Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Ήλιος και Έρωτας


Καλοκαίρι! Έρωτες που ξεκινούν πάνω στα ζεστά βότσαλα, μουσικές που στέλνουν οι καρδιές στα διαφανή σύννεφα του πρωινού, στο χάραγμα μιας ακόμα μέρας που ανατέλλει ανυποψίαστη.

Μια τέτοια μέρα βγήκε διστακτικός μέσα από τη θάλασσα ο ήλιος, έπαιξε για λίγο ντροπαλά με τα χρυσά μαλλιά της Βασιλικής, ξέρανε το αλάτι στα μπράτσα της κι αμέσως σαν την είδε ν’ ανοίγει τα μάτια της και να τον κοιτά καταπρόσωπο χωρίς φόβο και δισταγμό, την ερωτεύτηκε.

Άμαθος ήταν στον έρωτα, δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί και αμέσως έψαξε σύννεφο να κρύψει τη φλόγα που άρχισε να τον καίει. Δεν ήθελε βλέπεις να δείξει ότι δεν ήξερε τα καμώματα του μικροσκοπικού θεού, του Έρωτα, που αιώνες τώρα τον έβλεπε να γυροφέρνει από δω κι από κει με το βέλος του, να τρυπά καρδιές και να εξαφανίζεται σχεδόν αμέσως.

Και του το είχε πει κάποτε… ‘’Θα ‘ρθει κι η σειρά σου ήλιε και τότε δεν θα ξέρεις που να κρυφτείς’’. Μα ο ήλιος περήφανος και τολμηρός έριξε τότε πάνω του την πιο καυτή του ακτίνα, για  να τον τιμωρήσει καίοντας τον… Ακόμα θυμόταν το ειρωνικό του γέλιο σαν πέταξε πιο γρήγορα κι από το φως και κρύφτηκε στη καρδιά ενός παλικαριού.
Τώρα όμως! Αχ, πώς κατάφερε και τον βρήκε με το τόξο του, μήπως τον παραφύλαγε; Ίσα που τόλμησε να ξεμυτίσει από τη θάλασσα και μπλέχτηκε μέσα στο απλωμένο χρυσάφι των μαλλιών της κοπέλας.

Η Βασιλική αναδεύτηκε καθώς ένοιωσε το χάδι του ήλιου στο πρόσωπό της. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και τον είδε, ίδιο με πύρινη μπάλα στην άκρη της θάλασσας. Του χαμογέλασε με αγάπη και τα πράσινα μάτια της έγιναν τεράστια από την έκπληξη σαν τον είδε να κάνει μια μεγάλη τούμπα και να κρύβεται πίσω από το μικρό λόφο δεξιά της. Ανασηκώθηκε και περίμενε. Σε λίγο τον είδε που ξεμύτισε και πάλι, αλλά μόλις το χαμόγελο της έγινε ξεφωνητό χαράς, ο ήλιος κρύφτηκε ξανά. Η καρδιά του άρχισε να λιώνει από έρωτα, οι ίδιες οι πύρινες φλόγες του άρχισαν να τον καίνε και τα δάκρυα της ψυχής του έγιναν μικρές λαμπερές κουκίδες που γέμισαν τον ουρανό.

Η Βασιλική ξαφνικά είδε με έκπληξη πολλούς ήλιους, αμέτρητους, να τρέχουν αλαφιασμένοι πάνω κάτω στον ουρανό κι ύστερα να γίνονται ηλιόσκονη και να πέφτουν στη γη. Τα μαλλιά της γέμισαν ήλιους… η ίδια έγινε ήλιος και ενώθηκε με τους άλλους.
Ξαφνικά βρέθηκε να ταξιδεύει στο κέντρο του ουρανού και να βλέπει όλο τον κόσμο σαν μια μικρή γαλαζωπή μπάλα, ίσα στην άκρη του σύμπαντος. Ο ήλιος την τράβηξε κι άλλο στην αγκαλιά του, ακόμα πιο δυνατά, με μεγαλύτερο πάθος κι η Βασιλική αφέθηκε στη ζεστασιά και στην αγάπη του.

Χαμογέλασαν στον Θεό Έρωτα που τους κοίταζε περιπαιχτικά. ‘’Νόμιζες δεν θα τα κατάφερνα με σένα, έ;’’ είπε στον ήλιο. ‘’Τώρα πρέπει να παραδεχτείς πως η δύναμη μου είναι μεγαλύτερη από τη δική σου. Είμαι πιο μεγάλος Θεός, ο μεγαλύτερος’’, συνέχισε να τον προκαλεί. Ο ήλιος όμως αντί να θυμώσει και να τον κυνηγήσει, του χαμογέλασε και φίλησε με πάθος τη Βασιλική.
Κανένας δεν μπορεί να σου αντισταθεί Έρωτα’’, του είπε και συνέχισε το ταξίδι του πάνω στον απέραντο ουρανό, καλωσορίζοντας το καλοκαίρι που έσκαγε μύτη από την άκρη της θάλασσας.

Καλό καλοκαίρι σε όλους

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Παρουσίαση του βιβλίου μου στο Ρέθυμνο, από τον φιλόλογο και Δρ του Πανεπιστημίου Κρήτης κύριο Μανώλη Καμπανάκη.



Το κεντρικό θέµα του µυθιστορήµατος είναι ο δυνατός αλλά και βασανιστικός έρωτας δύο νέων, τους οποίους ενώνουν τόσα πολλά, και περισσότερο απ’ όλα µια πανίσχυρη αγάπη, τους χωρίζει όµως το βαθύ χάσµα της κοινωνικής τους θέσης:  
Εκείνη, η Λένια ή Λένικα «όπως την έλεγε ο πατέρας της» ανερχόµενη γιατρός, «βοηθός ενός από τους πλέον γνωστούς και φηµισµένους γιατρούς µε µεγάλη πελατεία, πολλά ραντεβού και πολλά, πάρα πολλά, συνέδρια» (γράφει η συγγραφέας), µεγαλωµένη χωρίς στερήσεις, «στα πούπουλα», µε σπουδές, µόρφωση, φιλοδοξίες και κοινωνική επιφάνεια ανάλογη του κοινωνικά αναγνωρίσιµου επαγγέλµατός της.  
Εκείνος, ο Φίλιππος, ορφανός από τα δώδεκά του, αφού έχασε τους γονείς του σε κάποιο τροχαίο, µεγάλωσε µέσα στη δυστυχία και τις στερήσεις. Υπάλληλος κυλικείου, καφετζής, χωρίς µόρφωση και βέβαια κοινωνικά υποδεέστερος της Λένιας, όπως επιβάλλουν οι παράλογες αντιλήψεις της κοινωνίας µας, που αξιολογεί, επιβραβεύει ή αντίστροφα αποδοκιµάζει τους ανθρώπους µε εξωτερικά κριτήρια (καταγωγή, επάγγελµα, χρήµα) αντί να τους αποτιµήσει ερµηνεύοντας την ψυχή τους, εστιάζοντας στα συναισθήµατά τους, προκρίνοντας το πραγµατικό είναι και όχι το απατηλό φαίνεσθαι.  
Στην περίπτωση του Φίλιππου, η συγγραφέας µας παρουσιάζει έναν άνθρωπο χαµηλής κοινωνικής προέλευσης µε αρετές και συναισθήµατα όµως που τον κατατάσσουν σε πολύ ψηλότερη θέση στη συνείδηση του αναγνώστη σε σύγκριση µε τους δήθεν πολιτισµένους εκπροσώπους της υψηλής κοινωνίας, οι οποίοι περιγράφονται µέσα από τις σελίδες του βιβλίου να διέπονται από ταπεινά πάθη, υποκρισία και υστερόβουλα κίνητρα. Δείγµα πολιτισµού του ενός εκ των δύο κεντρικών ηρώων η αγάπη και η ενασχόλησή του µε τη ζωγραφική, ως προσωπική ανάγκη εκτόνωσης, έκφρασης, εξωτερίκευσης των συναισθηµάτων του. Το θέµα της καλλιτεχνικής του δηµιουργίας: H αγαπηµένη του Λένια.

Ακούστε ένα απόσπασµα:
Γιατί όλοι αυτοί οι πίνακες είχαν το ίδιο θέμα. Τη Λένια! Να γελά, να είναι σοβαρή, κατσούφα, ναζιάρα, σκυθρωπή, παιχνιδιάρα, αδιάφορη, να κάνει γκριμάτσες, να είναι αυστηρή κι ύστερα πάλι να γελά… Το καλύτερο ενσταντανέ ήταν αυτό που με τα δυο της χέρια έκρυβε το πρόσωπό της και σούφρωνε τη μύτη της… Ένας υπέροχος πίνακας, γεμάτος κίνηση. 

