Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Άννα Γαλανού: Συνέντευξη στη εφημερίδα ''Πελοπόννησος'', στη δημοσιογράφο κ. Κρίστυ Κουνινιώτη

Άννα Γαλανού: «Μας ενώνει ο αέρας της γης μας» 



Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Ένα σκετσάκι στα οκτώ της ήταν αρκετό για να βγει στην επιφάνεια το χάρισμά της. Έκτοτε  δεν σταμάτησε να γράφει. Ακολούθησε μια μακρά πορεία στα μονοπάτια της λογοτεχνίας, με βραβεύσεις, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησαν οι «Τρεις φωτιές» της, που παρουσίασε, το Σάββατο 25 Μαΐου, στη «Γωνιά του Βιβλίου» της πόλης μας.
Ο λόγος για την Άννα Γαλανού, η οποία εξηγεί στην «ΠτΚ» πώς εμπνεύστηκε την ιστορία της, μιλάει για τον εγωισμό, που θεωρεί «όγδοο θανάσιμο αμάρτημα», για την ουτοπία του τίποτα, για τους προγονικούς δεσμούς.


Έχετε ασχοληθεί με τη διαφήμιση και τον σχεδιασμό εντύπων, ενώ πριν χρόνια πήρατε το β' βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα σε πανελλήνιο διαγωνισμό για το θεατρικό σας έργο «Το τέλος μιας κωμωδίας». Ακολούθησαν ποίηση, πεζογραφήματα και παιδικά βιβλία. Πώς ξεκίνησε η περιπέτεια της γραφής;
 Όντως είναι μεγάλη η διαδρομή. Ξεκίνησα να γράφω από 8 ετών, στο τέλος της Ε΄ Δημοτικού, αντί για έκθεση, έγραψα ένα μικρό σκετσάκι, το οποίο παίχθηκε στο σχολείο από τους συμμαθητές μου. Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω. Εχω ασχοληθεί με όλα τα είδη της λογοτεχνίας και έχω επίσης πάρει το πρώτο πανελλήνιο βραβείο τόσο σε ποίηση (Άδειος κόσμος) όσο και σε διήγημα (Με αντίπαλο τη ζωή).
 Είναι άλλο θέμα ο βιοπορισμός, ασκώντας το επάγγελμά σου, και τελείως διαφορετικό να έχεις το χάρισμα να γράφεις. Αυτό δεν διδάσκεται σε κανένα Πανεπιστήμιο και επίσης προσωπικά δεν το θεωρώ επάγγελμα.

«Τρεις φωτιές», το νέο σας μυθιστόρημα. Πώς «συλλάβατε» την ιδέα για τη «γέννησή» του;
 Πέρυσι, τέλη Σεπτεμβρίου κι ενώ ήμουνα σε μια άδεια παραλία των Αθηνών, στις διπλανές ξαπλώστρες ήρθε μια οικογένεια με τρία μικρά αγόρια, το ένα λίγους πόντους ψηλότερο από το άλλο. Η μητέρα τους ήταν ντυμένη σαν να είχε βγει από φιγουρίνι του 1960. Φόρεμα μαύρο, ίσιο κοφτό, όχι θαλάσσης, με κοντά μαύρα μαλλιά, ψαθάκι και γυαλιά πεταλούδας. Καθώς τα ετοίμαζε για τη θάλασσα, ο πατέρας αδιάφορος κάπνιζε λίγο παρά πέρα. Έβλεπα τα παιδιά, σοβαρά, σχεδόν αμίλητα να περιμένουν να τελειώσει η μαμά με το λάδι, τα μπρατσάκια και τις συμβουλές για να παίξουν ήσυχα χωρίς να ενοχλούν, όπως την άκουσα να τους λέει. Ποιον να ενοχλήσουν; Στη θάλασσα δεν υπήρχε κανείς. Ύστερα ανέβηκαν σαν μικροί κύριοι πάνω στην ξύλινη περπατησιά της πλαζ και προχώρησαν αμίλητα σαν στρατιωτάκια το ένα πίσω από το άλλο προς τη θάλασσα.
Αυτό ήταν… χάθηκα μέσα στις σκέψεις μιας ιστορίας που άρχισε να θεριεύει στο μυαλό μου. Κεφάλαιο-κεφάλαιο ξεκίνησε να γράφεται το βιβλίο εκεί δίπλα στη θάλασσα. Μέχρι να επιστρέψω στο σπίτι το είχα σχεδόν όλο. Έμενε να δουλέψω την ιστορία, να πλάσω τους χαρακτήρες και να βρω το κρυμμένο μυστικό του.

Τρία αδέλφια αγαπημένα μεν, σκορπισμένα δε σε τρία σημεία του πλανήτη, εξαιτίας της ανύπαρκτης οικογένειάς τους. Στο βιβλίο σας θίγετε το λεπτό ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των γονιών και της σημασίας που έχει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών. Λάθη ανθρώπων βαραίνουν τα αθώα πλάσματα που φέρνουν στον κόσμο. Μαθαίνουν οι γονείς να απαλλάσσονται από τον εγωισμό; 
 Ο εγωισμός, κατ' εμέ, είναι το όγδοο θανάσιμο αμάρτημα και ιδιαίτερα όταν δεν αντιλαμβάνεσαι την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει τόσο σ' αυτόν που τον έχει και κατ' επέκταση στους οικείους και φίλους. Όταν δε είναι ίδιον του χαρακτήρα σου, νομίζω ότι δεν μπορείς να τον αποβάλεις εύκολα. Η ορμή του σε κάνει να νομίζεις ότι είσαι ανίκητος, κατ' ουσία, όμως, προκαλεί μόνο δυστυχία. Αν είσαι δε γονέας, αλίμονο!

Κυνήγι του πλούτου, της εξουσίας, πολυτέλεια -η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας, εν ολίγοις- στοιχεία που κυριαρχούσαν στην προ της κρίσης εποχή. Ο δρόμος που έχει επιλέξει ο μεγαλύτερος εκ των αδελφών τον οδηγεί στην καταστροφή αρχικά, και σε μια δεύτερη ευκαιρία στη συνέχεια. Τι θέλατε να επισημάνετε με την ανάδειξη αυτής της ανούσιας ζωής;
 Την ουτοπία του τίποτα, που πολλοί άνθρωποι κυνηγάνε μια ολόκληρη ζωή για να μείνουν στο τέλος μόνοι και δυστυχισμένοι, περικυκλωμένοι από άψυχους επαίνους και καταθέσεις με πολλά μηδενικά. Όμως, αν βγάλεις τον αριθμό από μπροστά, μόνο τα μηδενικά μένουν. Η αξία της ζωής βρίσκεται σε πολύ απλά πράγματα. Καλό είναι να την δει οποιοσδήποτε έγκαιρα, ιδιαίτερα οι νέοι.

Η συνάντηση των τριών αδελφών στα πατρώα εδάφη και ο άρρηκτος μεταξύ τους δεσμός θεμελιώνονται, και κυριολεκτικά, στην ιστορία σας. Παρά τα όποια ελαττώματά μας ως λαού, μας «διασώζει», σήμερα, στις κακουχίες, αυτό το συγγενικό δέσιμο που χαρακτηρίζει τους Ελληνες; 
 Στο τέλος του βιβλίου βάζω σαν τόπο συνάντησης όλων τους, το πατρικό σπίτι του παππού, θέλοντας να δείξω αυτό ακριβώς που λέτε. Μας ενώνουν οι πρόγονοί μας… Οι τόποι που έζησαν, τα σπίτια που κατοίκησαν, τα χώματα που πάτησαν, τα δένδρα που φύτεψαν. Μας ενώνει ο αέρας της γης μας.

Η ιστορία σας ξεδιπλώνεται μέσω φλας-μπακ. Χρησιμοποιείτε, γενικά, αυτές τις διαδρομές μεταξύ παρόντος και παρελθόντος;
Μου αρέσει πολύ το φλας-μπακ. Κάνω αυτό το «σκηνοθετικό» τερτίπι σε όλα τα βιβλία μου για να ενώσω εποχές και συνήθειες, να δώσω την αύρα του παλιού μα όχι ξεχασμένου τρόπου ζωής. Είναι η δική μου αντίληψη, για μια επαναληπτική άσκηση μνήμης. Μου αρέσει πολύ το φλας-μπακ.

Στο μυθιστόρημά σας κυριαρχεί η αγάπη, η αυθεντική, η οποία και βγαίνει νικήτρια στο τέλος, ανταμείβοντας τα τρία αδέλφια, που είχαν κακοπάθει στον τομέα αυτό. Πιστεύετε ότι η δικαίωση μάς χτυπάει πάντα την πόρτα; 
Η ζωή είναι ένας κύκλος, δεν γέρνει πουθενά. Είμαι της άποψης πώς ό,τι σπέρνεις αυτό θερίζεις στο τέλος. Η δικαιοσύνη εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Δεν είναι πάντα «καταδεκτική», κι ούτε πρέπει να είναι! Όμως ναι, πιστεύω εν τέλει ότι η ζωή σε ανταμείβει κατά τα έργα σου.

-Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ώρα, που γράφει.
«Μόνο ώρα έμπνευσης. Θέλω να είμαι μόνη μου όταν γράφω κι εκείνες τις ώρες ξεχνώ τα πάντα. Ζω μόνο με τους ήρωές μου» διευκρινίζει.

-Σε τι αναγνώσματα της αρέσει να «βουτάει»; 
 «Διαβάζω πολλή ποίηση, ιστορία και κλασική λογοτεχνία. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα βιβλία της Εστίας, τον Νίκο Καζαντζάκη και Γιώργο Ιωάννου. Μου αρέσει η γλώσσα των παλιών συγγραφέων (Καραγάτσης, Μυριβήλης, Τερζάκης, Αθανασιάδης). Διαβάζω, επίσης, συχνά Οδυσσέα Ελύτη» απαντά.

-Γεμάτη μέρα της θεωρεί πως είναι 
«όταν, ξυπνώντας το πρωί, δεν υπάρχει τίποτα προγραμματισμένο και τελικά γράφω όλη μέρα…».

-Στον άλλο εκτιμά 
 «πάνω από όλα την καλοσύνη. Σιχαίνομαι τη μικροπρέπεια, την αγνωμοσύνη και τον δήθεν καθωσπρεπισμό. Οι αξίες εφαρμόζονται στη πράξη και όχι στα λόγια».

-Ποιες καταστάσεις την κάνουν να ασφυκτιά;
«Το ψέμα και η υποκρισία. Φεύγω οριστικά, αφού, όμως, πρώτα εξαντλώ όλα τα περιθώρια, γιατί η αλήθεια είναι ότι δίνω πολλά περιθώρια πριν. Από κάποιο όμως σημείο και μετά, τα ''ρολά'' πέφτουν με δυνατό θόρυβο».

- Έχει κάτι νέο στα σκαριά αυτή την εποχή; 
 « Έχω κάτι στο μυαλό μου, το έχω ήδη ξεκινήσει, όμως να τελειώσουν πρώτα οι περιοδείες, να ξεκουραστώ λίγο και μετά θα το δουλέψω εντατικά. Άλλωστε, εγώ πάντα γράφω» λέει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου