούρα του Ομηρικού έπους, η Ιφιγένεια η πιο άδικη θυσία της αρχαίας ιστορίας, η Μήδεια, η Εκάβη, η Ολυμπιάδα στην Μακεδονία, η Θεοδώρα στο Βυζάντιο, η Μπουμπουλίνα, οι γυναίκες του Ζαλόγγου… και ο κατάλογος είναι ατέλειωτος.


Γυναίκα: Μήτρα δημιουργίας

Διανύοντας τις χιλιετίες παρακολουθούμε μια μεγάλη αλλαγή στην εξελικτική πορεία της γυναίκας. Οι αρχαίες μητριαρχικές κοινωνίες, αλλάζουν σταδιακά και γίνονται ανδροκρατούμενες, με τη γυναίκα να παρακολουθεί τα γεγονότα εκ του μακρόθεν ή ακόμα και απούσα. Περιορίζεται απόλυτα στην διαδικασία της αναπαραγωγής, στα καθήκοντα της νοικοκυράς, ούτε καν της οικοδέσποινας, και η θέση της σε κάποιες κοινωνίες, κυρίως στο μουσουλμανικό χώρο, είναι ελάχιστα πιο πάνω από τα οικόσιτα ζώα.

Όλη αυτή η μεταστροφή έχει πολλά σοβαρά, αλλά και αρνητικά αποτελέσματα στην εξελικτική πορεία των γυναικών. Οι λόγοι που έγινε αυτό, είναι πολλοί, κυρίως θρησκευτικοί, με το πρόσχημα της αμαρτίας, η γυναίκα υποδεέστερη του άνδρα, εφόσον προέρχεται από το πλευρό του Αδάμ, με το πρόσχημα της σωματικής δύναμης και διάφορα άλλα παρόμοια. Αποτέλεσμα ήταν η γυναίκα να αργήσει πολύ να βγει και πάλι στην επιφάνεια, μπουσουλώντας στην αρχή, περπατώντας δειλά στη συνέχεια, μέχρι να καταφέρει να ορθοποδήσει, αν το έχει καταφέρει ακόμα, που σε πολλές περιπτώσεις πολύ αμφιβάλλω.

Οι ταξικές και οι κοινωνικές διακρίσεις, μέχρι και σήμερα, επικρατούν ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες. Για την ίδια εργασία πολλές φορές η γυναίκα αμείβεται με λιγότερα χρήματα ή μόλις μείνει έγκυος αντί να επιβραβεύεται, εξαναγκάζεται κάποιες φορές σε παραίτηση ή απολύεται. Ο εργασιακές σχέσεις εξακολουθούν να είναι άνισες σε σημείο που προκαλούν και εγείρουν ερωτηματικά για το πόσο πραγματικά έχει προχωρήσει η κοινωνία μας.

Το σύνηθες σήμερα είναι οι γυναίκες να εργάζονται, μιας και ένας μισθός δεν αρκεί πάντα για να καλύψει τις ανάγκες μιας οικογένειας και με το τέλος του οκταώρου ή δεκαώρου, ανάλογα, ακολουθεί το επόμενο οκτάωρο εργασίας στο σπίτι. Η ενασχόληση με τα παιδιά, το μαγείρεμα, σιδέρωμα, καθάρισμα και γενικά η φροντίδα της οικογένειας.
Αυτό, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι μια κανονική εργασία, από την πολιτεία όμως, ουδέποτε αναγνωρίστηκε σαν τέτοια γιαυτό και καμιά γυναίκα δεν αμείφθηκε ποτέ γι αυτήν. Παρότι έγιναν αρκετές προσπάθειες, κυρίως από τις ίδιες τις γυναίκες, για την ισότητα και την εξομάλυνση αυτών των αδικιών, δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια τα βήματα που έχουν γίνει δεν είναι αυτά που έπρεπε.

Το επάγγελμα μητέρα, σύζυγος νοικοκυρά, δεν έχει καθιερωθεί, δεν έχει εμπεδωθεί σωστά, ούτε καν στις συνειδήσεις ακόμα και των ίδιων των γυναικών. Ανάλογες περιπτώσεις είναι και οι γυναίκες αγρότισσες, όπως και οι γυναίκες κτηνοτρόφοι που η εργασία γι’ αυτές, είναι από το πρωί μέχρι την δύση του ήλιου.

Γυναίκες καριερίστες, επιστήμονες.

Σ’ αυτή την κατηγορία υπάρχουν σήμερα πολλές γυναίκες που έχουν αφήσει πίσω τους πολλές από τις υποχρεώσεις που υπαγορεύει το σπίτι και επιδίδονται ολοκληρωτικά και μόνο στην καριέρα τους και στην καθιέρωση τους ανάμεσα σ’ ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Το έχουν καταφέρει εν πολλοίς, με αντάλλαγμα όμως τις περισσότερες φορές να διαταράσσεται η ισορροπία στις προσωπικές τους σχέσεις. Πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες καταλήγουν στο τέλος μόνες. Μεγάλο κόστος γιαυτές αποτελεί η μητρότητα, γιατί είτε δεν παντρεύονται ή αν παντρευτούν δεν προλαβαίνουν να κάνουν παιδιά, αλλά κι όσες δημιουργούν κάποια οικογένεια, συνήθως περιλαμβάνει ένα μόνο παιδί. Ασφαλώς βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις  που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα, και οι τυχερές είναι εκείνες που τους το επιτρέπει τόσο η κοινωνική και η οικονομική τους κατάσταση, αλλά και η βοήθεια που μπορούν να έχουν, είτε από την οικογένειά τους είτε από επαγγελματίες βοηθούς.
Θεωρώ υγιέστατη την κατηγορία γυναικών που καταφέρνουν να συγκεράσουν τις επαγγελματικές με τις οικογενειακές υποχρεώσεις και μακάρι να ήταν αυτός ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Κακοποίηση των γυναικών

Ένα μεγάλο θέμα που απασχολεί ανέκαθεν τις σχέσεις ανδρών γυναικών είναι η κακοποίηση της γυναίκας. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μεγάλος αγώνας ενημέρωσης για να πεισθεί κάθε μία γυναίκα που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους φαινόμενα να καταγγείλει αυτές τις συμπεριφορές και να ασκήσει εννόμως τα δικαιώματά της. Εκείνο που χαρακτηρίζει την σιωπή της κακοποιημένης γυναίκας είναι ο φόβος, που έχει ασκηθεί εναντίον της, τόσο από το πρόσωπο που την κακοποιεί, όσο και από την απόρριψη που τυχόν φοβάται ότι θα έχει από τον περίγυρό της. Είναι συντριπτικά τα στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι η κακοποίηση λαμβάνει χώρα σε ανώτερα κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά στρώματα. Που σημαίνει ότι εδώ δεν παίζει κανένα ρόλο ούτε η μόρφωση, ούτε το χρήμα.
Πιστεύω ότι σ’ αυτό το θέμα τόσο η πολιτεία, όσο και οι ευαισθητοποιημένες ομάδες ανθρώπων, η εκκλησία, οι Δήμοι αλλά και πολλοί άλλοι φορείς έχουν μεριμνήσει ώστε να υπάρχει βοήθεια και συμπαράσταση και μάλιστα ουσιαστική για τις κακοποιημένες γυναίκες. Εναπόκειται λοιπόν στην θέληση τους να κοινοποιήσουν την περίπτωση τους και να αποφασίσουν να πάρουν την ζωή στα χέρια τους.

Η γυναίκα στην τέχνη: Ποίηση, λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, γλυπτική.

Η γυναίκα ανέκαθεν αποτελούσε μήτρα έμπνευσης για δημιουργία, με το πνεύμα της αλλά και με το σώμα της. Ο συνδυασμός και των δύο την έκανε και την κάνει πραγματικά ακαταμάχητη. Η παροιμία ότι πίσω από ένα ισχυρό και επιτυχημένο άνδρα, βρίσκεται πάντα μια γυναίκα είναι παγκόσμια αποδεκτή, γιατί αντικατοπτρίζει απόλυτα την πραγματικότητα.

Οι γυναίκες αποτέλεσαν μούσες για πολύ μεγάλους άνδρες καλλιτέχνες και δημιουργούς, όπως ο Πικάσο, ο Ρενουάρ, ο Νταλί, ο Φρόυντ, ο Ρίλκε, ο Αραγκόν, ο Νερούντα, ο Καζαντζάκης, ο Μπέκετ, ο Νίτσε, ο Μοντιλιάνι, ο Σαρλώ, ο Ελύτης, ο Λένον, ο Χεμινγουέι, ένας ατέλειωτος πραγματικά κατάλογος.

Παράλληλα όμως πολλές γυναίκες έχουν μπει με το σπαθί τους στο πάνθεον αθάνατων δημιουργών, επιστημόνων και καλλιτεχνών. Η Σαπφώ, η Υπατία, η Θεοδώρα, η Μεγάλη Αικατερίνη, η  'Εμα Γκόλντμαν, η Μαρία Κιουρί, η Μητέρα Τερέζα, η Ίντιρα Γκάντι, η Εβίτα Περόν, η Μάχη Παπανικολάου, η Σοφί Ζερμέν, η Αμέλια Ερχαρτ, η Βαλεντίνα Τερέσκοβα, η Μαρία Κάλλας, η Εντιθ Πιαφ, η Σιμον ντε Μποβουάρ, η Μέριλυν Μονρόε, η Κάθριν Χέμπορν, η Κοκό Σανέλ, η Ιζαμπελ Αλιέντε, η Φρίντα Κάλο, η Μάρθα Γκράχαμ και άλλες ων ουκ έστιν αριθμός.
  
Όπως σας είπε η Μαρία Ζάγκα, είμαι η Άννα Γαλανού – συγγραφέας.

Κάθε φορά που ξεκινώ να γράφω ένα καινούριο βιβλίο, αφουγκράζομαι πάντα τη ψυχή μου και δεν ξεχνώ ποτέ ότι τα συναισθήματα που νιώθω,  αποτελούν  τον καμβά της ζωής όλων μας.

Επίσης δεν ξεχνώ πως η αληθινή αγάπη αντέχει στον χρόνο, στην απόσταση και στη σιωπή.  

Σε όλα μου τα μυθιστορήματα σημαντικό και κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι γυναίκες οι οποίες αποτελούν και τις κεντρικές ηρωίδες των βιβλίων μου.

Η ηθοποιός Γιούλη Μαρούση θα σας διαβάσει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα βιβλία μου, αποσπάσματα που είναι αφιερωμένα στην σημερινή ημέρα, όμως πρώτα θα μου επιτρέψετε να σας βάλω στο κλίμα με μια μικρή περίληψη, για το καθένα τους.


Στο Πρώτο μου Βιβλίο - Αντιμέτωποι με το χθες, η ηρωίδα μου είναι ένα κοριτσάκι που μεγαλώνει στην επαρχία την δεκαετία του 1970. Οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες σε μια κοινωνία που δουλεύει για το μεροκάματο, κι αυτό όποτε το βρίσκει, που οι δρόμοι είναι ακόμα χωματόδρομοι, που οι ευκαιρίες για τα νεαρά κορίτσια είναι ελάχιστες, τα Γυμνάσια μακριά από τα χωριά και οι γονείς φοβισμένοι να δώσουν την έγκριση τους να φύγουν τα κορίτσια για να σπουδάσουν. Οι μοδίστρες ακόμα ράβουν με τις παλιές χειροκίνητες σίνγκερ και οι αστές μεγαλοκυρίες που φθάνουν κυρίως τα καλοκαίρια στα χωριά δεν καταδέχονται να ρίξουν μια ματιά πέρα από τα περιφραγμένα αρχοντικά τους.
Η ηρωίδα μου η Ερατώ κάνει την υπέρβαση και φεύγει από το χωριό, μετά από ένα άτυχο έρωτα. Φθάνει στην Αθήνα, όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα κάνει ένα απίστευτο αγώνα στην αρχή για να επιβιώσει, ενώ αργότερα θα μεγαλουργήσει, μεγαλώνοντας ταυτόχρονα με αξιοπρέπεια τον γιό της. Το βιβλίο περιγράφει γλαφυρά τον αγώνα που δίνει η ηρωίδα μου, η Ερατώ, ακόμα και με τον ίδιο της τον εαυτό ώστε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και να σταθεί όρθια. Είναι η προσπάθεια μιας γυναίκας την δεκαετία του ’70 να διεκδικήσει και να αποκτήσει την ισοτιμία και την αυτοπεποίθηση της. Συστατικά απαραίτητα για την ισορροπία της.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι διαχρονικό και οι συμβουλές από την δασκάλα Ευαγγελία, στην Ερατώ διατηρούν την αξία τους.
Απόσπασμα:

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΧΘΕΣ

Μεγάλη εμπειρία τα λόγια αυτής της γυναίκας, που δεν την άφηνε στιγμή από τα μάτια της. Ο ρόλος που είχε αναλάβει να παίξει, δεν ήταν απλός, ήταν ρόλος μέντορα.

‘’Δωρεάν μαθήματα ζωής’’, αποκαλούσε η Ευαγγελία όλες τις συμβουλές που έδινε στην Ερατώ.

»»Άνοιξε τα μάτια και τ’ αυτιά σου, γιατί το κάθε πράγμα έχει δυο όψεις. Μόνο αν το συνειδητοποιήσεις αυτό και ξεχάσεις ό,τι ήξερες μέχρι τώρα, μόνο τότε θα μπορέσεις να τα καταφέρεις στη ζωή σου.
Όλα έχουν τιμή, πουλιούνται ή αλλάζουν χέρια στη στιγμή. Δυστυχώς πολλές φορές αυτοί που πάνε μπροστά, αυτοί που φαίνονται να προκόβουν, που πετυχαίνουν το ακατόρθωτο, δεν είναι μόνο οι έξυπνοι και οι ικανοί. Τις περισσότερες φορές δεν είναι καν οι έντιμοι. Τους περισσεύει η θρασύτητα και η απληστία, η φαταουλιά που λέει κι ο πατέρας σου. Δεν μπορούν να διανοηθούν ότι θα ανήκουν στους χαμένους και προκειμένου να μη γίνει αυτό χρησιμοποιούν κάθε τρόπο. Προτιμούν να αρπάζουν, να κοροϊδεύουν, να εξαπατούν. Δεν τους πειράζει η μέθοδος, παρά μόνο το αποτέλεσμα.

»»Μην εμπιστεύεσαι κανένα. Είναι ένας από τους πρώτους και βασικούς κανόνες. Πολλοί, αμέσως μόλις θα μάθουν πια είσαι και τι έχεις από πίσω σου, θα έρθουν να σου σφίξουν το χέρι, να σου κτυπήσουν φιλικά τον ώμο και να σου πουν πόσο υπερήφανοι είναι που σε γνωρίζουν από κοντά. Θα τους χαμογελάς απλά, όμως μη ξεχάσεις ποτέ, πως κανένας απ’ όλους αυτούς δεν είναι φίλος σου. Θα πρέπει πάντα να θυμάσαι πως πριν από σένα δούλευαν σε κάποιο άλλο αφεντικό και είναι βέβαιο πως τα ίδια ακριβώς λόγια είχαν πει κι εκεί. Κάποιοι άνθρωποι Ερατώ μου δυστυχώς έτσι έχουν μάθει, έτσι επιβιώνουν, δηλώνοντας θαυμασμό και υποταγή στην εκάστοτε εξουσία.

»»Μη βιαστείς, καλούς ανθρώπους και πιστούς φίλους θα συναντήσεις στη ζωή σου. Αυτά τα πράγματα έρχονται μόνα τους, είναι η ροή των πραγμάτων που θα τους φέρει στο δρόμο σου. Να ξέρεις πως οι σχέσεις και οι φιλίες, που είναι αληθινές, είναι αυτές που έχουν διάρκεια στο χρόνο, που επιβιώνουν μετά από δοκιμασίες, που ωριμάζουν, που δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη».

Στο Δεύτερο Βιβλίο μου - Το παράπονο μου μια κραυγή, ηρωίδες είναι τέσσερις διαφορετικές γυναίκες. Κάθε μια από τη δική της πλευρά ζει και αντιμετωπίζει πολλά θέματα. Έρωτας – παρελθόν – αγώνας επιβίωσης – μέλλον.

Η Γκιουλ ερωτεύεται παράφορα τον Δημήτρη και κάνει ένα μεγάλο αγώνα ενάντια σε όλους για να κερδίσει την ευτυχία και να μείνει μαζί του για πάντα. Με τον δικό της τρόπο πράγματι αυτός ο έρωτας δεν τελειώνει ποτέ, μόνο ο θάνατος μπορεί να χωρίσει αυτούς τους δυο.
Η Ζεϊνέπ, που εκπροσωπεί το παρελθόν, λέει την δική της τραγική ιστορία που είναι και η σύνδεση δυο γενεών. Μια γυναίκα που κάνει υπερβάσεις, που δεν αναγνωρίζει τίποτα πέρα  από την πίστη της για κάθε τι το αληθινό, το μοναδικό. Είναι και αδελφή και μάνα και θεία και γενικά μια μεγάλη αγκαλιά για όλους τους πονεμένους.
Η Μαρία που ακολουθεί είναι γεμάτη πίστη και αφοσίωση, στοργή και φροντίδα. Είναι ταμένη να φυλάξει μυστικά, να αγωνιστεί για να προφυλάξει την Φωτεινή, το κοριτσάκι που οι δυο προηγούμενες γυναίκες της εμπιστεύονται. Ο αγώνας της δεν είναι μόνο αγώνας επιβίωσης αλλά ένα αλτρουιστικό παράδειγμα, μακριά από σκοπιμότητες και συμφέρον.
Η Φωτεινή τέλος είναι το μέλλον, φωτεινό όπως και τ’ όνομά της. Είναι η ασπίδα που εμποδίζει το παρελθόν να ρίξει το φθονερό του φως στο δρόμο της, είναι ο ήλιος που δεν μπορεί να τον κρύψει καμιά καταιγίδα, είναι η ελπίδα.
Τέσσερις γυναίκες που κουβαλούν όλες μαζί τον ίδιο σταυρό. Της απόλυτης αγάπης, της πίστης, της αφοσίωσης, της ελπίδας.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην κακοποίηση της γυναίκας.

Απόσπασμα:

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ

»» Γύρισε απότομα το κεφάλι του και την είδε να στέκει στο κεφαλόσκαλο, με την κοιλιά της να εξέχει σαν πρόκληση ζωής, μέσα από το κατακίτρινο φόρεμα που φορούσε. Με δυο δρασκελιές, ανέβηκε όλη τη σκάλα και τη βούτηξε από τα μαλλιά. Η Γκιουλ κρατιόταν γερά από το κάγκελο, όχι όμως για πολύ. Την τράβηξε με δύναμη και την έφερε προς το μέρος του. Προσπάθησε να την κλοτσήσει στην κοιλιά, όμως εκείνη διπλώθηκε, και το δυνατό του χτύπημα τη βρήκε στο αριστερό της χέρι. Παρέλυσε από τον πόνο.

«Θα σε σκοτώσω… αυτή τη φορά θα σε σκοτώσω».
Την τράβηξε απότομα και τη σήκωσε όρθια. Την ταρακουνούσε, ενώ την έβριζε μ’ όλη του τη δύναμη. Όσο λερωμένη ήταν η ψυχή του, άλλο τόσο βρόμικα ήταν και τα λόγια που της έλεγε. Η Γκιουλ σαν άψυχη κούκλα κουνιόταν πέρα-δώθε.
«Μίλα είπα, πες μου που είναι αυτός. Μίλα γιατί δεν θα γλυτώσεις από τα χέρια μου. Δεν θα φύγω από δω αν δεν καθαρίσω αυτή την ντροπή… Λέγε!» Άρχισε να τη χτυπά αλύπητα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, όπου έβρισκε.
Εκείνη είχε περάσει το χέρι της ανάμεσα από το κάγκελο, σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατηθεί από κάπου, όμως αυτός της το τράβηξε απότομα. Το χέρι της έσπασε σαν κλαράκι. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο αίματα. Την τραβούσε από το σπασμένο χέρι για να τη σύρει προς το μέρος του. Ο πόνος της θα πρέπει να ήταν τόσο μεγάλος, που νίκησε τη λιποθυμία της. Ούρλιαξε.

Ο Ορχάν την άφησε καταγής κι άρχισε να ψάχνει τα δωμάτια ένα προς ένα. Αναποδογύρισε κρεβάτια, πέταξε έξω τα ρούχα από τις ντουλάπες, άδειασε βρίζοντας τις βαλίτσες, ποδοπατούσε με μανία τα πάντα κι ύστερα πήγε στο άλλο δωμάτιο. Βρήκε την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο και κατέβηκε κάτω. Δεν υπήρχε κανείς. Βρίζοντας, ανέβηκε ξανά πάνω. Η Γκιουλ δεν είχε μετακινηθεί ούτε ένα εκατοστό από το σημείο που την είχε αφήσει. Την τράβηξε κι από τα δυο χέρια και την έσυρε προς τη σκάλα. Το σπασμένο της χέρι κρεμόταν σαν άψυχο και με τα νύχια της χάραζε γραμμές πάνω στο φρεσκογυαλισμένο παρκέ. Την έσυρε μέχρι την άκρη και μετά με μια κλοτσιά την έσπρωξε. Το κορμί της Γκιουλ άρχισε να κουτρουβαλάει στη σκάλα…

Ανέκφραστος εκείνος την παρακολουθούσε να κουτρουβαλάει, να κουτρουβαλάει, μέχρι που το χέρι της πιάστηκε στο κάγκελο για μια ακόμα φορά και σταμάτησε… Κατέβηκε τα σκαλιά και την κοίταξε. Μπορεί και να μην είχε πεθάνει, όμως δεν θα γεννούσε κανένα παιδί. Γι’ αυτό ήταν απόλυτα σίγουρος και την προσπέρασε με μια δρασκελιά.
  
Στο Τρίτο Βιβλίο μου - Οι Τρεις Φωτιές και οι τρεις κεντρικοί μου ήρωες είναι άνδρες, τρία αδέλφια… αλλά ο συνδετικός κρίκος και των τριών είναι μια γυναίκα, η μητέρα τους. Όλη η ιστορία του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το μεγάλο μυστικό, που όλοι ξέρουν και όλοι κρύβουν. Εκείνο που δεν ξέρουν είναι ότι πίσω από αυτό κρύβεται η Μαρίνα, η μητέρα τους.
Η Μαρίνα, μια μεγαλοαστή της σύγχρονης εποχής, καμουφλάρεται πίσω από τα χρήματά και την καλοπέραση της, πίσω από την μόρφωση και τις ανέσεις της, για να μην δείξει σε κανένα και ποτέ πως η προσωπική της ζωή είναι ένα μεγάλο μηδενικό. Πως η σχέση με τον άνδρα της και πατέρα των τριών αγοριών έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Κρύβει τα πάντα με αποτέλεσμα οι ζωές όλων τους να περάσουν από την μια στιγμή στην άλλη στην απέναντι όχθη και να κινδυνεύσουν να διαλυθούν. Μια γυναίκα που το πληρώνει ακριβά, όμως δυστυχώς όχι μόνο αυτή. 