Ο έρωτας του ζευγαριού δοκιµάζεται από αυτόν τον κοινωνικό ρατσισµό που βιώνουν οι δύο ερωτευµένοι. Χωρισµοί και ανταµώµατα χαρακτηρίζουν τη σχέση τους, που ακροβατεί στην τραγικότητα των διληµµάτων: κοινωνικός καθωσπρεπισµός ή υποταγή στο ερωτικό συναίσθηµα, συµµόρφωση στη φωνή της λογικής που θεωρεί το δεσµό αυτό αταίριαστο ή υπακοή στο κάλεσµα της ψυχής, η οποία δεν θεωρεί καµιά αγάπη ακατάλληλη. Τραγικά πρόσωπα λοιπόν οι δύο ερωτευµένοι. Λιγότερο ο Φίλιππος που εισπράττει την αποδοκιµασία από τον κοινωνικό κύκλο της αγαπηµένης του, περισσότερο όµως η Λένια, που βιώνει τη βίαιη πάλη ανάµεσα στον έρωτά της και τις αντιλήψεις του κύκλου της, την επαγγελµατική της θέση και σταδιοδροµία, τις φιλοδοξίες της. Είναι εκείνη που αγωνίζεται να χωρέσει στον ασφυκτικό της κόσµο µια αγάπη που στραγγαλίζεται από το βρόχο των προκαταλήψεων.

Μας αφηγείται η συγγραφέας:
Με το που γνώρισε όμως τον Φίλιππο κατάλαβε αμέσως ότι μαζί του τέλειωσε η εποχή των αναζητήσεων καινούριων ερωτικών ξαφνιασμάτων, του δήθεν ενθουσιασμού και η αναμονή ενός μεγαλύτερου έρωτα. Τον είχε βρει πια, ήταν δικός της, ο μοναδικός έρωτας της ζωής της. Δεν θα μπορούσε ν’ αγαπήσει ποτέ και κανέναν περισσότερο απ’ αυτόν. Ο Φίλιππος ήταν το απόλυτο πάθος της, κυριαρχούσε στο μυαλό και στο κορμί της και η σκέψη του δεν έφευγε ούτε λεπτό απ’ το μυαλό της.
Και τι κατάφερες στο τέλος; Τον έδιωξες! Με την αλαζονεία και τη στενομυαλιά σου, τον έκανες να αισθάνεται ασήμαντος και μηδαμινός. Ο Φίλιππος δεν αποτελούσε ποτέ αξεσουάρ σου, και όσο κι αν σ’ αγαπούσε, γιατί σ’ αγαπούσε πολύ και το ήξερες, δεν θα μπορούσε να μείνει μαζί σου μετά από κείνο το βράδυ.
Ένιωθε χωρισμένη στα δύο. Από τη μια σκεφτόταν ότι δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα, όμως ούτε και ισορροπία θα μπορούσε να υπάρξει στη ζωή τους αν αισθανόταν αποκλεισμένη από το κοινωνικό στάτους που με κόπο είχε κατακτήσει.
Από την άλλη όμως η καρδιά της πονούσε και της έλεγε πως έκανε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της εκείνο το βράδυ που άφησε τον Φίλιππο να φύγει μακριά της. Πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί αφέθηκε κι επηρεάστηκε τόσο πολύ από τα λόγια και τα κακεντρεχή σχόλια ανθρώπων που δεν σήμαιναν τίποτα γι’ αυτήν. Γιατί δεν προστάτευσε την αγάπη της; Περίμενε ότι περνώντας ο καιρός ο πόνος θα μαλάκωνε και τα αισθήματά της θα ημέρευαν. Όμως είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο… και τότε άρχισε να τον ψάχνει παντού σαν τρελή και, όταν δεν βρήκε κανένα ίχνος του, άρχισε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.

Τα τραγικά διλήµµατα της ηρωίδας διαλύει µια δραµατική αποκάλυψη: Στη Λέρο, το νησί απ’ όπου κατάγεται και στο οποίο καταφεύγει, για να δραπετεύσει από το βασανιστικό έρωτά της συνειδητοποιεί την καταγωγή της. Μέσα από τις σελίδες ενός τετραδίου του πατέρα της ανακαλύπτει την τσιγγάνικη προέλευσή της. Στο κεντρικό πραγµατικά εξαίσιο κοµµάτι του µυθιστορήµατος η συγγραφέας µάς ξετυλίγει µέσα από την αφήγηση του Πέρσαλφ, όπως ήταν το πραγµατικό όνοµα του πατέρα της Λένιας, πριν γίνει Περικλής, ένα κόσµο που ποτέ µας δεν είχαµε φανταστεί. Περιγράφεται η ζωή των τσιγγάνων µε τόση παραστατικότητα, τέτοια βαθιά γνώση των ηθών και των εθίµων τους, που πραγµατικά µας εντυπωσιάζει. 

Η αφήγηση αυτή προσδίδει στο βιβλίο της Άννας Γαλανού την αξία της κοινωνικής παρατήρησης, άψογα και αρµονικά συνταιριασµένης µε τη µυθιστορηµατική µυθοπλασία. Περιγράφονται µε ενέργεια και υψηλή αφηγηµατική τέχνη οι χαρές και οι λύπες, οι πόνοι και τα βάσανα, η αγάπη για τη ζωή, η πάλη µε το θάνατο, η λατρεία της φύσης και η σύγκρουση µε τα στοιχεία της, το πανηγύρι και το µοιρολόι και τόσες άλλες αντιφατικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την τόσο παρεξηγηµένη ιδιόµορφη φυλή των Ροµά. Πληροφορούµαστε για έθιµα των τσιγγάνων όπως το λογοδόσιµο των µικρών παιδιών, τις γιορτές και τα πανηγύρια τους, τις ενασχολήσεις τους, τις απόψεις τους για την ταφή και το θάνατο. Παράλληλα συγκλονιζόµαστε από το ρατσισµό που βιώνουν, τον αγώνα τους για επιβίωση, τις στερήσεις και τις κακουχίες τους, οι οποίες δικαιολογούν την επαιτεία, την κλοπή και την απάτη (π.χ. χειροµαντεία), που θεωρούνται αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της φυλής τους.

Ακούστε ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασµα:
Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά εκείνο τον καιρό. Αυτό που δεν πρόκειται ποτέ μου να ξεχάσω είναι οι βαρυχειμωνιές που έκανε εκείνα τα χρόνια και το κρύο, που δύσκολα μπορούσες να το υποφέρεις. Μέρες ατέλειωτες και νύχτες σκοτεινές, σιωπηλές και κρύες.
Ήμασταν κουρνιασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, αναζητούσαμε τη ζεστασιά, με τη φωτιά να καίει πάντα μέσα στον τενεκέ. Σχεδόν ακουμπούσαμε στον τσίγκο, μόνο και μόνο για να κλέψουμε λίγη παραπάνω ζέστα. Νηστικοί για μέρες και άρρωστοι τις περισσότερες φορές. Ο χειμώνας δεν μας άφηνε περιθώρια, ήταν πάντα πολύ σκληρός μαζί μας.
Τα λίγα πράγματα που έφερναν οι γυναίκες απ’ τα χωριά, κυρίως ξερό ψωμί και πατάτες γεμάτες πράσινες φύτρες, ίσα που μας κρατούσαν στη ζωή, μαζί με τον καθημερινό χυλό που φτιάχναμε από καλαμπόκι.
Το γάλα στέρευε από τον κόρφο των γυναικών, τα μωρά έκλαιγαν ασταμάτητα, πεινούσαν. Όλοι πεινούσαμε.
Οι άντρες πήγαιναν γύρα στα χωριά με τις πραμάτειες περασμένες στους ώμους τους και τις περισσότερες φορές γυρνούσαν πίσω απογοητευμένοι, γιατί με τέτοιο καιρό κανένας χωρικός δεν αγόραζε τίποτα.
Θυμάμαι ένα χειμώνα που κουβαλούσε μαζί του πολύ βαρύ κρύο. Μας βρήκε σ’ έναν κάμπο. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι δεν έβλεπες παρά πεδιάδα. Ούτε καν υποψία για θάλασσα ή για βουνό. Μια ατέλειωτη γυμνή πεδιάδα απλωνόταν μπροστά μας, γεμάτη κρυμμένο θάνατο.
Προχωρούσαμε αργά. Οι γέροι κοντανάσαιναν, ενώ τα παιδιά μαζεύαμε τα κοκαλιασμένα δάχτυλά μας βάζοντάς τα στις τρύπες της μπλούζας μας, μπαλώνοντάς την έτσι με το ίδιο μας το κορμί.
Όλοι βαδίζαμε αμίλητοι, σκυθρωποί και κρουσταλλιασμένοι. Τα βήματά μας ήταν αργά, ίσα που σερνόμασταν. Τα χωριά που περνούσαμε ήταν αφιλόξενα, μας έδιωχναν, οι κάτοικοί τους μας απειλούσαν με τους χωροφύλακες. Τα παιδιά έκλαιγαν κι οι μεγάλοι τα κοίταζαν χωρίς να έχουν πια δύναμη να τους πουν έναν ζεστό λόγο παρηγοριάς.

Βέβαια, στην περιγραφή αυτή της ζωής των Ροµά κυριαρχεί η εικόνα του ελεύθερου, αδέσµευτου από συµβάσεις τσιγγάνου. Μας θυµίζει τον τσιγγάνο σύµβολο ελευθερίας που επέλεξε ο Παλαµάς για να διατυπώσει το Δωδεκάλογο του Γύφτου στο γνωστό ποίηµά του.

Μας λέει ο φυλακισµένος Πέρσαλφ:
Ήμουν όμως απόλυτα σίγουρος ότι αυτά που του ζήτησα θα μου τα έφερνε. Δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Κι αυτός, όπως κι εγώ, φυλακισμένος ήταν, αλλά μάλλον ούτε που του περνούσε από το μυαλό κάτι τέτοιο. Όργανο, έτσι τους έλεγαν οι ανώτεροί τους και έτσι ήταν! Υπάκουοι, διαφορετικά δεν θα έπαιρναν ποτέ προαγωγή. Αυτό ήταν το κίνητρο για να μην μπορούν να ξεφεύγουν ποτέ από ένα πρωτόκολλο που δεν τους άφηνε το παραμικρό περιθώριο ελευθερίας. Μακάρι να μπορούσα να του πω ότι η μόνη διαφορά που είχαμε εμείς οι δυο ήταν η στολή του μόνο και τίποτα άλλο… Ίσως μάλιστα η δική μου θέση να ήταν και καλύτερη από τη δική του, γιατί εμένα δεν με είχε υποδουλώσει κανένα σχολειό, δεν με είχε συμμορφώσει καμιά θρησκεία, δεν ήμουν χειροκροτητής πολιτικών, δεν χρειάστηκε ποτέ κανείς τη γνώμη μου…
Μέχρι τώρα είχα ζήσει ελεύθερος ως άνθρωπος. Μπορούσα να παρακολουθώ τα σύννεφα και να μαντεύω τις καταιγίδες. Ήξερα να διαβάζω τ’ αστέρια και να ξεχωρίζω τις λύπες και τις χαρές. Αφουγκραζόμουν τις φωνές των ζώων και των πουλιών κι είχα διασχίσει σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την Ελλάδα… Ήξερα κάθε βουνό και κάθε κάμπο της, κάθε ρεματιά και κάθε χωριό της, αγάπησα και αγαπήθηκα κάτω απ’ τον ουρανό της, πάνω στο χώμα της… κι ήξερα να διαβάζω την αγάπη κάθε φορά που μετρούσα τους χτύπους της καρδιάς μου…

Θέµα της ιστορίας σε αυτή την παρέµβλητη αφήγηση, είναι η καταγωγή του πατέρα της Λένιας και ο απαγορευµένος έρωτας του ίδιου και την µητέρας της Άννας, ενός ροµά και µιας µπαλαµής. Πολύ επιτυχηµένο από σηµειολογική άποψη το τέχνασµα της συγγραφέως να παρουσιάσει την πρώτη συνάντηση των δύο µετέπειτα παράνοµα ερωτευµένων στις γραµµές ενός τρένου, οι οποίες κινούνται παράλληλα χωρίς να µπορούν να ενωθούν. 

Ακούστε το σχετικό χωρίο:
Στη φύση δεν υπάρχουν παράλληλες γραμμές, αυτές είναι δημιουργήματα των ανθρώπων. Τις έφτιαξαν κάτι απίθανα μυαλά με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη συναντιούνται και να μη διασταυρώνονται ποτέ μεταξύ τους. Ο σχεδιασμός έγινε επί τούτου, πάντα τον θεωρούσα συμβολικό.
Όταν συνάντησα την Άννα για πρώτη φορά στις γραμμές, αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Έδιωξα όμως αμέσως μακριά το συνειρμό αυτό που έκανε το μυαλό μου κι ούτε που τον ξανασκέφτηκα όσο καιρό ήμασταν μαζί. Τώρα λέω, ήταν άραγε τυχαίο που συναντηθήκαμε εκεί; Αφού πάντα πίστευα ότι στη ζωή τίποτα δεν γίνεται στην τύχη!
Τελικά πράγματι κάτι σήμαινε. Ίσως οι γραμμές να ήταν ο μόνος κοινός δρόμος που μπορούσαμε να περπατήσουμε μαζί, άλλωστε κάθε φορά που φτάναμε στο τέρμα του, χώριζαν πάντα οι δρόμοι μας. Έτσι άρχισε κι έτσι τέλειωσε.

Πέρσαλφ και Άννα λοιπόν. Πρόκειται για µια ερωτική ιστορία που εξιστορείται ενδιάµεσα και παράλληλα µε αυτήν του Φίλιππου και της Λένιας. Είναι σαφώς πολύ περισσότερο δυνατή και συγκλονιστική και η αποκάλυψή της θα καθορίσει τη µοίρα των τελευταίων. Τραγικά πρόσωπα οι δύο πρωταγωνιστές, συγκρούονται µε τις κοινωνικές ιδεοληψίες σε πολύ µεγαλύτερο βαθµό από τη Λένια και το Φίλιππο. Ο έρωτας ενός τσιγγάνου και µιας εύπορης λευκής ήταν, είναι και θα είναι δυστυχώς κατακριτέος ακόµα και στις φαινοµενικά και υποκριτικά εξελιγµένες και φιλελεύθερες κοινωνίες. Ο Πέρσαλφ και η Άννα ερωτεύονται παράφορα, ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης και ζουν τον έρωτά τους µέχρι να τους χωρίσει η αναµενόµενη κοινωνική απαγόρευση µιας τέτοιας άπρεπης σχέσης. Εκφραστής της είναι ο πατέρας της Άννας.  Μετά από δραµατικές εξελίξεις, ανατροπές και περιπέτειες οι δύο ερωτευµένοι αποµακρύνονται προσωρινά.  Εκείνη, έχοντας τον εκτός γάµου παράνοµο καρπό του έρωτά της, τον Κωνσταντίνο, βρίσκεται εξαναγκαστικά παντρεµένη σε συµβατικό γάµο µε τον αρκετά µεγαλύτερό της απόστρατο Διονύση, έναν βίαιο, υποχθόνιο άνθρωπο, πηγή βασάνων και δυστυχίας για την Άννα και το παιδί της. Εκείνος φυλακισµένος, αποφασίζει να γράψει το τετράδιο που η κόρη του Λένια θα διαβάσει χρόνια αργότερα. Η ιστορία των δύο ερωτευµένων θα έχει αίσιο τέλος, ωστόσο η πλοκή που θα οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσµα έχει υφανθεί από τη συγγραφέα τόσο αριστοτεχνικά, που χωρίς υπερβολή κάνει τον αναγνώστη να ρουφά τις σελίδες αυτές του βιβλίου χωρίς να επιθυµεί να διακόψει την ανάγνωση, προκειµένου να δώσει τέλος στην αγωνία του και να νιώσει την κάθαρση της απονοµής δικαιοσύνης από το θεό της αγάπης. Οι δυνατές συγκινήσεις από τις απαράµιλλης έντασης σκηνές κατέχουν τον αναγνώστη. Βέβαια, η συνάντηση του Πέρσαλφ µε το βιολογικό του γιο, Κωνσταντίνο, είναι κατά τη γνώµη µου η κορυφαία όλων. 

Η αλήθεια που αποκαλύπτεται στη Λένια για την καταγωγή του πατέρα της και η συγκλονιστική ερωτική ιστορία των γονιών της επιδρούν καταλυτικά, ώστε να αλλάξει εντελώς την κοσµοθεωρία της, να κατανικήσει τους ενδοιασµούς της και να κάνει τον έρωτά της την κυρίαρχη επιλογή της. Συνειδητοποιεί ότι, εφόσον η δυνατή αγάπη των γονιών της νίκησε όλα τα φαινοµενικά ανυπέρβλητα εµπόδια, µπορεί και η δική της αγάπη να κάνει το ίδιο, αν τολµήσει να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς της. Το τέλος της ιστορίας των δύο ερωτευµένων (Φίλιππου – Λένιας) δίνεται από τη συγγραφέα εξίσου αριστοτεχνικά µέσα από πλοκή που αποκαλύπτει συγγραφική ευφυΐα και κάνει τον αναγνώστη να διαβάζει µε αµείωτο ενδιαφέρον µέχρι και την τελευταία σελίδα του µυθιστορήµατος. 

Όλα αυτά που σας ανέφερα χαρίζουν στον αναγνώστη λογοτεχνική απόλαυση, εφόσον σε κανένα σηµείο του βιβλίου δεν νιώθει ανία ή έλλειψη ενδιαφέροντος. Πράγµατι, αρετή του µυθιστορήµατος είναι ότι περιλαµβάνει µόνο κορυφώσεις, χωρίς να κάνει, όπως λέµε, «κοιλιά» σε κανένα σηµείο του.
Ωστόσο, λογοτεχνική απόλαυση δεν επιτυγχάνεται µόνο µέσα από την αριστοτεχνικά δοσµένη πλοκή του µυθιστορήµατος. 

Όχι µόνο τον φιλόλογο – κριτικό αλλά και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη τέρπουν οι αφηγηµατικές τεχνικές που εφαρµόζει τεχνηέντως η συγγραφέας χαρίζοντας στο µυθιστόρηµά της λογοτεχνικό πλούτο και πρωτοτυπία: H γλαφυρή αφήγηση (είτε είναι τριτοπρόσωπη είτε πρόκειται για οµοδιηγητικό αφηγητή, δηλαδή ήρωα του έργου που µιλά σε πρώτο πρόσωπο, όπως στην περίπτωση της ιστορίας του Πέρσαλφ) καθώς και η αξιοθαύµαστη παραστατικότητα καταδεικνύουν αφηγηµατική δεινότητα, η οποία συνεπαίρνει τον αναγνώστη. 

Οι ιδιαίτερα ζωντανοί διάλογοι επιταχύνουν την εξέλιξη της υπόθεσης και αναδεικνύουν το ήθος των ηρώων. Η τεχνική του εσωτερικού µονολόγου ή διαλόγου του ήρωα µε τον εαυτό του αποκαλύπτουν τα τραγικά διλήµµατα και την εσωτερική του πάλη.  

Με ιδιαίτερη ικανότητα χειρίζεται η συγγραφέας τις ανάδροµες αφηγήσεις (flash back), πράγµα που αποτελεί την κύρια αφηγηµατική µέθοδο του λογοτεχνήµατός της: σχεδόν κάθε σκηνή αρχίζει από τη µέση (in medias res) και µε ανάδροµη αφήγηση εξιστορούνται όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια, όπως προανέφερα, το κορυφαίο τµήµα του µυθιστορήµατος είναι η ιστορία του Πέρσαλφ και της Άννας, η οποία παρεµβάλλεται. Εγκιβωτισµένη αφήγηση, όπως είναι και ο λογοτεχνικός όρος αυτής της τεχνικής, που δίνεται παράλληλα µε τη βασική ιστορία µε σκοπό να συγκριθεί µαζί της και να την καθορίσει.
 
Ως φιλόλογος δεν µπορώ να µην εκθειάσω τη γλώσσα του µυθιστορήµατος: Ο αναγνώστης διαβάζει αβίαστα, ευχάριστα έναν κατανοητό και ταυτόχρονα έντεχνα επιµεληµένο λόγο, οποίος «ντύνει» ταιριαστά την πλοκή και την αφήγηση του έργου.

Στις αρετές του βιβλίου συµπεριλαµβάνεται η έξοχη ηθογράφηση των προσώπων που συµµετέχουν σε αυτό. Εκτός από τους τέσσερις πρωταγωνιστές των δύο ερωτικών ιστοριών, για τους οποίους µιλήσαµε (Λένια – Φίλιππος, Πέρσαλφ – Άννα), αφήνουν το στίγµα τους και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες: Ο σοφός παππούς του Πέρσαλφ, η τσιγγάνα µητέρα, ο Βάιος, ο Μηνάς, ο αδελφός της Λένιας ο Κωνσταντίνος. Άλλοι ήρωες δρουν προς όφελος του ενός ή του άλλου ζευγαριού (Μαρία, αδελφή Νεκταρία, Φώντας και Μαρία) διευκολύνοντας την επανένωσή τους και άλλοι (Διονύσης, Μηλίτσα, Αρετή, Βέτα) µηχανορραφούν σε βάρος τους καθυστερώντας την αίσια έκβαση και συµβάλλοντας στην επίταση της αγωνίας του αναγνώστη.

Τα γεγονότα εκτυλίσσονται στην Αθήνα, στη Βόρεια Ελλάδα, σε διάφορα σηµεία της υπαίθρου. Βέβαια ο τόπος που κυριαρχεί όχι µόνο στην υπόθεση αλλά και στη συνείδηση του αναγνώστη είναι το νησί της Λέρου, το οποίο η συγγραφέας έχει επισκεφτεί και αποτυπώνει το τοπίο του µέσα από ρεαλιστικές και συνάµα ειδυλλιακές απεικονίσεις. Είναι ξέρετε ίδιον της Άννας Γαλανού η καλή µελέτη και προετοιµασία πριν το γράψιµο. Η αυτοψία των τόπων και η τόσο βαθιά γνώση της ζωής των τσιγγάνων το αποδεικνύουν και στην περίπτωση του τελευταίου µυθιστορήµατός της. 

Ακούστε µια περιγραφή:
Η θέα ήταν μοναδική. Στα δεξιά φαινόταν το κάστρο του νησιού με το εκκλησάκι στην κορφή, το Φαρμακονήσι ακριβώς μπροστά και λίγο πιο πέρα η Αγία Κυριακή. Σ’ όλη την κατηφοριά του λόφου, μέχρι κάτω στη θάλασσα, απλωνόταν το χωριό. Η ομορφιά και η ηρεμία του τοπίου σίγουρα θα τη βοηθούσαν να χαλαρώσει και να ηρεμήσει, όμως πάνω απ’ όλα είχε ανάγκη να βρεθεί ανάμεσα στους αγαπημένους της.

Κλείνοντας, θα ήθελα µε συντοµία να αποτιµήσω κάποια µηνύµατα που εισπράττουµε κατά την ανάγνωση του εξαίρετου αυτού λογοτεχνικού έργου. Η ανθρώπινη αξία αποδίδεται ισότιµη σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από την φυλετική του προέλευση, την καταγωγή του ή την κοινωνική του επιφάνεια. Ο έρωτας αναδεικνύεται ικανός να  νικήσει τους αδιέξοδους διαχωρισµούς και να ενώσει ετερώνυµους και ετερόκλητους αγαπηµένους. Η εσωτερική δύναµη που κρύβει ο καθένας µέσα µας για να ξεπεράσει τα εµπόδια που φαντάζουν ανυπέρβλητα, πιθανώς δεν έχει όρια. Και το µεγαλύτερο εµπόδιο είναι µερικές φορές ο ίδιος µας ο εαυτός, οι φοβίες, οι αναστολές και οι ιδεοληψίες µας. Οι ήρωες που διώκονται για την κοινωνική τους θέση (Φίλιππος και Πέρσαλφ) καταφέρνουν τελικά να αναρριχηθούν κοινωνικά και να κερδίσουν την καταξίωση των γύρω τους. Το σηµαντικό λοιπόν δεν είναι από πού ξεκινάς και από πού προέρχεσαι αλλά τι εσωτερικές δυνάµεις διαθέτεις και µέχρι πού είσαι ικανός να φτάσεις αγωνιζόµενος.

Λέει ο πατέρας της Λένιας:
Άκου μια κουβέντα κι από μένα, Λένικα. Όλοι προσπαθούν να κρύψουν κάποια πράγματα, οι περισσότεροι πίσω απ’ την ουρά τους. Αλλά δεν τα καταφέρνουν πάντα. Και ξέρεις γιατί; Ο κόσμος βλέπει αυτό που εμείς του επιτρέπουμε να δει. Το κάθε πρόβλημα εμείς το φτιάχνουμε κι εμείς το λύνουμε. Αν θέλουμε αν δεν θέλουμε, τότε αλλάζει το πράγμα…»
Μας είπες ότι δεν έχει σταθερή δουλειά, ότι είναι αμόρφωτος, φτωχός… Ένας άνθρωπος όμως που αγαπά τον άλλο και μάλιστα τόσο πολύ, όπως μας λες, τον θεωρεί κατ’ αρχήν ίσο του. Δεν στέκεται σε τίποτα από τα παραπάνω. Είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος μόνο και μόνο επειδή αγαπά, επειδή είναι ερωτευμένος.

Κα Γαλανού σας ευχαριστούµε για το εξαίσιο βιβλίο που µας προσφέρατε. Προσωπικά σας ευχαριστώ για την τιµή που µου κάνατε να µιλήσω σήµερα για το έργο σας.
Σας ευχαριστώ που σήµερα είσαστε εδώ.

Μανώλης Καμπανάκης

Φιλόλογος και Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης