Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Ερωτόκριτος - Βιτσέντζος Κορνάρος

Μια ιπποτική μυθιστοριογραφία, σε έμμετρη απόδοση.
Το 1645 ο ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος, από τη Σητεία έγραψε τον Ερωτόκριτο.  Ένα επικό, ηρωικό και άκρως ερωτικό ποίημα που αποτελείται από 10.000 στίχους, γραμμένους σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Όλο το ποίημα είναι γραμμένο στη Κρητική διάλεκτο.

Ο καμβάς της ιστορίας γνωστός, άρχοντες δούλοι, πλούσιοι φτωχοί, ήρωες και αντιήρωες. Το θέμα δεν είναι αν η ιστορία είναι απλοϊκή, εξάλλου πάνω στο ίδιο μοτίβο έχουμε δει και διαβάσει πολλές άλλες. Είναι η τεχνική του ποιητή που σε ανεβάζει τμηματικά σε όλες τις σκάλες περιγραφής, διαλόγου, συναισθημάτων, αγωνίας, ηρωικών κατορθωμάτων, κοινωνικής αδικίας, εκβιασμού, θανάτου, μοιρολόι για επερχόμενη εγκατάλειψη… για να σε οδηγήσει στο αποκορύφωμα μιας θετικής έκβασης ενός αληθινού έρωτα, μιας πραγματικής αγάπης. 
Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε για τον Βιτσέντζο Κορνάρο: Ντροπή στο Έθνος που ακόμα δεν κατάλαβε, ύστερα από πέντε αιώνων περπάτημα, πώς ο ποιητής του Ερωτόκριτου , είναι ‘’Ο μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής’’
Το ποίημα είναι αλληγορικό και σε πρώτη ανάγνωση ίσως απλά δείχνει μια ιστορία αγάπης, ένα παραμύθι έρωτα. Δεν είναι έτσι η συνέχειά του οδηγεί στα πάθη εκείνης της εποχής, στη κατεχόμενη από τους Ενετούς Κρήτη που πέρασε πολύ δύσκολα, σε κονταρομαχίες για τη τιμή και το φιλότιμο.
Το εν λόγω ποίημα επίσης έχει και μια ενδιαφέρουσα τοπογραφική και ανθρωπολογική διάσταση, αφού αναφέρεται σε περιοχές πλησίον της Ελλάδας με τους ανάλογους φυσικά ανθρώπους που τις εκπροσωπούν. Κρήτη, Κύπρος, Μυτιλήνη, Νάξος, Καραμανία (Τουρκία), Μακεδονία, Βλαχία, Σλαβικές χώρες γενικά, Βυζάντιο, Χαλκίδα, Πάτρα, Ναύπλιο, Μεθώνη, Κορώνη, Γορτυνία. Σαν κέντρο του ενδιαφέροντος παραμένει η Αθήνα, όπου και διαδραματίζεται το έργο.
Παρότι οι πηγές έμπνευσης του ποιητή βασίζονται σε ξένα πρότυπα, γαλλικών και ιταλικών, ιπποτικών μυθιστορημάτων, ο Κορνάρος κατόρθωσε με τον Ερωτόκριτο να εμπλουτίσει τη νεοελληνική γλώσσα και το έργο αυτό να αποτελέσει σταθμό στη μεταβατική φάση της ιστορίας, των γραμμάτων και των τεχνών του 17ου αιώνα.
 Υπόθεση του έργου: 
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%82
Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα ο κόσμος όμως που απεικονίζει είναι ένα σύνθετο κατασκεύασμα που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα: παράλληλα με τις αρχαιοελληνικές αναφορές, εμφανίζονται αναχρονισμοί και πολλά στοιχεία του δυτικού κόσμου, όπως η κονταρομαχία.  Η υπόθεση χωρίζεται σε πέντε τμήματα και είναι συνοπτικά η εξής:
Πλατεία Κορνάρου - Ηράκλειο Κρήτης

·         Α. Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους στρατιώτες του βασιλιά. Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του.
·         Β. Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο και ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής.
·         Γ. Το ζευγάρι αρχίζει να συναντιέται κρυφά στο παράθυρο της Αρετούσας. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το «θράσος» του νέου και τον εξορίζει. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη.
      Δ. Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος από μαγεία. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται
·         Ε. Ο βασιλιάς για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο του προσφέρει σύζυγο την κόρη του. Η Αρετούσα αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της. Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.
Ερωτόκριτος, μέρος Β΄, στίχοι 1107-1116.
Ὡς εἶδεν ὁ Σπιθόλιοντας τὰ αἵματα κι ἐτρέχα
στὸ στῆθος του καὶ στὸ μερὶ καὶ τὸ κορμὶ του ἐβρέχα
ἐμούγκρισε, ἐταράχτηκε κι ὡσὰ λιοντάρι ἀγριεύει
καὶ νὰ βαρῆ τοῦ Κρητικοῦ τόπο νὰ βρῆ γυρεύγει·
μηδὲ ποτὲ τὸ πέλαγος ἔτοιας λογῆς μανίζει
σ' τσ' ἀνεμικὲς τοῦ Γεναριοῦ, ὅντε βροντᾶ κι ἀφρίζει,
σ' καιρὸ ποὺ ἀνακατώνεται μὲ ταραχὴ μεγάλη,
κι ὅντε σκορπᾶ τὰ κύματ' ὄξω στό περιγιάλι,
σὰν ἤκαμε ὁ Σπιθιόλοντας στὰ αἵματα ὁποὺ ἐθώρει
κ' ἐτρέχαν καὶ νὰ γδικιωθῆ ἀκόμη δὲν ἐμπόρει.
Ερωτόκριτος μέρος Γ΄ στίχοι 247 - 266
"Kατέχεις το, πως την καρδιάν ο Έρωτας δοξεύγει,
        και νοικοκύρης γίνεται, τα φύλλα τση γυρεύγει.
Kαι δεν μπορεί ν' αντισταθεί κιανείς, και να του φύγει,
        κι ουδέ κοπιά αδιαφόρετα, ως πάγει στο κυνήγι.        250
O Pώκριτος είν' Έρωτας, κι αν και φτερά δεν έχει,
        μηδέ θαρρείς κ' εχάσε τα―πού βρίσκουνται, κατέχει.
Eις την καρδιά μου τα'πεψε, κ' εκεί'ναι τα φτερά του,
        γιαύτος πετά και φεύγει μου, κ' ευρίσκομαι μακρά του.

"Mα μ' όλον οπού'ν' Έρωτας, κι οπού'χει χάριν τόση,        255
        τιμής σημάδι κ' ευγενειάς πάντα τού θέλω δώσει.
Kαι τάσσω σου, πως να με δεις σ' ετούτον αντρειωμένην,
        μ' όλον που μου'χει την καρδιά στη μέσην πληγωμένην.
167Δίχως ψεγάδι βούλομαι να πά' να βρω τον Xάρο,
        'τό δε θελήσει ο Kύρης μου ’ντρα να τον-ε πάρω.        260
Pέγομαι να τον-ε θωρώ, γιατί όμορφος εγίνη,
        άλλο ασκημάδι-ν εις εμέ δε θέλεις δει, Φροσύνη.
Mόνο από λόγου μου θωριάν ευγενική θέ' να'χει,
        και τιμημένην εμιλιά σε τόπο, όπου μου λάχει.
Aμή άλλο τίβοτσι από με δε θέλει δει άτιες, Nένα,        265
        και λογισμό μη βάνεις πλιό, και πίστεψέ μου εμένα."
 Ερωτόκριτος μέρος Γ΄ στίχοι 1337 - 1448

ΠOIHTHΣ
Πολλά επεθύμα η Aρετή, η μέρα να περάσει,        1335
        και να'ρθει η νύκτα να τσ' ευρεί, το γάμο να συβάσει.
Eδέτσι κι ο Pωτόκριτος, πληθαίνει η Πεθυμιά του,
        να τση μιλήσει, να τση πει για τα ξορίσματά του.
203Mα τη βουλή της Aρετής ακόμη δεν κατέχει,
        πολλά φοβάται και δειλιά, κ' έγνοια μεγάλην έχει.        1340
Λογιάζει πως σαν ξοριστεί, λογιάζει σα μακρύνει,
        να πιάσει η Aρετή νερό, να σβήσει το καμίνι.
(Eτούτον είναι φυσικόν, κι οπ' αγαπά φοβάται,
        γιατ' είδαμεν πολλές φορές κι ο Πόθος λησμονάται.
'Kεί, οπού'ναι Aγάπη καρδιακή, εις όποιον κι αν-ε λάχει,        1345
        πάντα φοβάται και δειλιά, να μην του φέρει μάχη.)

§Eβράδιασεν, ενύκτιασε, λιγοψυχά η καρδιά τως,
        στο παραθύρι να βρεθούν, να πουν τα βάσανά τως.

Ήφταξε το μεσάνυκτον, η ώρα που ανιμέναν,
        στον τόπον ευρεθήκασι, που κάθε νύκτα επηαίναν.        1350
Mιάν ώρα εκλάψασιν ομπρός δριμιά κ' ελουχτουκήσαν,
        κι απόκει μ' αναστεναμούς τα Πάθη τως αρχίσαν.

                EPΩTOKPITOΣ
Λέγει της ο Pωτόκριτος· "Ήκουσες τα μαντάτα,
        που ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;
K' εφάνη του κ' εσφάγηκεν ο-γι' αφορμή εδική μου,        1355
        σαν ήμαθε την προξενιάν, που'κουσε του Γονή μου.
K' έτοιας λογής εμάνισε, τόσο βαρύ του φάνη,
        κι ο Kύρης μου απ' την πρίκαν του λογιάζω ν' αποθάνει.
Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου'δωκε ν' ανιμένω,
        κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.        1360
Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
        και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;
Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,
        στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου.
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,        1365
        Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
        νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.

204"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
        και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.        1370
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
        κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
        τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
Kι όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,        1375
        και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει,
        θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.
Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον,
        κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλι μόνον.        1380
Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
        λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν, που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
        και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,        1385
        που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.
Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,
        και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα,
        πλιό σου να τ' αναθυμηθείς, μα να'ν' λησμονημένα.        1390

"Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα,
        κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ' εβγαίνω από τη Xώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
        μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.
Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω,        1395
        τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
        για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
205Oι ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,
        κ' έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ' εσγουραφίσαν,        1400
κ' εις όποιον τόπον κι α' σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου',
        πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.
Kι ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,
        χαιρετισμό να μου'πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω."

                ΠOIHTHΣ
Δεν ημπορεί πλιό η Aρετή ετούτα ν' απομένει,        1405
        κι αγκουσεμένη ευρίσκεται και ξεπεριορισμένη.
Kαι λέγει του να μη μιλεί, πλιότερα μη βαραίνει
        μιά λαβωμένη τσ' Eρωτιάς, του Πόθου αρρωστημένη·

                APETOYΣA
"Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
        κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν.        1410
Ίντά'ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;
        Πού τα'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
        στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,
και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,        1415
        ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν' ανοίξει,
        και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' ά'θη,
        μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη;         1420

"Σγουραφιστή σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
        και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
        να θέ' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως,        1425
        γιατί κάλλιά'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
        αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
206Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει,
        κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει.        1430
Πάντά'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
        και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει;
Tα μάτια, ο νους μου, κ' η καρδιά, κ' η όρεξη εθελήσαν,
        κ' εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν.
Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει        1435
        τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι,
κ' εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε,
        η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.
Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ' έτοια δουλειά, να ζήσεις,
        δε σ' απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ' εσύ μ' αφήσεις.        1440
Kι ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θέ' να με παντρέψει,
        και δω πως γάμο 'κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
        άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει.

"Mα για να πάψει ο λογισμός αυτόνος που σε κρίνει,        1445
        κι ολπίδα μιά παντοτινή στους δυό μας ν' απομείνει,
την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψει η έγνοια η τόση,
        πράμα-ν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει."

Επιμέλεια Κειμένου και στίχων: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/