Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Αντιθέσεις - Στη ρωγμή του χρόνου...


Η δεξίωση του γάμου γινόταν σε μια από τις πλέον πολυτελείς αίθουσες των Αθηνών. Από το στολισμό και μόνο των τραπεζιών μπορούσε κάποιος να φανταστεί πόσο πλούσιος ήταν αυτός ο γάμος. Όλα ήταν πανάκριβα και λαμπερά. Τα τραπέζια ήταν όλα ροτόντες των έξι ατόμων ντυμένα με μεταξωτά τραπεζομάντηλα, τα ποτήρια ήταν από καθαρό κρύσταλλο και τα πιάτα από τη πιο φίνα πορσελάνη, όσο για τα μαχαιροπήρουνα όλα ασημένια και μάλιστα με υπογραφή!
Οι καλεσμένοι ήταν ανάλογης εμφάνισης. Οι γυναίκες φορούσαν υπέροχες μακριές τουαλέτες, πανάκριβα κοσμήματα και αξεσουάρ και οι άνδρες στην πλειοψηφία τους ήταν ντυμένοι με σμόκιν. 
Η ορχήστρα έπαιζε κυρίως ταγκό και η πίστα δεν άδειαζε σχεδόν ποτέ. 

Στο τραπέζι στην άκρη της δεξιάς γωνίας κάθονταν πέντε άτομα. Δυο μεσήλικα ζευγάρια και ένας νεαρός άνδρας, που ήταν από τους πρώτους που ήρθαν στην δεξίωση. Όταν μπήκε δεν συνόδευε καμιά κυρία. Ο μαιτρ τον οδήγησε στη συγκεκριμένη θέση, ενώ η καρέκλα δίπλα του παρέμενε κενή. Μπορεί να περίμενε και κάποιον άλλο, αλλά μπορεί και όχι, αφού το βλέμμα του ήταν στραμμένο διαρκώς στην πίστα και όχι στην πόρτα. Μάλλον δεν περίμενε κανένα. Οι συνδαιτυμόνες του, τα δυο ζευγάρια, ήταν απασχολημένοι ο καθένας με το ταίρι τους και δεν αντάλλαζαν κουβέντες με κανέναν από τους υπόλοιπους, ούτε καν ένα βλέμμα. Όλοι ήταν ξένοι, άγνωστοι μεταξύ τους.  

Ο νέος ήταν πολύ όμορφος με αμυγδαλωτά μάτια, με καθαρό λευκό δέρμα και κατάμαυρα μαλλιά. Στο παραδίπλα τραπέζι μια παρέα από γυναίκες που ήρθαν λίγο αργότερα, ‘’τον έτρωγαν’’, εδώ και ώρα με τα μάτια τους, όμως σαφώς η ‘’κοινωνική’’ τους θέση δεν τους επέτρεπε να κάνουν αυτές την πρώτη κίνηση. Ο νέος τις κοίταζε κι αυτός και τους χαμογελούσε, αλλά ως εκεί.
                                                       
Κάποια στιγμή στην αίθουσα μπήκε μια πανέμορφη νέα κοπέλα, που κατευθύνθηκε βιαστικά προς το τραπέζι των νεονύμφων. Ήταν πολύ ζωηρή και διαχυτική κι αφού τους φίλησε και τους ξαναφίλησε, ο εξυπηρετικότατος μαιτρ, την οδήγησε στο τραπέζι της, ακριβώς απέναντι απ’ αυτό του νεαρού. Προφανώς ήταν και αυτή μόνη, γιατί το ηλικιωμένο ζευγάρι και ο κύριος που την υποδέχτηκαν δεν μπορεί παρά να ήταν συγγενείς της. 

Πριν ακόμα καθίσει στη θέση της, δίπλα στην ηλικιωμένη κυρία, σ’ ένα γύρισμα των ματιών της είδε τον νεαρό που την κοίταζε με ενδιαφέρον. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο κι ύστερα η κοπέλα με θάρρος, πήρε την εσάρπα που είχε ακουμπήσει στην ήδη τραβηγμένη καρέκλα, ψιθύρισε κάτι στον μαιτρ, προφανώς ότι θα άλλαζε θέση  και το ίδιο έκανε και με τους συνδαιτυμόνες της που αμέσως κοίταξαν με ξεχωριστό ενδιαφέρον προς το μέρος του άλλου τραπεζιού. Μόλις είδαν τον νεαρό της χαμογέλασαν με κατανόηση και της κούνησαν ενθαρρυντικά το κεφάλι. Η κοπέλα  πλησίασε θαρρετά προς το μέρος του και κάθισε στην καρέκλα ακριβώς δίπλα του.

Σε λίγη ώρα μιλούσαν ήδη πολύ φιλικά, γελούσαν και τσούγκριζαν συνεχώς τα ποτήρια τους. Δειλά στην αρχή και με περισσότερη άνεση στη συνέχεια, ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τις αισθήσεις τους με ακραγγίγματα των χεριών τους, ενώ λίγο αργότερα με ακόμα περισσότερο θάρρος μιλούσαν σκυμμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Γιαυτούς φαινόταν σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος γύρω τους.

Πέρασε ακόμα λίγη ώρα. Η δεξίωση ήταν πια στο φόρτε της και η ορχήστρα έπαιζε ακόμα πιο έντονους ρυθμούς. Η πίστα ήταν γεμάτη κι οι περισσότεροι χόρευαν ακατάπαυστα. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και άρχισε να παροτρύνει τον νεαρό να σηκωθούν να χορέψουν κι αυτοί. Σχεδόν τον τραβούσε κι όσο αυτός αντιστεκόταν τόσο εκείνη τον παρακινούσε. Τελικά σ’ ένα παραπάτημά της, έπεσε στην αγκαλιά του, στην κυριολεξία σωριάστηκε πάνω του. Έβαλε τα γέλια, τον αγκάλιασε από το λαιμό, ενώ παρέμεινε καθισμένη στα πόδια του και ακολουθώντας τον ρυθμό της μουσικής άρχισε να χορεύει με το κορμί της κολλημένο πάνω στο δικό του. Η εικόνα ήταν άκρως σκανδαλιστική προκαλώντας πάνω τους περίεργα βλέμματα.  

Σε λίγο οι ρυθμοί της μουσικής χαλάρωσαν και η κοπέλα κάθισε ξανά στην καρέκλα της. Η κουβέντα τους συνεχίστηκε τώρα πια σε πιο χαλαρό τέμπο, με την κοπέλα να εξακολουθεί να είναι πάντα το ίδιο διαχυτική.

Κάποια στιγμή ο νεαρός έσκυψε κάτω από το τραπέζι και έβγαλε δυο πατερίτσες. Ανασηκώθηκε με κόπο από τη θέση του και τις έβαλε κάτω από τις μασχάλες του. Για να μπορέσει να περάσει ανάμεσα από τα καθίσματα ψιθύρισε πολλά συγνώμη, τόσο στους συνδαιτυμόνες του, όσο και στην κοπέλα που τον κοίταζε με μάτια τεράστια από την έκπληξη. Έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Κοίταζε έντρομη τον νέο που κινιόταν με δυσκολία προς τη μεριά του φουαγιέ, μέχρι που τον έχασε τελείως από τα μάτια της. Όμως το βλέμμα της παρέμεινε εστιασμένο εκεί, στο ίδιο σημείο, μέχρι τη στιγμή που τον είδε να επιστρέφει και πάλι στο τραπέζι με τον ίδιο άτσαλο βηματισμό. Όλοι ανασηκώθηκαν αμέσως για να του κάνουν χώρο να περάσει και να καθίσει.

Με πιο έντονη φωνή και αδιαφορώντας για το αν τους άκουγαν όλοι, άρχισε τον ρωτάει τι του έχει συμβεί κι αν έχει πάθει πρόσφατα κάποιο ατύχημα. Ο νεαρός την κοίταζε περίλυπα σοβαρός και της εξήγησε ότι έχει εκ γενετής ένα κινητικό πρόβλημα, που όμως αυτό δεν τον εμποδίζει καθόλου να ταξιδεύει, να ασκεί το επάγγελμά του, να διασκεδάζει, να κάνει σεξ και να λειτουργεί απόλυτα φυσιολογικά. Το μόνο που δεν θα μπορούσε ποτέ του να κάνει ήταν να τρέξει και να χορέψει.

Το πρόσωπο της νεαρής έγινε αμέσως μια παγωμένη μάσκα και ο διακόπτης της επικοινωνίας τους σαν να έπεσε αμέσως. Πιθανόν το απότομο κλατς του να ‘’ακούστηκε’’ σ’ ολόκληρη την αίθουσα!

Σε λίγη ώρα ο νεαρός έχει μείνει και πάλι μόνος του. Η κοπέλα έχει επιστρέψει στη θέση της και μάλιστα με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του, ενώ εκείνος χαμογελούσε πικρά.
Άραγε ποιος ξέρει πόσες φορές είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε, την ίδια ακριβώς αντίδραση!

Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html