Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Παλιές μοδίστρες...

Λενιώ η μοδίστρα…

Να’ την είναι εκεί… σκυμμένη πάνω από το κρεβάτι, κοντούλα, με τα μαλλιά κουρεμένα αρκετά, για να μην πέφτουν τσουλούφια στα μάτια της.
Πάνω στο καλά τεντωμένο σεντόνι είναι απλωμένα τα ριζόχαρτα. Μπροστά μπροστά είναι τα μανίκια κι ακολουθούν το μπούστο και η φούστα. Ένα φόρεμα, κομμένο σε διάφανα κομμάτια χαρτιού.
Εκείνη τα κοιτάζει, υπολογίζει με το μάτι τις διαστάσεις και μετά παίρνει το τεφτέρι όπου πάνω έχει σημειωμένα με χονδρό μολυβάκι κάποια νούμερα. Διαβάζει, κοιτάζει και μετά παίρνει τη μεζούρα.
Ξαναμετρά! Οριζόντια κάθετα, διαγώνια… κι αναστενάζει ικανοποιημένη.
‘’Ούφ’’, λέει, ‘’όλα σωστά είναι’’


Μαζεύει τα χαρτιά προσεχτικά και πιάνει το διπλωμένο τσίτι. Το ανοίγει, το τινάζει και χώνει το κεφάλι της μέσα στο πανί για να ρουφήξει την μυρωδιά της ‘’καινουργίλας’’. Διπλώνει το ύφασμα ακριβώς στη μέση και το απλώνει πάνω στο κρεβάτι. Ξεχωρίζει από τα πατρόν εκείνο της φούστας, γιατί από την φούστα ξεκινά πάντα, αφού συνήθως το μπρος πίσω του φορέματος κόβεται ίδιο. Βάζει πάνω στο ύφασμα το ανάλογο ριζόχαρτο – πατρόν και με ένα μισολιωμένο σαπουνάκι σχεδιάζει προσεχτικά το περίγραμμα. Αχνά στην αρχή, πιο έντονα στη συνέχεια.
Ξανακοιτάζει προσεχτικά το ύφασμα και υπολογίζει που πρέπει να τοποθετήσει τώρα το πατρόν με τα μανίκια, που κι αυτά μπρος πίσω, ίδια κόβονται, μην τυχόν και της ξεφύγει κάτι και μείνει ανεκμετάλλευτο ύφασμα !

Έφθασε πια η ώρα…
Κάνει το σταυρό της και με το μεγάλο ψαλίδι, κάνει την πρώτη ‘’τομή’’. Ξανασταυρώνεται και συνεχίζει να κόβει πιο αποφασιστικά.

Με το σαπουνάκι της σχεδιάζει, το μπούστο, την πλάτη, τους γιακάδες, τους φιόγκους – αν υπάρχουν – τις ζώνες.

Τακτοποιεί με ευλάβεια τα κομμάτια του κομμένου πλέον υφάσματος σε μια άκρη κι όταν επιτέλους τελειώσει, αρχίζει και μουρμουρίζει ένα χαρούμενο σκοπό. 
Παίρνει το μαξιλαράκι με τις καρφίτσες, το βάζει βραχιόλι στο χέρι της, ενώ κάποιες τις σφηνώνει ανάμεσα στα χείλια της… για διευκόλυνση.
Ενώνει ένα ένα τα κομμάτια του υφάσματος με τις καρφίτσες και ύστερα από ελάχιστο χρόνο, ένα ακόμα φόρεμα αρχίζει να παίρνει μορφή.

Τώρα η μοδίστρα μας, τραγουδά δυνατά. Είναι ακόμα πιο χαρούμενη…
Βάζει το φόρεμα σε μια κρεμάστρα και το κρεμά στην πρόκα του τοίχου. Κάθεται και το κοιτάζει για λίγο… μπορεί και να βουρκώνει, ποιος ξέρει; Έχει περάσει τόσος καιρός που δεν το θυμάμαι αυτό…
Η προπολεμική σίγγερ της μάνας της, της γιαγιάς μου, είναι στη γωνία, δίπλα στο ανατολικό παράθυρο και κάτω από την παμπάλαιη εικόνα της ‘’Δευτέρας Παρουσίας’’

‘’Λενιώ, πότε θα είναι έτοιμο το φόρεμα της Φιφίκας; Έχουμε γιορτή την Κυριακή, μην το καθυστερήσεις, θα ‘ρθει κι ο γαμπρός, για να δει αν του αρέσει το κορίτσι μας…’’ 

Κείμενο : Άννα Γαλανού http://annagalanou.gr/