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται σε ένα μονόπλευρο έρωτα, σ’ ένα έρωτα χωρίς ανταπόκριση που μοιάζει χωρίς ελπίδα. Όμως ποτέ δεν ξέρει κανείς… γιατί όπως λέω στο βιβλίο η αγάπη είναι αρρώστια κολλητική.

Απόσπασμα :

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

»» Το τελευταίο διάστημα η θλίψη την είχε καταλάβει ολοκληρωτικά κι όσο χαρούμενη κι άνετη έδειχνε προς τα έξω, άλλο τόσο κόλαση ήταν μέσα της. Αυτό κυριολεκτικά τη ‘σκότωνε’, η καθημερινή προσποίηση πραγματικά την εξουθένωνε. Δεν ήθελε να δώσει σε κανένα το δικαίωμα να την ρωτήσει το παραμικρό, πρώτον, δεν θα ήξερε τι να πει και δεύτερο, στα ψέματα δεν ήταν ποτέ καλή. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο δυσκολευόταν να φορά συνεχώς τη μάσκα της άνετης και χαρούμενης γυναίκας και ν’ αποφεύγει να σκέφτεται. Πολύ συχνά κατά τη διάρκεια της μέρας τα μάτια της έτρεχαν από μόνα τους χωρίς να μπορεί να το ελέγξει. Είχαν συσσωρεύσει, φαίνεται, πολλά κρυμμένα δάκρυα μέσα τους…

Η αγάπη και το απύθμενο πάθος που ένιωθε για τον Μάριο, είχε αρχίσει να γίνεται ασήκωτο τσουβάλι στη καρδιά της. Ήταν αγάπη χωρίς ανταπόκριση, χωρίς αντίκρισμα. Μάζευε τα ψίχουλα που της έδινε και προσπαθούσε να φτιάξει τη φέτα, αλλά δεν είχε καταφέρει να σχηματίσει ούτε καν μια μπουκιά. Μισούσε τον εαυτό της που ένοιωθε έτσι, όμως κάθε προσπάθειά της να φύγει, ν’ απομακρυνθεί από κοντά του έπεφτε στο κενό. Μια τρύπα ανοιχτή υπήρχε γύρω της και η Σάλλυ μόνο όταν ήταν μαζί του μπορούσε κι έβγαινε απ’ τον κύκλο του χάους.

Ο Μάριος με τη στάση του δεν της άφηνε ανοικτό κανένα παράθυρο ελπίδας. Την κοίταζε παραξενεμένος όταν του φερόταν αλλιώτικα, όταν ήταν έτοιμη για καυγά, ή του πήγαινε κόντρα με το παραμικρό. Πρέπει να είχε καταλάβει τα αισθήματά της, δεν ήταν χαζός. Μόνη της, εξάλλου, του είχε πει ότι τον αγαπούσε, κάτι που το ήξερε ήδη, που το έβλεπε κάθε στιγμή. Δεν ήξερε όμως πόσο μεγάλο ήταν το πάθος της γι’ αυτόν, δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί τον κρυμμένο της έρωτα!
Αμήχανος κι ανήμπορος να δεσμευτεί σε αισθήματα,  προτιμούσε ν’ απομακρυνθεί, να φύγει μακριά της. Κάθε φορά που έβλεπε τη φωτιά να καίει στα μάτια της και την ίδια αναμμένο σπίρτο, έτοιμο να εκραγεί, πάντα έβρισκε προφάσεις για να φύγει.
Όμως μέχρι που θα πήγαινε αυτό; Πόσο μπορούσε εκείνη ν’ αντέξει αυτή την μονόπλευρη αγάπη χωρίς καμία δέσμευση, χωρίς καμιά ανταπόκριση, χωρίς το μεγαλείο της αυταπάρνησης και της μεγαλοσύνης

»»Η Σάλλυ αναστέναξε βαθειά και φόρτωσε τις τσάπες και τα άλλα εργαλεία πάνω στο καρότσι. Το κουβάλησε στην αποθήκη που είχε στεγνώσει και μοσχοβολούσε καθαριότητα. Από τη πίσω πόρτα που έβλεπε δυτικά, είδε ότι ο ήλιος ίσα που φαινόταν πίσω από τις ψηλές λεύκες, δίπλα στο ποτάμι. Τα μάτια της την έτσουξαν άλλη μια φορά. Μελαγχολούσε στα ηλιοβασιλέματα, λάτρευε τις ανατολές και την ελπίδα που κουβαλούσαν μαζί τους. Έκλεισε τη πόρτα, έβγαλε τις γαλότσες της και προχώρησε αργά προς το σπίτι. Ίσως απόψε ερχόταν ο Μάριος, ίσως…


Στο Τέταρτο Βιβλίο μου - Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί, οι δυο κεντρικές ηρωίδες είναι η Άννα και η Λένια, μάννα και κόρη. Η Λένια είναι μια σπουδαία γιατρός, με περγαμηνές και ήδη πασίγνωστη, μέχρι που ερωτεύεται το παιδί του κυλικείου! Το θέμα μου εδώ δεν είναι ο έρωτας, αλλά οι ταξικές διαφορές που προκύπτουν από μια τόσο ανισομερή σχέση. 
Τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή μέχρι που κάποια στιγμή η Λένια διαβάζει το τετράδιο του πατέρα της. Ένα ημερολόγιο που περιγράφει την ζωή του από τότε που ήταν μικρό παιδάκι… και ξαφνιασμένη τριανταπέντε χρόνια μετά, βλέπει την δική της ιστορία να επαναλαμβάνεται μέσα από την αφήγηση του πατέρα της. Η μητέρα της δεν είναι η απλή γυναίκα που ζει στο νησί και ζωγραφίζει θαλασσόπετρες, ούτε ο πατέρας της αυτός που πιστεύει. Μια δυνατή ανατροπή την κάνει να μην μπορεί να βρει την λύτρωση που αναζητά, γιατί η φουρτούνα που σηκώνεται μέσα της αναποδογυρίζει τα πάντα. Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται…

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην ασφάλεια και στη θαλπωρή που παρέχει το σπίτι, η οικογένεια, οι γονείς και όλες οι όμορφες αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων.

 Απόσπασμα :

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΙ

»» Η Λένια άνοιξε τα μάτια της και χάθηκε μέσα στις δαντέλες της κουνουπιέρας, στο πίνακα με τα χρωματιστά κοχύλια στο τοίχο, στο κατάλευκο κουρτινάκι με τα βολάν και στη χαραμάδα από το παράθυρο που άφηνε να φαίνεται ένα κομμάτι γαλάζιου. Τι ήταν, θάλασσα ή ουρανός; Πάντα τη μπέρδευε αυτό, αλλά όταν άνοιγε διάπλατα το παράθυρο, τότε δεν είχε διάθεση για καμιά μαντεψιά.

Έκανε ένα χμμμμ ευχαρίστησης, γύρισε πλευρό και κουκουλώθηκε με το σεντόνι. Τα στρωσίδια μοσχοβολούσαν θαλασσινό αέρα και λουλούδια. Ούτε θυμόταν πόσος καιρός πέρασε από τη τελευταία φορά που ξύπνησε τόσο ήρεμα, που  μπόρεσε να χουζουρέψει πριν σηκωθεί... ‘’ και πάλι εδώ στο νησί ‘’, σκέφτηκε κι άλλαξε πλευρό για μια ακόμα φορά. Ύστερα από λίγο γύρισε ανάσκελα, τέντωσε όλο το κορμί της πάνω στο φαρδύ κρεβάτι παρατηρώντας τα δοκάρια της οροφής, που ήταν βαμμένα σ’ όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου, του μπλε και του τουρκουάζ. Όλα δημιουργίες του πατέρα της που του άρεσε τόσο ν’ ασχολείται μ’ αυτές τις μικρές  και όμορφες λεπτομέρειες. 

Από το σπίτι δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. ‘’Θα έχουν κατέβει στο κήπο’’, σκέφτηκε και με μιας πέταξε από πάνω της το σεντόνι και σηκώθηκε. Άνοιξε το παράθυρο της σοφίτας κι όλο το δωμάτιο πλημμύρισε από τον φωτεινό ήλιο του Αιγαίου. Η θάλασσα ήταν φουσκωμένη και γεμάτη από άσπρα κύματα που έμοιαζαν με πανιά καραβιών. ‘’Άραγε ξεχειλίζει η θάλασσα;’’ Ήταν μια σκέψη που την έκανε από μικρό κοριτσάκι και πάντα από το ίδιο ακριβώς σημείο που στεκόταν και τώρα. Χαμογέλασε. Θυμήθηκε τον εαυτό της μικρή με κοτσίδες, να στέκεται και να κοιτάζει το είδωλό της στο τζάμι της σοφίτας. Το δωμάτιο της δεν είχε καθρέπτη.

Ντυνόταν κοιτάζοντας το τζάμι. Γενικά στο σπίτι τους δεν είχαν καθρέπτες, παρά μόνο στο μπάνιο. «Γιατί;» ρώτησε κάποτε τον αδελφό της.
«Γιατί φέρνουν γρουσουζιά», της απάντησε σοβαρός κι από τότε η Λένια συμβιβάστηκε με το παράθυρο της σοφίτας.

Θυμήθηκε εκείνο το πρωί που έκοψε τις κοτσίδες της με το ψαλίδι της χαρτοκοπτικής κι ύστερα τις πέταξε στην αυλή. Η μητέρα της καθόταν σ’ ένα ψάθινο σκαμπό και σιγοτραγουδούσε αμέριμνη καθώς έφτιαχνε ένα πίνακα από πέτρες και κοχύλια. Μόλις είδε στα πόδια της τις κομμένες κοτσίδες της Λένια, τρόμαξε τόσο πολύ και μ’ ένα δυνατό «Θεέ μου, τι έπαθες κόρη μου;» άρχισε ν’ ανεβαίνει τρία τρία τα σκαλιά της σοφίτας. Βρήκε τη Λένια ξεκαρδισμένη στα γέλια και κακοκουρεμένη σαν κατσίκι.
«Γιατί έκοψες τις κοτσίδες σου;» την ρώτησε λαχανιασμένη με τη ψυχή στο στόμα.
«Οι Γαλλίδες δεν έχουν κοτσίδες…» της απάντησε αυτή με μικρομέγαλο ύφος «… κι εγώ θέλω να μοιάσω στην…» Σε ποια ηθοποιό της είπε, τώρα ούτε που θυμόταν, το χαστούκι όμως που έφαγε στη συνέχεια δεν το ξέχασε ποτέ. Ήταν το πρώτο και το τελευταίο χαστούκι που της έδωσε η μάνα της. «…κι αυτό όχι για τα μαλλιά, αλλά για τη τρομάρα που πήρα» της είπε κι έκανε να της μιλήσει τρεις ολόκληρες μέρες.

Κατέβηκε ξυπόλητη τη ξύλινη σκάλα και βρέθηκε στην ευρύχωρη κουζίνα. Πάνω στο πάγκο υπήρχε σκεπασμένη μια κατσαρόλα. Την άνοιξε κι έχωσε το πρόσωπό της μέσα. Ήταν κατσικίσιο γάλα, ζεστό ακόμα και μοσχοβολούσε. Γέμισε ένα ποτήρι το ήπιε μονορούφι κι ύστερα βγήκε στη βεράντα. Δεν ήταν όμως μέρα για να καθίσεις έξω. Φύσαγε πολύ, σχεδόν έκανε κρύο.
«Αχ μανούλα μου, πάντα θυμάσαι πόσο μου άρεσε το ζεστό κατσικίσιο γάλα», σκέφτηκε κι ανέβηκε ξανά στη σοφίτα, ξάπλωσε φαρδιά πλατιά στο κρεβάτι κι έσπρωξε πάνω στο μαξιλάρι τα μαλλιά της, σαν βεντάλια.
‘’Κάνω σαν μικρό παιδί’’ σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ήταν όμως και πάλι στο σπίτι της κι αυτό της άρεσε πολύ!


Το Σμαράγδι στη Βροχή είναι το πέμπτο μου μυθιστόρημα και ίσως το πιο χαρακτηριστικό για τη μέρα της γυναίκας. Η Νάντια είναι μια όμορφη λαϊκή τραγουδίστρια που εμφανίζεται ξαφνικά και ταράζει τα νερά της νυχτερινής Αθήνας του ‘60. Ο κόσμος τη λατρεύει, την αποθεώνει, όμως κανείς πραγματικά δεν ξέρει τίποτα για το παρελθόν της.
Ποια είναι στ’ αλήθεια ;
Πίσω από τη μαγική παρουσία της κρύβεται μια τραγική διαδρομή, μεγάλα μυστικά, ανείπωτες αλήθειες κι ένας μεγάλος έρωτας, ένα πάθος χωρίς προηγούμενο.
Ποια είναι η σχέση της με τη Σμαράγδα που για χρόνια περιπλανιέται στους δρόμους μιας χαμένης μνήμης κι ενός τραγικού παρελθόντος αναζητώντας την ταυτότητά της;
Τι ρόλο παίζει στη ζωή της η Ελμά μια από τις πιο διάσημες ρεμπέτισσες του Πειραιά;
Ο Άλκης, ο Ζαννής και ο Μενέλαος είναι οι άνδρες που κρατούν όλα τα κλειδιά για να ανοίξουν το παράθυρο της μνήμης και την πόρτα τη ζωή της.
Από τον Πειραιά της δεκαετίας του ‘40 και του ’50 στη λαϊκή Θεσσαλονίκη και στην αστική Αθήνα του ’60.
Μια τραγική ιστορία και μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές, αλλά κι ένας μεγάλος έρωτας που παλεύει για να βγει κερδισμένος μέσα από τη λύτρωση ενός πικρού παρελθόντος. Η ηρωίδα τελικά λέγεται Νάντια ή Σμαράγδα? Είναι κόρη της Ελμά ή την έχει υιοθετήσει και που την βρήκε? Ποια είναι η Ελμά? Ποια ήταν Νέλλη, ποια η Ναντιρέ? Ζουν? Η Πέρσα, γιατί να θέλει να καταστρέψει την Νάντια? Γυναίκες, γυναίκες, γυναίκες. Καθαρά γυναικείο βιβλίο που όμως κυριολεκτικά το λάτρεψαν οι άνδρες. Εδώ δεν υπάρχουν τόσα μυστικά, υπάρχει μόνο ένα σημάδι, ένα σημάδι που καθαρίζει τις μνήμες, που τους φωτίζει δρόμους, που κλείνει τις πληγές. Ένα σημάδι που δείχνει το μέλλον

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα κρεσέντο συναισθημάτων απόγνωσης. Πώς άραγε αισθάνεται κάποιος που χάνει ξαφνικά την μνήμη του, το παρελθόν του, τους οικείους του;

Απόσπασμα :

ΣΜΑΡΑΓΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Χωρίς μνήμη

Πώς άραγε να την έλεγαν; Ποια ήταν; Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Είχε γονείς, αδέλφια; Ναι, σίγουρα είχε! Έμεναν μαζί της κι άλλα άτομα και κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της, τα έβλεπε να περνούν σαν σκιές από μπροστά της. Θυμόταν τη μυρωδιά κάποιου άλλου παιδιού, που κοιμόταν μαζί της. Ποιο ήταν; Πώς το έλεγαν; Ήταν αδελφός, αδελφή; Αλλά και τις βελόνες πλεξίματος, που άκουγε όλη την ώρα να κτυπάνε μέσα στο κεφάλι της, ποιος τις κρατούσε; Τα μάτια της έτσουξαν από τη προσπάθεια που κατέβαλε για να θυμηθεί, όμως δεν τα κατάφερε. Απόλυτο κενό. Τώρα τα δάκρυα έτρεχαν σαν χοντρές σταλαγματιές από τα μάτια της και το κοριτσάκι ένιωθε τελείως αποκαμωμένο. Είχε χαθεί, δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της, δεν ήξερε να δώσει την παραμικρή πληροφορία για τους δικούς της. Πόσο θα στεναχωριόταν η μαμά της! Ξαφνικά και για ελάχιστα δευτερόλεπτα, την είδε μπροστά της κι ύστερα χάθηκε αμέσως. Ήταν όμως απόλυτα σίγουρη πως η μορφή που ‘’είδε’’, ανήκε στη μητέρα της! Χαμογέλασε, ίσως υπήρχε ακόμα ελπίδα… Ίσως αν κοιμόταν κι άλλο… Μπορεί όταν ξυπνούσε, να είχε γίνει το θαύμα και η μνήμη της να είχε επιστρέψει.
Έκλεισε τα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πολλές σκόρπιες εικόνες περνούσαν από μπροστά της, όμως καμιά δεν στεκόταν για πολύ στο μυαλό της, για να της δώσει τις απαντήσεις που έψαχνε. Ψαχούλεψε το κορμί της. Πάνω στο κοκαλιάρικο σώμα της μπορούσε να μετρήσει ένα ένα τα πλευρά της. Πρέπει να το έκανε συχνά αυτό, γιατί η κίνηση της φάνηκε γνώριμη. Ύστερα έβγαλε έξω τα χέρια της και τα κοίταξε καλά καλά. Ήταν καθαρά, πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. Είδε το σημάδι στο καρπό του δεξιού της χεριού και χαμογέλασε. Έμοιαζε σαν μια μεγάλη καφετί καρδιά που η άκρη της έφθανε μέχρι τον αντίχειρα. Αυτό το σημάδι το θυμόταν πολύ καλά, πρέπει να ήταν πάντα εκεί, πάντα στην ίδια θέση. Χαμογέλασε!
«Θα είσαι πολύ τυχερή στη ζωή σου καλή μου…», άκουσε μέσα στο μυαλό της μια γνώριμη φωνή κι αμέσως θυμήθηκε ότι αυτά τα λόγια τα άκουγε πολύ συχνά.


 ‘’Όταν φεύγουν τα σύννεφα’’, είναι το έκτο μου βιβλίο που θα κυκλοφορήσει στις 30 Μαρτίου.
Η Φανή και η Χριστίνα είναι δυο από τις κεντρικές του ηρωίδες που κρατούν και τον μύθο όλης της ιστορίας.
Γράφω στο οπισθόφυλλο…
Μπορεί το πεπρωμένο να κινεί τα νήματα του σύμπαντος, να καθοδηγεί τις ζωές μας και να χαράζει το μέλλον μας; Πόσο δύσκολο είναι να του ξεφύγει κανείς; Πόσο μακριά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος όταν διεκδικεί την αληθινή αγάπη;
Οι πέντε ήρωες του βιβλίου ακολουθούν μονοπάτια που ποτέ δεν είχαν φανταστεί.  Όλοι γράφουν τις ιστορίες τους, σε πρώτο πλάνο ‘’Όταν φεύγουν τα σύννεφα’’ και η ελπίδα ανατέλλει μαζί με την ζωή.

Θα κλείσουμε την βραδιά μας τρυφερά, με αγάπη και με έρωτα. Η Γιούλη Μαρούση θα σας διαβάσει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από το υπό έκδοση βιβλίο:


Απόσπασμα :

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Μέχρι να κατέβουμε στην ακρογιαλιά, είχε σουρουπώσει για τα καλά. Οι πρώτες σκιές της νύχτας άρχισαν να δίνουν επιτακτικό παρόν. Αφήσαμε το αμάξι στην άκρη της παραλίας και κρατώντας ο καθένας από ένα σακίδιο προχωρήσαμε προς το μεγαλύτερο αρμυρίκι. Δεν χρειαζόταν να στήσουμε σκηνή, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε έχοντας οροφή μας το στερέωμα. Απόψε είχε καινούριο φεγγάρι, μια νέα σελήνη που βγήκε διστακτικά, σαν μια φέτα πορτοκάλι. Τα μενεξελιά σύννεφα είχαν χάσει το χρώμα τους κι έγιναν γαλαζωπά στην αρχή κι ύστερα γκρίζα μέχρι που βούλιαξαν μέσα στη θάλασσα.
Απλώσαμε τα στρώματα και καθίσαμε αμίλητοι κοιτάζοντας την θάλασσα. Το φεγγάρι άρχισε να ψηλώνει στον ουρανό και η νύχτα έφθασε απότομα. Στην αρχή έμοιαζε σκοτεινή νύχτα, μέχρι που ντράπηκε μάλλον για τη φτώχεια της και σιγά σιγά άρχισε ν’ ανάβει τα λαμπιόνια των αστεριών της. Ο ουρανός μεταμορφώθηκε με μιας. Έμοιαζε μ’ ένα μεγάλο, φωτεινό και διαμαντοστόλιστο κεντίδι.   Την κρατούσα σφικτά αγκαλιασμένη, καθώς εδώ και ώρα είχε γύρει πάνω μου. Πρώτη αυτή ξεκίνησε να μουρμουρά το σκοπό από ένα παλιό, νοσταλγικό τραγούδι. Πού να φανταζόταν ότι ήταν από τα πιο αγαπημένα μου. Κρυφοχαμογέλασα όταν την άκουσα να τραγουδά την πρώτη στροφή.

Ένας ουρανός μ’ αστέρια
είναι η αγάπη η δική μας…

σταμάτησε απότομα και με κοίταξε με διερευνητικό βλέμμα
«Βοήθησε με, δεν θυμάμαι παρακάτω… το ξέρεις;»

Της φίλησα τα χείλη…

που δεν έχει στη ζωή μας
ούτε τέλος ούτε αρχή.
Ένας ουρανός
πάντα φωτεινός
ένας ουρανός μ’ αστέρια
πού έχει χίλια καλοκαίρια
φυλαγμένα στην ψυχή…

Όλα μου τα χρόνια δεν έμαθα να λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, όμως μαζί σου είναι η πρώτη φορά που το αισθάνομαι μέχρι τα τρίσβαθα της καρδιάς μου. Να το θυμάσαι πάντα. Εσύ είσαι η ζωή μου, το φως μου, το γέλιο μου, η ανάσα μου!»
Φιληθήκαμε βαθειά, φιληθήκαμε για ώρα…

Φίλοι κι φίλες η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας - διεθνής ημέρα των δικαιωμάτων των γυναικών, εορτάζεται στις 8 Μαρτίου κάθε έτους. Έχει τις ρίζες της στις διαμαρτυρίες, απεργίες και πορείες των γυναικών στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, που ζητούσαν ίσα δικαιώματα, καλύτερες συνθήκες εργασίας καθώς και δικαίωμα ψήφου. Θεσμοθετήθηκε το 1977 από τον ΟΗΕ, ο οποίος κάλεσε όλες τις χώρες του κόσμου να καθιερωθεί η συγκεκριμένη ημερομηνία ως μέρα γιορτής για τα δικαιώματα της γυναίκας.
Ο αγώνας των γυναικών δεν σταμάτησε όμως ούτε και πρόκειται να σταματήσει ποτέ και ξέρετε γιατί; Γιατί η γυναίκα είναι η μάνα των ανδρών, η κόρη τους, η αδελφή τους, η γυναίκα τους. Είναι η συνοδοιπόρος της ίδιας της ύπαρξης του κόσμου.

Σας ευχαριστώ πολύ

Κείμενο: Άννα Γαλανού http://apopseiskaieikones.annagalanou.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου