Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Αντιθέσεις - Στη ρωγμή του χρόνου...


Η δεξίωση του γάμου γινόταν σε μια από τις πλέον πολυτελείς αίθουσες των Αθηνών. Από το στολισμό και μόνο των τραπεζιών μπορούσε κάποιος να φανταστεί πόσο πλούσιος ήταν αυτός ο γάμος. Όλα ήταν πανάκριβα και λαμπερά. Τα τραπέζια ήταν όλα ροτόντες των έξι ατόμων ντυμένα με μεταξωτά τραπεζομάντηλα, τα ποτήρια ήταν από καθαρό κρύσταλλο και τα πιάτα από τη πιο φίνα πορσελάνη, όσο για τα μαχαιροπήρουνα όλα ασημένια και μάλιστα με υπογραφή!
Οι καλεσμένοι ήταν ανάλογης εμφάνισης. Οι γυναίκες φορούσαν υπέροχες μακριές τουαλέτες, πανάκριβα κοσμήματα και αξεσουάρ και οι άνδρες στην πλειοψηφία τους ήταν ντυμένοι με σμόκιν. 
Η ορχήστρα έπαιζε κυρίως ταγκό και η πίστα δεν άδειαζε σχεδόν ποτέ. 

Στο τραπέζι στην άκρη της δεξιάς γωνίας κάθονταν πέντε άτομα. Δυο μεσήλικα ζευγάρια και ένας νεαρός άνδρας, που ήταν από τους πρώτους που ήρθαν στην δεξίωση. Όταν μπήκε δεν συνόδευε καμιά κυρία. Ο μαιτρ τον οδήγησε στη συγκεκριμένη θέση, ενώ η καρέκλα δίπλα του παρέμενε κενή. Μπορεί να περίμενε και κάποιον άλλο, αλλά μπορεί και όχι, αφού το βλέμμα του ήταν στραμμένο διαρκώς στην πίστα και όχι στην πόρτα. Μάλλον δεν περίμενε κανένα. Οι συνδαιτυμόνες του, τα δυο ζευγάρια, ήταν απασχολημένοι ο καθένας με το ταίρι τους και δεν αντάλλαζαν κουβέντες με κανέναν από τους υπόλοιπους, ούτε καν ένα βλέμμα. Όλοι ήταν ξένοι, άγνωστοι μεταξύ τους.  

Ο νέος ήταν πολύ όμορφος με αμυγδαλωτά μάτια, με καθαρό λευκό δέρμα και κατάμαυρα μαλλιά. Στο παραδίπλα τραπέζι μια παρέα από γυναίκες που ήρθαν λίγο αργότερα, ‘’τον έτρωγαν’’, εδώ και ώρα με τα μάτια τους, όμως σαφώς η ‘’κοινωνική’’ τους θέση δεν τους επέτρεπε να κάνουν αυτές την πρώτη κίνηση. Ο νέος τις κοίταζε κι αυτός και τους χαμογελούσε, αλλά ως εκεί.
                                                       
Κάποια στιγμή στην αίθουσα μπήκε μια πανέμορφη νέα κοπέλα, που κατευθύνθηκε βιαστικά προς το τραπέζι των νεονύμφων. Ήταν πολύ ζωηρή και διαχυτική κι αφού τους φίλησε και τους ξαναφίλησε, ο εξυπηρετικότατος μαιτρ, την οδήγησε στο τραπέζι της, ακριβώς απέναντι απ’ αυτό του νεαρού. Προφανώς ήταν και αυτή μόνη, γιατί το ηλικιωμένο ζευγάρι και ο κύριος που την υποδέχτηκαν δεν μπορεί παρά να ήταν συγγενείς της. 

Πριν ακόμα καθίσει στη θέση της, δίπλα στην ηλικιωμένη κυρία, σ’ ένα γύρισμα των ματιών της είδε τον νεαρό που την κοίταζε με ενδιαφέρον. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο κι ύστερα η κοπέλα με θάρρος, πήρε την εσάρπα που είχε ακουμπήσει στην ήδη τραβηγμένη καρέκλα, ψιθύρισε κάτι στον μαιτρ, προφανώς ότι θα άλλαζε θέση  και το ίδιο έκανε και με τους συνδαιτυμόνες της που αμέσως κοίταξαν με ξεχωριστό ενδιαφέρον προς το μέρος του άλλου τραπεζιού. Μόλις είδαν τον νεαρό της χαμογέλασαν με κατανόηση και της κούνησαν ενθαρρυντικά το κεφάλι. Η κοπέλα  πλησίασε θαρρετά προς το μέρος του και κάθισε στην καρέκλα ακριβώς δίπλα του.

Σε λίγη ώρα μιλούσαν ήδη πολύ φιλικά, γελούσαν και τσούγκριζαν συνεχώς τα ποτήρια τους. Δειλά στην αρχή και με περισσότερη άνεση στη συνέχεια, ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τις αισθήσεις τους με ακραγγίγματα των χεριών τους, ενώ λίγο αργότερα με ακόμα περισσότερο θάρρος μιλούσαν σκυμμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Γιαυτούς φαινόταν σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος γύρω τους.

Πέρασε ακόμα λίγη ώρα. Η δεξίωση ήταν πια στο φόρτε της και η ορχήστρα έπαιζε ακόμα πιο έντονους ρυθμούς. Η πίστα ήταν γεμάτη κι οι περισσότεροι χόρευαν ακατάπαυστα. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και άρχισε να παροτρύνει τον νεαρό να σηκωθούν να χορέψουν κι αυτοί. Σχεδόν τον τραβούσε κι όσο αυτός αντιστεκόταν τόσο εκείνη τον παρακινούσε. Τελικά σ’ ένα παραπάτημά της, έπεσε στην αγκαλιά του, στην κυριολεξία σωριάστηκε πάνω του. Έβαλε τα γέλια, τον αγκάλιασε από το λαιμό, ενώ παρέμεινε καθισμένη στα πόδια του και ακολουθώντας τον ρυθμό της μουσικής άρχισε να χορεύει με το κορμί της κολλημένο πάνω στο δικό του. Η εικόνα ήταν άκρως σκανδαλιστική προκαλώντας πάνω τους περίεργα βλέμματα.  

Σε λίγο οι ρυθμοί της μουσικής χαλάρωσαν και η κοπέλα κάθισε ξανά στην καρέκλα της. Η κουβέντα τους συνεχίστηκε τώρα πια σε πιο χαλαρό τέμπο, με την κοπέλα να εξακολουθεί να είναι πάντα το ίδιο διαχυτική.

Κάποια στιγμή ο νεαρός έσκυψε κάτω από το τραπέζι και έβγαλε δυο πατερίτσες. Ανασηκώθηκε με κόπο από τη θέση του και τις έβαλε κάτω από τις μασχάλες του. Για να μπορέσει να περάσει ανάμεσα από τα καθίσματα ψιθύρισε πολλά συγνώμη, τόσο στους συνδαιτυμόνες του, όσο και στην κοπέλα που τον κοίταζε με μάτια τεράστια από την έκπληξη. Έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Κοίταζε έντρομη τον νέο που κινιόταν με δυσκολία προς τη μεριά του φουαγιέ, μέχρι που τον έχασε τελείως από τα μάτια της. Όμως το βλέμμα της παρέμεινε εστιασμένο εκεί, στο ίδιο σημείο, μέχρι τη στιγμή που τον είδε να επιστρέφει και πάλι στο τραπέζι με τον ίδιο άτσαλο βηματισμό. Όλοι ανασηκώθηκαν αμέσως για να του κάνουν χώρο να περάσει και να καθίσει.

Με πιο έντονη φωνή και αδιαφορώντας για το αν τους άκουγαν όλοι, άρχισε τον ρωτάει τι του έχει συμβεί κι αν έχει πάθει πρόσφατα κάποιο ατύχημα. Ο νεαρός την κοίταζε περίλυπα σοβαρός και της εξήγησε ότι έχει εκ γενετής ένα κινητικό πρόβλημα, που όμως αυτό δεν τον εμποδίζει καθόλου να ταξιδεύει, να ασκεί το επάγγελμά του, να διασκεδάζει, να κάνει σεξ και να λειτουργεί απόλυτα φυσιολογικά. Το μόνο που δεν θα μπορούσε ποτέ του να κάνει ήταν να τρέξει και να χορέψει.

Το πρόσωπο της νεαρής έγινε αμέσως μια παγωμένη μάσκα και ο διακόπτης της επικοινωνίας τους σαν να έπεσε αμέσως. Πιθανόν το απότομο κλατς του να ‘’ακούστηκε’’ σ’ ολόκληρη την αίθουσα!

Σε λίγη ώρα ο νεαρός έχει μείνει και πάλι μόνος του. Η κοπέλα έχει επιστρέψει στη θέση της και μάλιστα με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του, ενώ εκείνος χαμογελούσε πικρά.
Άραγε ποιος ξέρει πόσες φορές είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε, την ίδια ακριβώς αντίδραση!

Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html 

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Λογοτέχνες Χωρίς Πτυχία


Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Ζοζέ Σαραμάγκου κατέκτησαν το Βραβείο Νομπέλ χωρίς να έχουν πάρει πτυχίο πανεπιστημίου. Ο Γιάννης Ρίτσος αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας σε δύο κορυφαία ιδρύματα της χώρας μας, επίσης χωρίς να έχει σπουδάσει, χάρη στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του.

Αφορμή για το παρακάτω κείμενο ήταν από αγαπημένη φίλη και αναγνώστρια, όταν σε ανάρτηση που έκανα για τον Χρόνη Μίσσιο, στην σελίδα μου https://www.facebook.com/GalanouAnna?ref=hl μου έγραψε… ‘’ …είναι ο Μόνος που λάτρεψα σαν Συγγραφέα ενώ η Μόρφωση του λόγω καταστάσεων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη...’’

Αποφάσισα λοιπόν να ρίξω μια ματιά στις σπουδές και στα πτυχία που έχουν γνωστοί, πολυαγαπημένοι και πολυβραβευμένοι Έλληνες συγγραφείς, για να επιβεβαιώσω απλά, την ακλόνητη πεποίθηση μου χρόνων, ότι τις περισσότερες φορές ουδεμία σχέση έχουν οι τίτλοι σπουδών, με την επιθυμία και τη φλόγα της καρδιάς του λογοτέχνη για δημιουργία.

Θεωρώ πως για τον κάθε συγγραφέα, τα πτυχία και οι διακρίσεις που έχει αποκτήσει αφορούν περισσότερο τους άλλους παρά τον ίδιο. Διαφορετικά θα επαναπαυόταν στις δάφνες του ή θα φρόντιζε για την Ακαδημαϊκή του καριέρα. 


Ο λογοτέχνης έχει τη φλόγα μέσα του κι αυτό είναι που τον διακρίνει και τον κάνει να θέλει  να γράψει.

Ας αναλογιστούμε πόση θυμοσοφία κρύβουν οι λαϊκές μας παραδόσεις τα δημοτικά μας τραγούδια οι θρύλοι και μύθοι του λαού  μας;
Αυτά άραγε έχουν κάποιους τίτλους πίσω τους;

Από μια πρόχειρη ματιά παραθέτω τα παρακάτω:
Όλες οι πληροφορίες είναι από τα βιογραφικά των συγγραφέων – ποιητών στην Wikipedia, από ένα άρθρο της εφημερίδας ‘’Το βήμα’’ και από το μπλογκ love doctor (παραθέτω τους συνδέσμους στο τέλος της ανάρτησης)

Μενέλαος Λουντέμης: Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά την Μικρασιατική καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄τάξη του εξατάξιου τότε Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)

Χρόνης Μίσσιος: Γεννήθηκε στην Καβάλα και πρωτοδούλεψε ως καπνεργάτης (το επάγγελμα των γονιών του) σε νεαρή ηλικία. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό.

Γιάννης Ρίτσος: …Η ανεμελιά των παιδικών χρόνων σταματά με την έναρξη του σχολείου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να παίζει από τα να παρακολουθεί τα μαθήματα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται πολλές φορές όρθιος, στη γωνία, τιμωρημένος. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές. Είχε πει κι ο ίδιος κάποτε: Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες, σβήνοντας του αριθμούς    
Ενώ για τις τιμωρίες του έλεγε:  Σαν να μ' άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει ότι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση

Οδυσσέας Ελύτης:  Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Το 1930 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές

Κική Δημουλά Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973

Κώστας Ταχτσής: Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών,  αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του.

Γεώργιος Δροσίνης: Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της Τέχνης  στο εξωτερικό, χωρίς όμως να πάρει ποτέ κάποιο πτυχίο

Στρατής Μυριβήλης: Μέτριος μαθητής, παίρνει το απολυτήριό του από την Αστική Σχολή Συκαμιάς το 1903. Το 1912 βρίσκεται στην Αθήνα φοιτά στη Νομική και για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στρατεύεται εθελοντής και παίρνει μέρος στους δύο βαλκανικούς πολέμους. Τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς και το 1913 αποστρατεύεται και επιστρέφει στην Αθήνα. Εγκαταλείπει για πάντα τα μαθήματα της Φιλοσοφικής.

Ηλίας Βενέζης: Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας… Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο: Αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το νούμερο 31328. Το 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη. εκεί υπήρχε αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση με πρωτεργάτη τον Στρατή Μυριβήλη. Αυτός μάλιστα τον παρακίνησε να καταγράψει για την αιχμαλωσία του και έλεγε χαρακτηριστικά ότι: ''του έμαθε πως να κρατάει το μολύβι στο χέρι''.  

Μαρία Ιορδανίδου: Το 1914 βρέθηκε στο Βατούμ καλεσμένη από ένα θείο της για διακοπές αλλά αποκλείστηκε εκεί με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη συνέχεια. Έμεινε πέντε χρόνια στη Ρωσία και μόνο αυτό το διάστημα φοίτησε στο γυμνάσιο της Σεβαστουπόλεως.

Γεωργία Σαρή: Η Γεωργία Σαριβαξεβάνη Καρακώστα (πραγματικό όνομα της Ζωρζ Σαρή) έζησε τα παιδικά της χρόνια στην Ελλάδα, όπου τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Πριν ολοκληρώσει όμως τις σπουδές της, άρχισε ο πόλεμος του 1940…

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος: …Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στη γενέτειρά του, Κροκεές Λακωνίας. Το 1929, ήρθε στην Αθήνα, αλλά δεν συνέχισε τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι προσλήφθηκε αεχικά ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης και στη συνέχεια, μέχρι το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές κυρίως, χειρωνακτικές εργασίες… Το 193, εργάστηκε στον Πειραιά ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού. Το 1935 δούλεψε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή, διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας.[

Ζήσιμος Λορεντζάτος: Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιός του δημοτικιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγή Λορεντζάτου. Σπούδασε, χωρίς να πάρει πτυχίο, στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Τιμήθηκε το 1988 με το Α' κρατικό βραβείο κριτικής-δοκιμίου, το οποίο δεν αποδέχτηκε, ενώ το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Γεννήθηκε στη Νάξο και το 1935 η οικογένειά του έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα. Εργάζεται το πρωί και το βράδυ σπουδάζει τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Τεχνική Σχολή. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς. Συνελήφθη και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, απ’ όπου και απελευθερώθηκε από τους συμμάχους το 1945.  Το 1999 έγινε ακαδημαϊκός και του απονεμήθηκε το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του τάγματος του Φοίνικα.

Ο μεγάλος συγγραφέας Έρνεστ Χεμινγουέι, πήρε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1954, το ίδιο και ο ΖοΖέ Σαραμάγκου το 1998. Και οι δυο τους δεν είχαν κανένα πτυχίο.  

Κείμενο: Άννα Γαλανού  http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Ισίδωρος Ζουργός - Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο


Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο, ένα οδοιπορικό της ψυχής, όπως αυτό,  αναστατώνομαι για μέρες.
Άφησα λοιπόν να περάσει αρκετός καιρός, για να ξαναδιαβάσω το τελευταίο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού ‘’Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο’’


Αυτό το ταξίδι είναι μακρύ, μεγάλο, τραγικό τις περισσότερες φορές, όμως ο ήρωας, ο Ματίας, είναι γεννημένος εξ’ αρχής για τα δύσκολα. Σπουδάζει γιατρός, γίνεται διάσημος, αλλά τόσο οι συνθήκες, όσο και το ‘’μικρόβιο’’ της περιπλάνησης, τον κάνουν να ταξιδεύει συνέχεια. «…από τους πλούσιους κερδίζω χρήματα για να ζω κι από τους φτωχούς ύπνο ελαφρύ», είναι η άποψη του για τα εγκόσμια.

Το ταξίδι του ξεκινά από τη Βασιλεία, διασχίζει τις Άλπεις, φθάνει στην Βενετία, στην Πάντοβα, στη Σαλονίκη, ξανά στη Βενετία, στο Τζάντε, ξανά στη Σαλονίκη, φθάνει στην Κωνσταντίνου πόλη, στο Λονδίνο, στο Άμστερνταμ, στη Γερμανία, διασχίζει τις Δαλματικές Άλπεις, τα Καρπάθια όρη, φθάνει στη Μολδαβία και από κει στη Μόσχα για να καταλήξει τελικά στο Άγιο όρος.

Οι θρησκείες μαζί με το ταξίδι ακολουθούν και εναλλάσσονται μέσα στο μυαλό του Ματίας. Κατάγεται από Εβραϊκή οικογένεια, αλλά στο μέρος που ζουν δεν τολμούν να το αναφέρουν πουθενά. Είναι κρυπτοεβραίοι που συνυπάρχουν μαζί με τους Προτεστάντες. Στη Γαληνοτάτη, τη Βενετία ή Σερενίσιμα, όπως την αναφέρει ο συγγραφέας, γνωρίζει τον Καθολικισμό αλλά και την Ορθοδόξη Χριστιανική Πίστη από τους Γραικούς της πόλης. Στη Κωνσταντινούπολη, όπου γίνεται ο πιο ονομαστός γιατρός, ζει ανάμεσα σε μουσουλμάνους, στο Λονδίνο δηλώνει άθεος. Πάντα όμως στο μυαλό του υπάρχει σαν μια γλυκιά υπενθύμιση, πως μόνο η Ορθοδοξία, εκτός από το Θεό, λατρεύει και τη μάνα… αναφερόμενος στην Παναγία.

Όλο αυτό το οδοιπορικό, συμβαίνει τον 16ο αιώνα και είναι απόλυτα τεκμηριωμένο από τον συγγραφέα, με ιστορικά, επιστημονικά, τοπογραφικά, ηθογραφικά και θρησκευτικά στοιχεία, (υπάρχουν οι ανάλογες παραπομπές), όπως και υπαρκτά και σημαντικά πρόσωπα που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της επιστήμης, αλχημιστές, βοτανολόγοι, αναθεωρητές, μαθηματικοί, γιατροί. Όλοι αυτοί έζησαν και ξαναζούν μέσα από το βιβλίο, σαν τιμώμενα πρόσωπα, με τις ανακαλύψεις και τα συγγράμματα που άφησαν πίσω τους.

Εκείνο που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο ήρωας. Μια εξόχως δυνατή προσωπικότητα, που από τις πρώτες κιόλας σελίδες, σου δημιουργεί την βεβαιότητα ότι δεν ανήκει στην φαντασία του συγγραφέα, αλλά ότι υπήρξε πραγματικά και πως εμείς διαβάζουμε την ιστορία του.


Ο Ισιδώρος Ζουργός, σ’ αυτό το βιβλίο πραγματικά μεγαλουργεί. Με συγκίνησε βαθύτατα η δωρική περιγραφή των συχνών και έντονων συναισθηματικών καταστάσεων που δημιουργεί για τον Ματίας, η θλίψη που ακολουθεί τον ήρωα του ακόμα και σε καθημερινές σκηνές του βίου του, ο αγώνας του που είναι διαρκής και που μαζί με τις νόσους εξερευνά και την ψυχή των ασθενών, η μεγαλοθυμία και η στωικότητα του.

Το πλέον σημαντικό στοιχείο, που δείχνει και το μεγαλείο του βιβλίου είναι ότι όσο δύσκολα και επίπονα κι αν είναι κάποια γεγονότα, δεν κάνουν τον ήρωα να υποχωρήσει ή να υπαναχωρήσει από τις αρχές του, ούτε στο ελάχιστο, ενώ είναι επίσης έντονο και σε όλο του το μεγαλείο, το στοιχείο αναζήτησης της ψυχής, από την αρχή ως το τέλος.

Σ’ αυτήν την υπέροχη ιστορία υπάρχει μια συγκαλυμμένη αισιοδοξία, και λέω συγκαλυμμένη γιατί ο ήρωας δεν φαίνεται ποτέ χαρούμενος, όμως παράλληλα βιώνει τη χαρά με όλο του το είναι, την ρουφάει και δεν θέλει να την πει, ίσως γιατί πιστεύει ότι τα μεγάλα πράγματα τα ζούμε, δεν τα λέμε. Υπάρχει μια πάλη με το κατεστημένο της εποχής, ένας ‘’αφορισμός’’  για τους διάφορους τσαρλατάνους πίστης, ιδεών, εύκολου πλουτισμού και για τους οπορτουνιστές.

Αναδεικνύει τη φιλία, σαν υπέρτατο αγαθό, και κάπως έτσι τελειώνει και το βιβλίο … Μ’ ένα γράμμα από τον ήρωα σ’ ένα φίλο του πεθαμένο από χρόνια, στον μοναδικό φίλο του. Ένα γράμμα που όπως και τα προηγούμενα, δεν θα φθάσει ποτέ στον παραλήπτη, παρά μόνο στα δικά μας μάτια. Ένα γράμμα ανάγκης, αγάπης, κατανόησης… μια εξομολόγηση.

Το βιβλίο είναι πραγματικά ένας σταθμός για την Ελληνική λογοτεχνία. Εύκολο στο διάβασμα, δεν σε κουράζει με ανούσιες περιγραφές και παλιλλογίες, με γλώσσα βατή, αναλυτική, γλαφυρή, φορτισμένο συναισθηματικά. Κάθε σελίδα του δημιουργεί ένα έντονο αίσθημα λύτρωσης.

Υπέροχο βιβλίο, υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων.

Άννα Γαλανού http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Ήλιος και Έρωτας


Καλοκαίρι! Έρωτες που ξεκινούν πάνω στα ζεστά βότσαλα, μουσικές που στέλνουν οι καρδιές στα διαφανή σύννεφα του πρωινού, στο χάραγμα μιας ακόμα μέρας που ανατέλλει ανυποψίαστη.

Μια τέτοια μέρα βγήκε διστακτικός μέσα από τη θάλασσα ο ήλιος, έπαιξε για λίγο ντροπαλά με τα χρυσά μαλλιά της Βασιλικής, ξέρανε το αλάτι στα μπράτσα της κι αμέσως σαν την είδε ν’ ανοίγει τα μάτια της και να τον κοιτά καταπρόσωπο χωρίς φόβο και δισταγμό, την ερωτεύτηκε.

Άμαθος ήταν στον έρωτα, δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί και αμέσως έψαξε σύννεφο να κρύψει τη φλόγα που άρχισε να τον καίει. Δεν ήθελε βλέπεις να δείξει ότι δεν ήξερε τα καμώματα του μικροσκοπικού θεού, του Έρωτα, που αιώνες τώρα τον έβλεπε να γυροφέρνει από δω κι από κει με το βέλος του, να τρυπά καρδιές και να εξαφανίζεται σχεδόν αμέσως.

Και του το είχε πει κάποτε… ‘’Θα ‘ρθει κι η σειρά σου ήλιε και τότε δεν θα ξέρεις που να κρυφτείς’’. Μα ο ήλιος περήφανος και τολμηρός έριξε τότε πάνω του την πιο καυτή του ακτίνα, για  να τον τιμωρήσει καίοντας τον… Ακόμα θυμόταν το ειρωνικό του γέλιο σαν πέταξε πιο γρήγορα κι από το φως και κρύφτηκε στη καρδιά ενός παλικαριού.
Τώρα όμως! Αχ, πώς κατάφερε και τον βρήκε με το τόξο του, μήπως τον παραφύλαγε; Ίσα που τόλμησε να ξεμυτίσει από τη θάλασσα και μπλέχτηκε μέσα στο απλωμένο χρυσάφι των μαλλιών της κοπέλας.

Η Βασιλική αναδεύτηκε καθώς ένοιωσε το χάδι του ήλιου στο πρόσωπό της. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και τον είδε, ίδιο με πύρινη μπάλα στην άκρη της θάλασσας. Του χαμογέλασε με αγάπη και τα πράσινα μάτια της έγιναν τεράστια από την έκπληξη σαν τον είδε να κάνει μια μεγάλη τούμπα και να κρύβεται πίσω από το μικρό λόφο δεξιά της. Ανασηκώθηκε και περίμενε. Σε λίγο τον είδε που ξεμύτισε και πάλι, αλλά μόλις το χαμόγελο της έγινε ξεφωνητό χαράς, ο ήλιος κρύφτηκε ξανά. Η καρδιά του άρχισε να λιώνει από έρωτα, οι ίδιες οι πύρινες φλόγες του άρχισαν να τον καίνε και τα δάκρυα της ψυχής του έγιναν μικρές λαμπερές κουκίδες που γέμισαν τον ουρανό.

Η Βασιλική ξαφνικά είδε με έκπληξη πολλούς ήλιους, αμέτρητους, να τρέχουν αλαφιασμένοι πάνω κάτω στον ουρανό κι ύστερα να γίνονται ηλιόσκονη και να πέφτουν στη γη. Τα μαλλιά της γέμισαν ήλιους… η ίδια έγινε ήλιος και ενώθηκε με τους άλλους.
Ξαφνικά βρέθηκε να ταξιδεύει στο κέντρο του ουρανού και να βλέπει όλο τον κόσμο σαν μια μικρή γαλαζωπή μπάλα, ίσα στην άκρη του σύμπαντος. Ο ήλιος την τράβηξε κι άλλο στην αγκαλιά του, ακόμα πιο δυνατά, με μεγαλύτερο πάθος κι η Βασιλική αφέθηκε στη ζεστασιά και στην αγάπη του.

Χαμογέλασαν στον Θεό Έρωτα που τους κοίταζε περιπαιχτικά. ‘’Νόμιζες δεν θα τα κατάφερνα με σένα, έ;’’ είπε στον ήλιο. ‘’Τώρα πρέπει να παραδεχτείς πως η δύναμη μου είναι μεγαλύτερη από τη δική σου. Είμαι πιο μεγάλος Θεός, ο μεγαλύτερος’’, συνέχισε να τον προκαλεί. Ο ήλιος όμως αντί να θυμώσει και να τον κυνηγήσει, του χαμογέλασε και φίλησε με πάθος τη Βασιλική.
Κανένας δεν μπορεί να σου αντισταθεί Έρωτα’’, του είπε και συνέχισε το ταξίδι του πάνω στον απέραντο ουρανό, καλωσορίζοντας το καλοκαίρι που έσκαγε μύτη από την άκρη της θάλασσας.

Καλό καλοκαίρι σε όλους

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Παρουσίαση του βιβλίου μου στο Ρέθυμνο, από τον φιλόλογο και Δρ του Πανεπιστημίου Κρήτης κύριο Μανώλη Καμπανάκη.



Το κεντρικό θέµα του µυθιστορήµατος είναι ο δυνατός αλλά και βασανιστικός έρωτας δύο νέων, τους οποίους ενώνουν τόσα πολλά, και περισσότερο απ’ όλα µια πανίσχυρη αγάπη, τους χωρίζει όµως το βαθύ χάσµα της κοινωνικής τους θέσης:  
Εκείνη, η Λένια ή Λένικα «όπως την έλεγε ο πατέρας της» ανερχόµενη γιατρός, «βοηθός ενός από τους πλέον γνωστούς και φηµισµένους γιατρούς µε µεγάλη πελατεία, πολλά ραντεβού και πολλά, πάρα πολλά, συνέδρια» (γράφει η συγγραφέας), µεγαλωµένη χωρίς στερήσεις, «στα πούπουλα», µε σπουδές, µόρφωση, φιλοδοξίες και κοινωνική επιφάνεια ανάλογη του κοινωνικά αναγνωρίσιµου επαγγέλµατός της.  
Εκείνος, ο Φίλιππος, ορφανός από τα δώδεκά του, αφού έχασε τους γονείς του σε κάποιο τροχαίο, µεγάλωσε µέσα στη δυστυχία και τις στερήσεις. Υπάλληλος κυλικείου, καφετζής, χωρίς µόρφωση και βέβαια κοινωνικά υποδεέστερος της Λένιας, όπως επιβάλλουν οι παράλογες αντιλήψεις της κοινωνίας µας, που αξιολογεί, επιβραβεύει ή αντίστροφα αποδοκιµάζει τους ανθρώπους µε εξωτερικά κριτήρια (καταγωγή, επάγγελµα, χρήµα) αντί να τους αποτιµήσει ερµηνεύοντας την ψυχή τους, εστιάζοντας στα συναισθήµατά τους, προκρίνοντας το πραγµατικό είναι και όχι το απατηλό φαίνεσθαι.  
Στην περίπτωση του Φίλιππου, η συγγραφέας µας παρουσιάζει έναν άνθρωπο χαµηλής κοινωνικής προέλευσης µε αρετές και συναισθήµατα όµως που τον κατατάσσουν σε πολύ ψηλότερη θέση στη συνείδηση του αναγνώστη σε σύγκριση µε τους δήθεν πολιτισµένους εκπροσώπους της υψηλής κοινωνίας, οι οποίοι περιγράφονται µέσα από τις σελίδες του βιβλίου να διέπονται από ταπεινά πάθη, υποκρισία και υστερόβουλα κίνητρα. Δείγµα πολιτισµού του ενός εκ των δύο κεντρικών ηρώων η αγάπη και η ενασχόλησή του µε τη ζωγραφική, ως προσωπική ανάγκη εκτόνωσης, έκφρασης, εξωτερίκευσης των συναισθηµάτων του. Το θέµα της καλλιτεχνικής του δηµιουργίας: H αγαπηµένη του Λένια.

Ακούστε ένα απόσπασµα:
Γιατί όλοι αυτοί οι πίνακες είχαν το ίδιο θέμα. Τη Λένια! Να γελά, να είναι σοβαρή, κατσούφα, ναζιάρα, σκυθρωπή, παιχνιδιάρα, αδιάφορη, να κάνει γκριμάτσες, να είναι αυστηρή κι ύστερα πάλι να γελά… Το καλύτερο ενσταντανέ ήταν αυτό που με τα δυο της χέρια έκρυβε το πρόσωπό της και σούφρωνε τη μύτη της… Ένας υπέροχος πίνακας, γεμάτος κίνηση. 

Ο έρωτας του ζευγαριού δοκιµάζεται από αυτόν τον κοινωνικό ρατσισµό που βιώνουν οι δύο ερωτευµένοι. Χωρισµοί και ανταµώµατα χαρακτηρίζουν τη σχέση τους, που ακροβατεί στην τραγικότητα των διληµµάτων: κοινωνικός καθωσπρεπισµός ή υποταγή στο ερωτικό συναίσθηµα, συµµόρφωση στη φωνή της λογικής που θεωρεί το δεσµό αυτό αταίριαστο ή υπακοή στο κάλεσµα της ψυχής, η οποία δεν θεωρεί καµιά αγάπη ακατάλληλη. Τραγικά πρόσωπα λοιπόν οι δύο ερωτευµένοι. Λιγότερο ο Φίλιππος που εισπράττει την αποδοκιµασία από τον κοινωνικό κύκλο της αγαπηµένης του, περισσότερο όµως η Λένια, που βιώνει τη βίαιη πάλη ανάµεσα στον έρωτά της και τις αντιλήψεις του κύκλου της, την επαγγελµατική της θέση και σταδιοδροµία, τις φιλοδοξίες της. Είναι εκείνη που αγωνίζεται να χωρέσει στον ασφυκτικό της κόσµο µια αγάπη που στραγγαλίζεται από το βρόχο των προκαταλήψεων.

Μας αφηγείται η συγγραφέας:
Με το που γνώρισε όμως τον Φίλιππο κατάλαβε αμέσως ότι μαζί του τέλειωσε η εποχή των αναζητήσεων καινούριων ερωτικών ξαφνιασμάτων, του δήθεν ενθουσιασμού και η αναμονή ενός μεγαλύτερου έρωτα. Τον είχε βρει πια, ήταν δικός της, ο μοναδικός έρωτας της ζωής της. Δεν θα μπορούσε ν’ αγαπήσει ποτέ και κανέναν περισσότερο απ’ αυτόν. Ο Φίλιππος ήταν το απόλυτο πάθος της, κυριαρχούσε στο μυαλό και στο κορμί της και η σκέψη του δεν έφευγε ούτε λεπτό απ’ το μυαλό της.
Και τι κατάφερες στο τέλος; Τον έδιωξες! Με την αλαζονεία και τη στενομυαλιά σου, τον έκανες να αισθάνεται ασήμαντος και μηδαμινός. Ο Φίλιππος δεν αποτελούσε ποτέ αξεσουάρ σου, και όσο κι αν σ’ αγαπούσε, γιατί σ’ αγαπούσε πολύ και το ήξερες, δεν θα μπορούσε να μείνει μαζί σου μετά από κείνο το βράδυ.
Ένιωθε χωρισμένη στα δύο. Από τη μια σκεφτόταν ότι δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα, όμως ούτε και ισορροπία θα μπορούσε να υπάρξει στη ζωή τους αν αισθανόταν αποκλεισμένη από το κοινωνικό στάτους που με κόπο είχε κατακτήσει.
Από την άλλη όμως η καρδιά της πονούσε και της έλεγε πως έκανε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της εκείνο το βράδυ που άφησε τον Φίλιππο να φύγει μακριά της. Πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί αφέθηκε κι επηρεάστηκε τόσο πολύ από τα λόγια και τα κακεντρεχή σχόλια ανθρώπων που δεν σήμαιναν τίποτα γι’ αυτήν. Γιατί δεν προστάτευσε την αγάπη της; Περίμενε ότι περνώντας ο καιρός ο πόνος θα μαλάκωνε και τα αισθήματά της θα ημέρευαν. Όμως είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο… και τότε άρχισε να τον ψάχνει παντού σαν τρελή και, όταν δεν βρήκε κανένα ίχνος του, άρχισε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.

Τα τραγικά διλήµµατα της ηρωίδας διαλύει µια δραµατική αποκάλυψη: Στη Λέρο, το νησί απ’ όπου κατάγεται και στο οποίο καταφεύγει, για να δραπετεύσει από το βασανιστικό έρωτά της συνειδητοποιεί την καταγωγή της. Μέσα από τις σελίδες ενός τετραδίου του πατέρα της ανακαλύπτει την τσιγγάνικη προέλευσή της. Στο κεντρικό πραγµατικά εξαίσιο κοµµάτι του µυθιστορήµατος η συγγραφέας µάς ξετυλίγει µέσα από την αφήγηση του Πέρσαλφ, όπως ήταν το πραγµατικό όνοµα του πατέρα της Λένιας, πριν γίνει Περικλής, ένα κόσµο που ποτέ µας δεν είχαµε φανταστεί. Περιγράφεται η ζωή των τσιγγάνων µε τόση παραστατικότητα, τέτοια βαθιά γνώση των ηθών και των εθίµων τους, που πραγµατικά µας εντυπωσιάζει. 

Η αφήγηση αυτή προσδίδει στο βιβλίο της Άννας Γαλανού την αξία της κοινωνικής παρατήρησης, άψογα και αρµονικά συνταιριασµένης µε τη µυθιστορηµατική µυθοπλασία. Περιγράφονται µε ενέργεια και υψηλή αφηγηµατική τέχνη οι χαρές και οι λύπες, οι πόνοι και τα βάσανα, η αγάπη για τη ζωή, η πάλη µε το θάνατο, η λατρεία της φύσης και η σύγκρουση µε τα στοιχεία της, το πανηγύρι και το µοιρολόι και τόσες άλλες αντιφατικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την τόσο παρεξηγηµένη ιδιόµορφη φυλή των Ροµά. Πληροφορούµαστε για έθιµα των τσιγγάνων όπως το λογοδόσιµο των µικρών παιδιών, τις γιορτές και τα πανηγύρια τους, τις ενασχολήσεις τους, τις απόψεις τους για την ταφή και το θάνατο. Παράλληλα συγκλονιζόµαστε από το ρατσισµό που βιώνουν, τον αγώνα τους για επιβίωση, τις στερήσεις και τις κακουχίες τους, οι οποίες δικαιολογούν την επαιτεία, την κλοπή και την απάτη (π.χ. χειροµαντεία), που θεωρούνται αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της φυλής τους.

Ακούστε ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασµα:
Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά εκείνο τον καιρό. Αυτό που δεν πρόκειται ποτέ μου να ξεχάσω είναι οι βαρυχειμωνιές που έκανε εκείνα τα χρόνια και το κρύο, που δύσκολα μπορούσες να το υποφέρεις. Μέρες ατέλειωτες και νύχτες σκοτεινές, σιωπηλές και κρύες.
Ήμασταν κουρνιασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, αναζητούσαμε τη ζεστασιά, με τη φωτιά να καίει πάντα μέσα στον τενεκέ. Σχεδόν ακουμπούσαμε στον τσίγκο, μόνο και μόνο για να κλέψουμε λίγη παραπάνω ζέστα. Νηστικοί για μέρες και άρρωστοι τις περισσότερες φορές. Ο χειμώνας δεν μας άφηνε περιθώρια, ήταν πάντα πολύ σκληρός μαζί μας.
Τα λίγα πράγματα που έφερναν οι γυναίκες απ’ τα χωριά, κυρίως ξερό ψωμί και πατάτες γεμάτες πράσινες φύτρες, ίσα που μας κρατούσαν στη ζωή, μαζί με τον καθημερινό χυλό που φτιάχναμε από καλαμπόκι.
Το γάλα στέρευε από τον κόρφο των γυναικών, τα μωρά έκλαιγαν ασταμάτητα, πεινούσαν. Όλοι πεινούσαμε.
Οι άντρες πήγαιναν γύρα στα χωριά με τις πραμάτειες περασμένες στους ώμους τους και τις περισσότερες φορές γυρνούσαν πίσω απογοητευμένοι, γιατί με τέτοιο καιρό κανένας χωρικός δεν αγόραζε τίποτα.
Θυμάμαι ένα χειμώνα που κουβαλούσε μαζί του πολύ βαρύ κρύο. Μας βρήκε σ’ έναν κάμπο. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι δεν έβλεπες παρά πεδιάδα. Ούτε καν υποψία για θάλασσα ή για βουνό. Μια ατέλειωτη γυμνή πεδιάδα απλωνόταν μπροστά μας, γεμάτη κρυμμένο θάνατο.
Προχωρούσαμε αργά. Οι γέροι κοντανάσαιναν, ενώ τα παιδιά μαζεύαμε τα κοκαλιασμένα δάχτυλά μας βάζοντάς τα στις τρύπες της μπλούζας μας, μπαλώνοντάς την έτσι με το ίδιο μας το κορμί.
Όλοι βαδίζαμε αμίλητοι, σκυθρωποί και κρουσταλλιασμένοι. Τα βήματά μας ήταν αργά, ίσα που σερνόμασταν. Τα χωριά που περνούσαμε ήταν αφιλόξενα, μας έδιωχναν, οι κάτοικοί τους μας απειλούσαν με τους χωροφύλακες. Τα παιδιά έκλαιγαν κι οι μεγάλοι τα κοίταζαν χωρίς να έχουν πια δύναμη να τους πουν έναν ζεστό λόγο παρηγοριάς.

Βέβαια, στην περιγραφή αυτή της ζωής των Ροµά κυριαρχεί η εικόνα του ελεύθερου, αδέσµευτου από συµβάσεις τσιγγάνου. Μας θυµίζει τον τσιγγάνο σύµβολο ελευθερίας που επέλεξε ο Παλαµάς για να διατυπώσει το Δωδεκάλογο του Γύφτου στο γνωστό ποίηµά του.

Μας λέει ο φυλακισµένος Πέρσαλφ:
Ήμουν όμως απόλυτα σίγουρος ότι αυτά που του ζήτησα θα μου τα έφερνε. Δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Κι αυτός, όπως κι εγώ, φυλακισμένος ήταν, αλλά μάλλον ούτε που του περνούσε από το μυαλό κάτι τέτοιο. Όργανο, έτσι τους έλεγαν οι ανώτεροί τους και έτσι ήταν! Υπάκουοι, διαφορετικά δεν θα έπαιρναν ποτέ προαγωγή. Αυτό ήταν το κίνητρο για να μην μπορούν να ξεφεύγουν ποτέ από ένα πρωτόκολλο που δεν τους άφηνε το παραμικρό περιθώριο ελευθερίας. Μακάρι να μπορούσα να του πω ότι η μόνη διαφορά που είχαμε εμείς οι δυο ήταν η στολή του μόνο και τίποτα άλλο… Ίσως μάλιστα η δική μου θέση να ήταν και καλύτερη από τη δική του, γιατί εμένα δεν με είχε υποδουλώσει κανένα σχολειό, δεν με είχε συμμορφώσει καμιά θρησκεία, δεν ήμουν χειροκροτητής πολιτικών, δεν χρειάστηκε ποτέ κανείς τη γνώμη μου…
Μέχρι τώρα είχα ζήσει ελεύθερος ως άνθρωπος. Μπορούσα να παρακολουθώ τα σύννεφα και να μαντεύω τις καταιγίδες. Ήξερα να διαβάζω τ’ αστέρια και να ξεχωρίζω τις λύπες και τις χαρές. Αφουγκραζόμουν τις φωνές των ζώων και των πουλιών κι είχα διασχίσει σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την Ελλάδα… Ήξερα κάθε βουνό και κάθε κάμπο της, κάθε ρεματιά και κάθε χωριό της, αγάπησα και αγαπήθηκα κάτω απ’ τον ουρανό της, πάνω στο χώμα της… κι ήξερα να διαβάζω την αγάπη κάθε φορά που μετρούσα τους χτύπους της καρδιάς μου…

Θέµα της ιστορίας σε αυτή την παρέµβλητη αφήγηση, είναι η καταγωγή του πατέρα της Λένιας και ο απαγορευµένος έρωτας του ίδιου και την µητέρας της Άννας, ενός ροµά και µιας µπαλαµής. Πολύ επιτυχηµένο από σηµειολογική άποψη το τέχνασµα της συγγραφέως να παρουσιάσει την πρώτη συνάντηση των δύο µετέπειτα παράνοµα ερωτευµένων στις γραµµές ενός τρένου, οι οποίες κινούνται παράλληλα χωρίς να µπορούν να ενωθούν. 

Ακούστε το σχετικό χωρίο:
Στη φύση δεν υπάρχουν παράλληλες γραμμές, αυτές είναι δημιουργήματα των ανθρώπων. Τις έφτιαξαν κάτι απίθανα μυαλά με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη συναντιούνται και να μη διασταυρώνονται ποτέ μεταξύ τους. Ο σχεδιασμός έγινε επί τούτου, πάντα τον θεωρούσα συμβολικό.
Όταν συνάντησα την Άννα για πρώτη φορά στις γραμμές, αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Έδιωξα όμως αμέσως μακριά το συνειρμό αυτό που έκανε το μυαλό μου κι ούτε που τον ξανασκέφτηκα όσο καιρό ήμασταν μαζί. Τώρα λέω, ήταν άραγε τυχαίο που συναντηθήκαμε εκεί; Αφού πάντα πίστευα ότι στη ζωή τίποτα δεν γίνεται στην τύχη!
Τελικά πράγματι κάτι σήμαινε. Ίσως οι γραμμές να ήταν ο μόνος κοινός δρόμος που μπορούσαμε να περπατήσουμε μαζί, άλλωστε κάθε φορά που φτάναμε στο τέρμα του, χώριζαν πάντα οι δρόμοι μας. Έτσι άρχισε κι έτσι τέλειωσε.

Πέρσαλφ και Άννα λοιπόν. Πρόκειται για µια ερωτική ιστορία που εξιστορείται ενδιάµεσα και παράλληλα µε αυτήν του Φίλιππου και της Λένιας. Είναι σαφώς πολύ περισσότερο δυνατή και συγκλονιστική και η αποκάλυψή της θα καθορίσει τη µοίρα των τελευταίων. Τραγικά πρόσωπα οι δύο πρωταγωνιστές, συγκρούονται µε τις κοινωνικές ιδεοληψίες σε πολύ µεγαλύτερο βαθµό από τη Λένια και το Φίλιππο. Ο έρωτας ενός τσιγγάνου και µιας εύπορης λευκής ήταν, είναι και θα είναι δυστυχώς κατακριτέος ακόµα και στις φαινοµενικά και υποκριτικά εξελιγµένες και φιλελεύθερες κοινωνίες. Ο Πέρσαλφ και η Άννα ερωτεύονται παράφορα, ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης και ζουν τον έρωτά τους µέχρι να τους χωρίσει η αναµενόµενη κοινωνική απαγόρευση µιας τέτοιας άπρεπης σχέσης. Εκφραστής της είναι ο πατέρας της Άννας.  Μετά από δραµατικές εξελίξεις, ανατροπές και περιπέτειες οι δύο ερωτευµένοι αποµακρύνονται προσωρινά.  Εκείνη, έχοντας τον εκτός γάµου παράνοµο καρπό του έρωτά της, τον Κωνσταντίνο, βρίσκεται εξαναγκαστικά παντρεµένη σε συµβατικό γάµο µε τον αρκετά µεγαλύτερό της απόστρατο Διονύση, έναν βίαιο, υποχθόνιο άνθρωπο, πηγή βασάνων και δυστυχίας για την Άννα και το παιδί της. Εκείνος φυλακισµένος, αποφασίζει να γράψει το τετράδιο που η κόρη του Λένια θα διαβάσει χρόνια αργότερα. Η ιστορία των δύο ερωτευµένων θα έχει αίσιο τέλος, ωστόσο η πλοκή που θα οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσµα έχει υφανθεί από τη συγγραφέα τόσο αριστοτεχνικά, που χωρίς υπερβολή κάνει τον αναγνώστη να ρουφά τις σελίδες αυτές του βιβλίου χωρίς να επιθυµεί να διακόψει την ανάγνωση, προκειµένου να δώσει τέλος στην αγωνία του και να νιώσει την κάθαρση της απονοµής δικαιοσύνης από το θεό της αγάπης. Οι δυνατές συγκινήσεις από τις απαράµιλλης έντασης σκηνές κατέχουν τον αναγνώστη. Βέβαια, η συνάντηση του Πέρσαλφ µε το βιολογικό του γιο, Κωνσταντίνο, είναι κατά τη γνώµη µου η κορυφαία όλων. 

Η αλήθεια που αποκαλύπτεται στη Λένια για την καταγωγή του πατέρα της και η συγκλονιστική ερωτική ιστορία των γονιών της επιδρούν καταλυτικά, ώστε να αλλάξει εντελώς την κοσµοθεωρία της, να κατανικήσει τους ενδοιασµούς της και να κάνει τον έρωτά της την κυρίαρχη επιλογή της. Συνειδητοποιεί ότι, εφόσον η δυνατή αγάπη των γονιών της νίκησε όλα τα φαινοµενικά ανυπέρβλητα εµπόδια, µπορεί και η δική της αγάπη να κάνει το ίδιο, αν τολµήσει να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς της. Το τέλος της ιστορίας των δύο ερωτευµένων (Φίλιππου – Λένιας) δίνεται από τη συγγραφέα εξίσου αριστοτεχνικά µέσα από πλοκή που αποκαλύπτει συγγραφική ευφυΐα και κάνει τον αναγνώστη να διαβάζει µε αµείωτο ενδιαφέρον µέχρι και την τελευταία σελίδα του µυθιστορήµατος. 

Όλα αυτά που σας ανέφερα χαρίζουν στον αναγνώστη λογοτεχνική απόλαυση, εφόσον σε κανένα σηµείο του βιβλίου δεν νιώθει ανία ή έλλειψη ενδιαφέροντος. Πράγµατι, αρετή του µυθιστορήµατος είναι ότι περιλαµβάνει µόνο κορυφώσεις, χωρίς να κάνει, όπως λέµε, «κοιλιά» σε κανένα σηµείο του.
Ωστόσο, λογοτεχνική απόλαυση δεν επιτυγχάνεται µόνο µέσα από την αριστοτεχνικά δοσµένη πλοκή του µυθιστορήµατος. 

Όχι µόνο τον φιλόλογο – κριτικό αλλά και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη τέρπουν οι αφηγηµατικές τεχνικές που εφαρµόζει τεχνηέντως η συγγραφέας χαρίζοντας στο µυθιστόρηµά της λογοτεχνικό πλούτο και πρωτοτυπία: H γλαφυρή αφήγηση (είτε είναι τριτοπρόσωπη είτε πρόκειται για οµοδιηγητικό αφηγητή, δηλαδή ήρωα του έργου που µιλά σε πρώτο πρόσωπο, όπως στην περίπτωση της ιστορίας του Πέρσαλφ) καθώς και η αξιοθαύµαστη παραστατικότητα καταδεικνύουν αφηγηµατική δεινότητα, η οποία συνεπαίρνει τον αναγνώστη. 

Οι ιδιαίτερα ζωντανοί διάλογοι επιταχύνουν την εξέλιξη της υπόθεσης και αναδεικνύουν το ήθος των ηρώων. Η τεχνική του εσωτερικού µονολόγου ή διαλόγου του ήρωα µε τον εαυτό του αποκαλύπτουν τα τραγικά διλήµµατα και την εσωτερική του πάλη.  

Με ιδιαίτερη ικανότητα χειρίζεται η συγγραφέας τις ανάδροµες αφηγήσεις (flash back), πράγµα που αποτελεί την κύρια αφηγηµατική µέθοδο του λογοτεχνήµατός της: σχεδόν κάθε σκηνή αρχίζει από τη µέση (in medias res) και µε ανάδροµη αφήγηση εξιστορούνται όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια, όπως προανέφερα, το κορυφαίο τµήµα του µυθιστορήµατος είναι η ιστορία του Πέρσαλφ και της Άννας, η οποία παρεµβάλλεται. Εγκιβωτισµένη αφήγηση, όπως είναι και ο λογοτεχνικός όρος αυτής της τεχνικής, που δίνεται παράλληλα µε τη βασική ιστορία µε σκοπό να συγκριθεί µαζί της και να την καθορίσει.
 
Ως φιλόλογος δεν µπορώ να µην εκθειάσω τη γλώσσα του µυθιστορήµατος: Ο αναγνώστης διαβάζει αβίαστα, ευχάριστα έναν κατανοητό και ταυτόχρονα έντεχνα επιµεληµένο λόγο, οποίος «ντύνει» ταιριαστά την πλοκή και την αφήγηση του έργου.

Στις αρετές του βιβλίου συµπεριλαµβάνεται η έξοχη ηθογράφηση των προσώπων που συµµετέχουν σε αυτό. Εκτός από τους τέσσερις πρωταγωνιστές των δύο ερωτικών ιστοριών, για τους οποίους µιλήσαµε (Λένια – Φίλιππος, Πέρσαλφ – Άννα), αφήνουν το στίγµα τους και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες: Ο σοφός παππούς του Πέρσαλφ, η τσιγγάνα µητέρα, ο Βάιος, ο Μηνάς, ο αδελφός της Λένιας ο Κωνσταντίνος. Άλλοι ήρωες δρουν προς όφελος του ενός ή του άλλου ζευγαριού (Μαρία, αδελφή Νεκταρία, Φώντας και Μαρία) διευκολύνοντας την επανένωσή τους και άλλοι (Διονύσης, Μηλίτσα, Αρετή, Βέτα) µηχανορραφούν σε βάρος τους καθυστερώντας την αίσια έκβαση και συµβάλλοντας στην επίταση της αγωνίας του αναγνώστη.

Τα γεγονότα εκτυλίσσονται στην Αθήνα, στη Βόρεια Ελλάδα, σε διάφορα σηµεία της υπαίθρου. Βέβαια ο τόπος που κυριαρχεί όχι µόνο στην υπόθεση αλλά και στη συνείδηση του αναγνώστη είναι το νησί της Λέρου, το οποίο η συγγραφέας έχει επισκεφτεί και αποτυπώνει το τοπίο του µέσα από ρεαλιστικές και συνάµα ειδυλλιακές απεικονίσεις. Είναι ξέρετε ίδιον της Άννας Γαλανού η καλή µελέτη και προετοιµασία πριν το γράψιµο. Η αυτοψία των τόπων και η τόσο βαθιά γνώση της ζωής των τσιγγάνων το αποδεικνύουν και στην περίπτωση του τελευταίου µυθιστορήµατός της. 

Ακούστε µια περιγραφή:
Η θέα ήταν μοναδική. Στα δεξιά φαινόταν το κάστρο του νησιού με το εκκλησάκι στην κορφή, το Φαρμακονήσι ακριβώς μπροστά και λίγο πιο πέρα η Αγία Κυριακή. Σ’ όλη την κατηφοριά του λόφου, μέχρι κάτω στη θάλασσα, απλωνόταν το χωριό. Η ομορφιά και η ηρεμία του τοπίου σίγουρα θα τη βοηθούσαν να χαλαρώσει και να ηρεμήσει, όμως πάνω απ’ όλα είχε ανάγκη να βρεθεί ανάμεσα στους αγαπημένους της.

Κλείνοντας, θα ήθελα µε συντοµία να αποτιµήσω κάποια µηνύµατα που εισπράττουµε κατά την ανάγνωση του εξαίρετου αυτού λογοτεχνικού έργου. Η ανθρώπινη αξία αποδίδεται ισότιµη σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από την φυλετική του προέλευση, την καταγωγή του ή την κοινωνική του επιφάνεια. Ο έρωτας αναδεικνύεται ικανός να  νικήσει τους αδιέξοδους διαχωρισµούς και να ενώσει ετερώνυµους και ετερόκλητους αγαπηµένους. Η εσωτερική δύναµη που κρύβει ο καθένας µέσα µας για να ξεπεράσει τα εµπόδια που φαντάζουν ανυπέρβλητα, πιθανώς δεν έχει όρια. Και το µεγαλύτερο εµπόδιο είναι µερικές φορές ο ίδιος µας ο εαυτός, οι φοβίες, οι αναστολές και οι ιδεοληψίες µας. Οι ήρωες που διώκονται για την κοινωνική τους θέση (Φίλιππος και Πέρσαλφ) καταφέρνουν τελικά να αναρριχηθούν κοινωνικά και να κερδίσουν την καταξίωση των γύρω τους. Το σηµαντικό λοιπόν δεν είναι από πού ξεκινάς και από πού προέρχεσαι αλλά τι εσωτερικές δυνάµεις διαθέτεις και µέχρι πού είσαι ικανός να φτάσεις αγωνιζόµενος.

Λέει ο πατέρας της Λένιας:
Άκου μια κουβέντα κι από μένα, Λένικα. Όλοι προσπαθούν να κρύψουν κάποια πράγματα, οι περισσότεροι πίσω απ’ την ουρά τους. Αλλά δεν τα καταφέρνουν πάντα. Και ξέρεις γιατί; Ο κόσμος βλέπει αυτό που εμείς του επιτρέπουμε να δει. Το κάθε πρόβλημα εμείς το φτιάχνουμε κι εμείς το λύνουμε. Αν θέλουμε αν δεν θέλουμε, τότε αλλάζει το πράγμα…»
Μας είπες ότι δεν έχει σταθερή δουλειά, ότι είναι αμόρφωτος, φτωχός… Ένας άνθρωπος όμως που αγαπά τον άλλο και μάλιστα τόσο πολύ, όπως μας λες, τον θεωρεί κατ’ αρχήν ίσο του. Δεν στέκεται σε τίποτα από τα παραπάνω. Είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος μόνο και μόνο επειδή αγαπά, επειδή είναι ερωτευμένος.

Κα Γαλανού σας ευχαριστούµε για το εξαίσιο βιβλίο που µας προσφέρατε. Προσωπικά σας ευχαριστώ για την τιµή που µου κάνατε να µιλήσω σήµερα για το έργο σας.
Σας ευχαριστώ που σήµερα είσαστε εδώ.

Μανώλης Καμπανάκης

Φιλόλογος και Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Εφημερίδα Πατρίδα Ηρακλείου - Συνέντευξη


“Για μένα happy end σημαίνει απονομή δικαιοσύνης”


“Σε περίοδο κρίσης όλοι κοιτάζουμε να χρεώσουμε σε κάποιον τη φτώχεια και τη μιζέρια που άλλοι αποφάσισαν για μας”

Μια αντισυμβατική ιστορία αγάπης γίνεται ο καμβάς για να ''κεντήσει'' η βραβευμένη Κρητικιά συγγραφέας Άννα Γαλανού θέματα που μιλούν για τις ταξικές και κοινωνικές διαφορές και τον ρατσισμό. 

Η κρητικιά συγγραφέας Αννα Γαλανού μιλά στην “Π” με αφορμή το νέο της βιβλίο
Tης Αντωνίας Κουτσάκη

Το 4ο βιβλίο της με τίτλο ''Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί'' που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις καθώς οι ήρωες κινούνται μέσα στις προκαταλήψεις και τα ''πρέπει'', που άλλοι όρισαν γι 'αυτούς.
Όπως λέει η ίδια μιλώντας στην "Π": "Ο ρατσισμός δεν ορίζεται μόνο από το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή και τη θρησκεία, αλλά επεκτείνεται και σε πιο καθημερινά θέματα. Φτωχός πλούσιος, όμορφος άσχημος, μορφωμένος αμόρφωτος και μια ατέλειωτη αλυσίδα. Επίσης τα ΑμΕΑ που συχνά απο αδιαφορία δεν σεβόμαστε τις αναάγκες τους, τα άτομα με ιδιαιτερότητες και πολλά άλλα. Όταν λοιπόν κάποιο απ' όλα αυτά τα θέματα γίνει δικό μας ''πρόβλημα'' τότε μόνο αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε και να αναζητούμε λύσεις''.

Το θέμα του βιβλίου κέρδισε σύντομα τους αναγνώστες καθώς το ανέδειξαν σε best seller σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα!
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην ''Π'' η συγγραφέας μιλά για το νέο της βιβλίο, την πηγή έμπνευσης της αλλά και μελλοντικά της σχέδια. 


Φτάσαμε αισίως στο τέταρτο βιβλίο σας με τίτλο ‘’ Τότε που τραγουδούσαν οι θεοί’’ που πραγματεύεται μεταξύ άλλων το θέμα των ταξικών διαφορών και του έρωτα .Τι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για να καταπιαστείτε μ’ αυτό;
Οι ταξικές και οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους που ενίοτε ακουμπούν τα όρια του ρατσισμού, είναι ένα θέμα που με απασχολούσε ανέκαθεν. Συνήθως τις αντιλαμβανόμαστε όταν κτυπήσουν και τη δική μας πόρτα, γιατί ο ρατσισμός δεν ορίζεται μόνο από το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή και τη θρησκεία, αλλά επεκτείνεται και σε πιο καθημερινά θέματα. Φτωχός πλούσιος, όμορφος άσχημος, παχύς αδύνατος, μορφωμένος αμόρφωτος και μια ατέλειωτη αλυσίδα. Επίσης τα ΑΜΕΑ που συχνά από αδιαφορία δεν σεβόμαστε τις ανάγκες τους, τα άτομα με ιδιαιτερότητες και πολλά άλλα. Όταν λοιπόν κάποιο απ’ όλα αυτά τα θέματα γίνει δικό μας ‘’πρόβλημα’’ τότε αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε και να αναζητούμε λύσεις.
Η έμπνευση ήταν δεδομένη από την στιγμή που είχα σκοπό να γράψω και να ασχοληθώ με το θέμα των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.
Το τέταρτο βιβλίο μου έχει εκδοθεί, από τις εκδόσεις Διόπτρα τις οποίες και ευχαριστώ για την αγάπη και τη ζεστασιά που το αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή.

Μπορούν οι κοινωνικές και ταξικές διαφορές στις μέρες μας  να παίξουν τον ρόλο που είχαν στο παρελθόν όσον αφορά στις σχέσεις των ανθρώπων ή έχουν αμβλυνθεί στο πέρασμα του χρόνου ;
Κατά τη γνώμη μου δεν έχουν καθόλου αμβλυνθεί. Εξακολουθούν να αποτελούν ένα βασικό πρόβλημα ανάμεσα στις σχέσεις των ανθρώπων και ιδιαίτερα την περίοδο κρίσης που διανύουμε. Όταν επικρατεί φτώχεια στις κοινωνίες και ανισομερής κατανομή του πλούτου, ώστε να υπάρχουν απίστευτα πλούσιοι και …’’οι άλλοι’’, τότε οι δεύτεροι ψάχνουν εξιλαστήρια θύματα για να ‘’χρεώσουν’’ διάφορα. Την πληρώνουν πάντα οι πιο αδύναμοι, οι φτωχοί και οι οικονομικοί μετανάστες. Το θέμα αυτό είναι τεράστιο, δεν εξαντλείται σε μια απάντηση, όμως ας μην έχουμε αυταπάτες ότι έχει ξεπεραστεί. Ας αναλογιστεί καθένας από μας πόσες φορές εκφράζει αποστροφή για κάποιον, αγνοώντας τον παράγοντα άνθρωπο.

Ο  Σαρτρ έλεγε ‘’ Μόνο στις αποφάσεις μας είμαστε σημαντικοί’’. Στα διλλήματα που αντιμετωπίζουν οι ήρωες σας με τι γνώμονα κινούνται για να πετύχουν αυτό που επιθυμούν;
Αυτό που έλεγε ο Σαρτρ είναι και η βάση των οργανωμένων δημοκρατικών κοινωνιών. Όμως πέρα από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις έρχεται πολλές η ίδια η ζωή που αποφασίζει ερήμην σου. Σε αναγκάζει με τους δικούς της τρόπους να δεις αλλιώς κάποια πράγματα, προτάσσοντας τετελεσμένα γεγονότα. Άρα δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τις αποφάσεις που πολλές φορές εξαναγκάζεσαι να πάρεις.
Στο βιβλίο μου, ‘’Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί’’, οι ήρωες μου από ένα σημείο και μετά παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Τους αναγκάζω να το κάνουν, γιατί η άλλη λύση είναι η απόλυτη καταστροφή τους. Και αυτό το μήνυμα είναι συμβολικό. Τίποτα σε αυτό το βιβλίο δεν είναι τυχαίο. Πολλές φορές τους βάζω να υπερβαίνουν τους εαυτούς τους και να ξεφεύγουν από διλλήματα που ενώ φαίνονται σωστά, στο τέλος θα φθάσουν σε αδιέξοδο αν τα ακολουθήσουν. Τους αφήνω να οδηγηθούν εκεί κάποιες φορές μόνο και μόνο για να καταλάβουν τι είδους ζωή θα ζήσουν αν πάρουν αυτό το δρόμο της φθοράς

Η μοίρα παίζει ρόλο;
Η μοίρα είναι ένα στοιχείο της αρχαίας τραγωδίας, ή μάλλον ο βασικός κορμός της, που μου αρέσει πολύ και την χρησιμοποιώ συχνά σε όλα μου τα βιβλία. Όχι όμως με την έννοια, ‘’φταίει το κακό το ριζικό μας’’, που έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Βάρναλης, αλλά σε πιο αρχέτυπο ρόλο. Υπό αυτή την έννοια, οι ήρωες μου καθοδηγούνται να ζήσουν το ‘’μοιραίο’’, να φορέσουν την μάσκα της τραγικότητας και να περάσουν κάποιο διάστημα της ζωής τους καμουφλαρισμένοι πίσω της. Για λίγο όμως. Τους επαναφέρω με ορμή στο παρόν, τους δείχνω την κατεύθυνση της ζωής και τους αφήνω να με καθοδηγήσουν αν θέλουν να παλέψουν ή να υποκύψουν. Συνήθως παλεύουν.

Ο ένας εκ των ηρώων σας ήρωας σας είναι τσιγγάνος  σε μια εποχή κρίσης όχι μόνο οικονομικής αλλά και αξιών. Είναι αυτός ο λόγος  που γιγαντώνεται ο ρατσισμός;
Θα μπορούσε να είναι και ένας βοσκός που από επιλογή του ζει ολομόναχος σ’ ένα μιτάτο στον Ψηλορείτη. Ο Ρομά ήρωας μου κουβαλά τη φιλοσοφία μιας ολόκληρης φυλής, παρεξηγημένης φυλής, που οι περισσότεροι την γνωρίζουμε πολύ επιφανειακά. Αποτελούν μια μειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλα τα άλλα είναι Έλληνες πολίτες με όλες τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από αυτό.
Τα περισσότερα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ιστορικά, ανδρώθηκαν σε εποχές οικονομικής κρίσης. Είπα και πιο πάνω ότι τότε όλοι κοιτάζουμε τον διπλανό μας, κάποιον πρέπει να χρεώσουμε για την φτώχεια, την απαξίωση και τη μιζέρια που κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι πρέπει να ζήσουμε για τα επόμενα χρόνια.
Δέστε τι έγινε στην Αφρική, την πιο πλούσια ήπειρο κάποτε. Οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι έκοψαν όλα τα δένδρα της για να ντύσουν τα σπίτια τους με ξύλο τικ και έβενο. Τα σαφάρι που οι ίδιοι επίσης οργάνωναν εξαφάνισαν όλα τα άγρια ζώα της, ελάχιστα απ’ αυτά ζουν πλέον σε πάρκα, ο πλούσιος ορυκτός της πλούτος μετατράπηκε σε πέτρες πολλών καρατίων για την αφρόκρεμα της Ευρώπης και μετά έβαλαν και σε πόλεμο τους φυλάρχους για να πουλήσουν τα όπλα τους. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε καθημερινά. Εκατομμύρια εξαθλιωμένοι κάτοικοί της αναζητούν ένα πιάτο φαί, στις Ευρωπαϊκές χώρες, με τη στάμπα του μαύρου μετανάστη. Ένα απλό παράδειγμα… μέσα στα τόσα πολλά.

Ενσωματώνετε στο βιβλίο σας άλλα στοιχεία της νεοελληνικής  πραγματικότητας ;
Βεβαίως. Το βιβλίο είναι γραμμένο σε δύο χρόνους. Το παρελθόν που αφορά περί τα σαράντα χρόνια πριν, με το σήμερα, γίνεται με ένα αργό ρυθμό νοσταλγικού φλας μπακ, που χρωματίζει την κοινωνία του τότε και του τώρα. Πολλοί θα θυμηθούν πράγματα που έζησαν πριν χρόνια και οι νεώτεροι θα μάθουν πολλά που ίσως δεν ξέρουν. Δεν είναι λαογραφικές οι περιγραφές μου, είναι επί το πλείστον κοινωνικές και αφορούν την ζωή σε επαρχίες, χωριά και πόλεις του τότε. Για το σήμερα κάνω σύγκριση ανάμεσα στη πόλη των Αθηνών με ένα πανέμορφο νησί των Δωδεκανήσων, τη Λέρο, το μέρος που έγραψα και το βιβλίο αυτό.

Αλλάζατε κάθε φορά τόπο που σας εμπνέει για να γράψετε  ένα βιβλίο σας;
Έχω πει πολλές φορές ότι προσωπικά δεν με ούτε το σαλόνι μου, ούτε το γραφείο μου, έτσι κάθε φορά που έχω ανάγκη να γράψω φεύγω. Κάποια μέρη είναι προσχεδιασμένα στο μυαλό μου, έχω την ιστορία και θέλω να ζήσω εκεί για να τα περιγράψω. Κάποια άλλα όχι. Η Λέρος για παράδειγμα δεν ήταν μέσα στα σχέδια μου, όμως με ενέπνευσε το νησί και το αποτέλεσμα είναι το βιβλίο που συζητάμε τώρα. Γενικά μου αρέσει να περπατώ στα μέρη που περιγράφω, να πιάνω τους ήχους και να ζω με τους ρυθμούς τους, να αναπνέω τον αέρα τους και να ακούω την ντοπιολαλιά. Περισσότερο απ’ όλα μου αρέσει να γνωρίζω τους ανθρώπους και να ενσωματώνομαι όσο μου το επιτρέπουν στη ζωή τους.

Πιστεύετε στο ‘’happy end’’ ή σας καθοδηγούν οι ήρωες σας για το τέλος που θα δώσετε στην ιστορία σας;
Happy end για μένα σημαίνει απονομή δικαιοσύνης. Υπό αυτή την έννοια ναι, καθοδηγώ τα πράγματα προς τα εκεί. Δεν μου αρέσουν τα βιβλία που οι συγγραφείς οδηγούν σε αδιέξοδο τους ήρωες τους, που δίνουν ένα σουρεάλ τέλος για τους αναγνώστες τους. Αυτό σε ταινία είναι μια χαρά. Όμως ένα βιβλίο πρέπει να έχει αρχή, κορύφωση και τέλος. Προτιμώ το καλό τέλος, προτιμώ ο καθένας να πάρει αυτό που του αξίζει, αυτό για το οποίο έχει ή δεν έχει αγωνιστεί να κερδίσει. Σαν άνθρωπος είμαι και μαχητής και αισιόδοξη κι αφού δεν βλέπω ποτέ τα πράγματα με μαύρο ή άσπρο χρώμα, βάζω πολλές ροζ και κόκκινες πινελιές στο τέλος κάθε βιβλίου μου.

‘’Οι τρείς φωτιές’’, το  προηγούμενο  βιβλίο σας αλλά και το τελευταίο  έγιναν best sellers.   Μπορεί αυτό να λειτουργήσει και αρνητικά για έναν συγγραφέα;
Το ‘’Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί’’ είναι το τρίτο best seller στη σειρά που ο κόσμος έχει ήδη αγκαλιάσει  και τα μηνύματα που παίρνουμε καθημερινά είναι αμέτρητα.
Εκδοτικά προηγήθηκαν ‘’Το παράπονό μου μια κραυγή’’ και ‘’Οι τρεις φωτιές’’. 
Δεν πιστεύω ότι το best seller μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά για ένα συγγραφέα. Αντίθετα είναι μια δικαίωση γιαυτόν. Τις πωλήσεις τις κάνει ο κόσμος, οι αναγνώστες. Δεν γράφουμε για τον εαυτό μας, ούτε για τους φίλους μας. Αν λοιπόν οι αναγνώστες σε τιμούν αγοράζοντας το βιβλίο σου, η χαρά είναι μεγάλη. Εγώ πάντα έτσι το προσλαμβάνω. Εξ’ άλλου συγγράφουμε, δεν είμαστε σταρ για να πάρουν τα μυαλά μας αέρα.

Έχετε ήδη την επόμενη ιδέα στο μυαλό σας;
Γράφω μια πολύ ξεχωριστή ιστορία…

Άννα Γαλανού http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/