Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Το εργαστήρι του συγγραφέα - Αννα Γαλανού


Πολλές φορές με ρωτούν φίλοι, αλλά επί το πλείστον αναγνώστες, που βρίσκω τις ιστορίες που γράφω, αν είναι αληθινές, ή αν είναι εξ’ ολοκλήρου φανταστικές. Επίσης με ρωτούν πόσο δύσκολο είναι για κάποιον που έχει μια ιστορία να τη μεταφέρει στο χαρτί και να την κάνει βιβλίο.
Νομίζω είναι κατάλληλη η ώρα για να μπορέσω να απαντήσω, μιας και αυτό το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα που εκδίδεται, όμως παράλληλα έχω μια αξιόλογη εμπειρία, καθόσον έχω βραβευτεί σε θεατρικό έργο, σε διήγημα, ποίηση και δοκίμιο.. Καθένα στο χρόνο του, στην ώρα του και στην εποχή του…

Όλα ξεκινούν από το παραμύθι, τη μυθοπλασία και τη φαντασία. Τρία ουσιαστικά που όσο κι αν μοιάζουν δεν είναι ίδια, ούτε έχουν το ίδιο νόημα, ούτε παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Για να γίνει όμως ένα βιβλίο, χρειάζονται και τα τρία. Είτε μυθιστόρημα είναι αυτό, είτε δοκίμιο, είτε ιστορικό, είτε λαογραφικό, είτε αφηγηματικό, αν δεν υπάρχουν τα τρία αυτά ουσιαστικά που να δένουν μεταξύ τους, βιβλίο δεν μπορεί να υπάρξει.
Να εξηγήσω λοιπόν τα χαρακτηριστικά του καθενός, για να μπορέσετε εύκολα να καταλάβετε τι θέλω να πω. Απευθύνομαι ταυτόχρονα και σε όσους από σας έχουν μια ιστορία στο μυαλό τους και θα ήθελαν να την γράψουν. Τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από αυτό. Ούτε μπορείς όσο καλά και να κατέχεις την Ελληνική γλώσσα να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αρχίσεις να γράφεις επειδή ίσως θεωρείς ότι θα σε καθοδηγήσει η ίδια η  έμπνευση της ιστορίας που έχεις στο νου σου. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Το παραμύθι:

Στο χαοτικό κόσμο της σκέψης, υπάρχουν εικόνες που κρατάμε κλειδωμένες από τα μικράτα μας. Είναι ο τρόπος που αντιληφθήκαμε κάποτε, πριν ακόμα μάθουμε να διαβάζουμε, τα παραμύθια που μας έλεγαν κι αργότερα αυτά που διαβάσαμε εμείς οι ίδιοι. Αν το σκεφτούμε καλά, ίσως κάποιοι από σας μπορέσουν και θυμηθούν ότι από τότε είχαν απορίες και ερωτήματα για το κάθε παραμύθι που άκουγαν. Άλλοι τα έθεταν για τους τα εξηγήσει κάποιος, κι άλλοι όχι. Οι δεύτεροι προτιμούσαν να τα σκεφτούν μόνοι τους, να φοβηθούν ή να χαρούν πάντα με τις απαντήσεις που οι ίδιοι ήθελαν να δώσουν και το τέλος αν δεν τους άρεσε όπως ήταν, το διαμόρφωναν στο μυαλό τους κατά το δοκούν.
Αναφέρομαι λοιπόν σ’ αυτούς, κι όχι στους άλλους που ρωτούσαν συνεχώς το πώς και το γιατί, τις περισσότερες φορές επιφανειακά, αφού το παραμύθι αποτελούσε μόνο τη ανάγκη ν’ ασχοληθεί κάποιος μαζί τους και αμέσως την επόμενη μέρα το ξέχναγαν.
Η αναβίωση του παραμυθιού λοιπόν, είναι το πρώτο συγγραφικό βήμα, γίνεται άθελα μας, αφού για μια ιστορία που δεν μας ανήκει, δίνουμε τη δική μας διάσταση, και στη συνέχεια και το δικό μας τέλος. Άτομα που δεν διάβασαν παραμύθια, ή που δεν τους άρεσαν τα παραμύθια, κατά τη γνώμη μου μπορούν μεν να εκτιμήσουν ένα καλό ή όχι βιβλίο, όμως να γράψουν είναι αδύνατο.

Μυθοπλασία:

Τι σημαίνει αυτό;  Κυριολεκτικά, ο ορισμός της λέξης είναι η επινόηση της ιστορίας. Τι σημαίνει όμως επί της ουσίας; Είναι ο κορμός του βιβλίου, η δομή του. Χωρίς μυθοπλασία, κανένα βιβλίο, όσο και ειδικό να χαρακτηρίζεται δεν μπορεί να σταθεί σωστά. Εδώ παρεμβάλλεται η γραφίδα του συγγραφέα, η προσωπική του σφραγίδα, είτε γράφει ιστορία, είτε διήγημα είτε νουβέλα. Είναι το πλέον δύσκολο στη σύλληψη, είναι το πιο επίπονο,  ακόμα και για την κατανομή της ιστορίας. Εδώ δεν υπάρχουν θέσφατα, ούτε και μαγικές συνταγές. Μπορεί να έχεις μια πολλή όμορφη και ξεχωριστή ιστορία να πεις και να μην ξέρεις να την πλάσεις, να τη κάνεις να στέκεται σωστά στα πόδια της. Διαβάζουμε τέτοιες, που δημιουργούν σύγχυση και από τη δέκατη κιόλας σελίδα, ψάχνεις τους ήρωες στις προηγούμενες. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει το χάρισμα, που αμφιβάλλω αν μπορεί να διδαχθεί. Είναι αυτό που λέει ο λαός, ή τόχεις ή δεν τόχεις!
Υπάρχει ακόμα κάτι που δεν είναι τεχνικό, και αφορά το συγγραφέα. Πόσο πιστεύει την ιστορία του, τους ήρωες του. Πόσο τους αγαπά, πόσο αληθινά τους ζει πριν ξεκινήσει να τους περιγράφει! Μπορούν να τον κάνουν να κλάψει, να θυμώσει, να μην κοιμηθεί ή να στριφογυρίζουν στο μυαλό του μέχρι να ολοκληρώσει τις σελίδες που πρέπει. Η ανεπανάληπτη και μοναδική Λιλή Ζωγράφου, έγραψε ένα βιβλίο μόνο 112 σελίδες … το ξέρετε οι περισσότεροι. ‘’Η αγάπη άργησε μια μέρα’’… θυμηθείτε τα αισθήματα, το πόνο, την εξελικτική συνέχεια και τη δομή του βιβλίου. Αναφέρομαι σ’ αυτό γιατί είναι πασίγνωστο. Υπάρχουν πολλά τέτοια, που ο συγγραφέας μπορεί να τελειώνει την ιστορία του είτε σε 100 αλλά ακόμα και σε 1000 σελίδες. Αυτό όμως πρέπει να το ζητήσουν οι ήρωες του… κι όχι να πιάνουμε κάτι από τα μαλλιά, για να κάνουμε ένα τόμο!

Φαντασία:

Χωρίς φαντασία δεν μπορείς ούτε ένα σωστό καφέ να φτιάξεις, πόσο μάλλον να γράψεις, να περιγράψεις και να κάνεις τους αναγνώστες σου να ταξιδέψουν. Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό, έχει πολλά στοιχεία από δυο προηγούμενα. Μια ταξιδιάρα ψυχή μπορεί να δει την άσπρη πέτρα σαν διαμαντόπετρα, ένα κύμα σαν χάδι κι ένα χαμόγελο σαν υπόσχεση ζωής. Η φαντασία του συγγραφέα είναι το πλέον ουσιαστικό χαρακτηριστικό, που αφορά και το προσωπικό του ύφος. Θα παίξει με το μυαλό των αναγνωστών του, θα πονέσει με τα αισθήματα των ηρώων του, θα βάλει εμπόδια μπροστά τους και στη συνέχεια θα δημιουργήσει τον από μηχανής Θεό. Η φαντασία είναι αυτή που όλους τους λυτρώνει στο τέλος, και ήρωες και αναγνώστες.
Θα αναφέρω ένα μικρό παράδειγμα που συμπεριλαμβάνει αυτούς τους τρεις άξονες., για να μπορέσετε να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ. Θα πω κάτι τελείως φανταστικό που ξεφεύγει από συναισθήματα.
Περιγράφει π.χ ο συγγραφέας τη σκηνή από ένα άνθρωπο που ξυπνά απότομα.
Φανταστείτε στη θέση του αυτού του ανθρώπου… όποιον ήρωα θέλετε.
Πρώτο στοιχείο: Το παραμύθι.  Πάντα ο κεντρικός ήρωας, θυμίζει κάποιον που ξέρετε από το παρελθόν. Είτε ήταν βασιλιάς, είτε βάτραχος, είτε δράκος, είτε νεράιδα, είτε σταχτοπούτα, πάντα ο κεντρικός η οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου σας θυμίζουν κάποιον.
Δεύτερο στοιχείο: Μυθοπλασία. Πάνω στον ήρωα στήνεται το μυθιστόρημα, αυτός είναι ο καμβάς και οι βελονιές που τον γεμίζουν είναι όσοι τον περιβάλλουν, είναι οι αντιήρωες, τα γεγονότα και η πλοκή της ιστορίας. Πάνω σ’ αυτόν ή σ’ αυτούς αν είναι περισσότεροι, στήνεται το βιβλίο.
Τρίτο στοιχείο: Φαντασία. Το φανταστικό της ιστορίας είναι τα απρόοπτα και η αγωνία που σελίδα με τη σελίδα αναπτύσσει ο συγγραφέας. Αυτή η αγωνία που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης σ’ ένα δυνατό βιβλίο, είναι η φαντασία του συγγραφέα, και τις περισσότερες φορές  το παιχνίδι αυτό δεν το κάνει μόνο με τους αναγνώστες του, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του. Ξέρετε πόσες φορές κάνω ‘’καζούρα’’ μόνο και μόνο για να γελάσω, για να ξεφύγω… από το δραματικό μέρος του βιβλίου ή πόσες επίσης επίτηδες καθυστερώ την κορύφωση της λύσης; Πάρα πολλές!
Υπάρχουν επίσης δυο παράμετροι που οφείλω να αναφέρω.

-     Αληθινές ιστορίες
-     Συναισθήματα

Δεν αλλάζει τίποτα από τα παραπάνω αν η ιστορία που περιγράφουμε στο βιβλίο μας είναι αληθινή. Αν την πούμε όπως την ακούσαμε, αλίμονο μας. Δεν μπορούμε να έχουμε βιβλίο, παρά μόνο ένα κείμενο αφήγησης. Υπάρχουν πολλά τέτοια, όπως υπάρχουν και αντίστοιχα βιωματικά. Κάποια αποτελούν διαμάντια στη λογοτεχνία, και άλλα είναι μόνο για να υλοποιήσουμε συμβόλαια. Μπορείτε και τα ξεχωρίζετε όλοι. Δεν θέλω λοιπόν να σταθώ σ’ αυτά, ούτε και σε κείνα που μονότονα επαναλαμβάνονται...  Προσωπικά σέβομαι το κάθε βιβλίο, όμως για μένα η ιστορία πρέπει να βασίζεται πάνω στις παραπάνω δομές. Αν λοιπόν μια βιωματική ή μια αληθινή ιστορία που μας είπαν, είναι γραμμένη πάνω στα χαρακτηριστικά που ανέφερα, θεωρώ ότι μπορεί να γίνει ένα πολύ σπουδαίο βιβλίο.
Συναισθήματα: Ο μεγάλος κίνδυνος, θα μπορούσε να έχει την επικεφαλίδα αυτή. Να εξηγήσω. Πολλές φορές γράφοντας ο συγγραφέας χάνει το μέτρο. Δεν μπορεί κανένας από μας να αποφύγει να βάλει προσωπικές του αναφορές και συναισθήματα μέσα στα βιβλία του. Πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας καθώς γράφουμε υπάρχει ένα ‘’εμείς πως θα νοιώθαμε αν αντιμετωπίζαμε κάτι τέτοιο;’’ Είναι λογικό να συμβαίνει, αφού εμείς δημιουργούμε τις ιστορίες και τους ήρωες. Τους βάζουμε λοιπόν σε μια διαδικασία να ζήσουν, τους ζωντανεύουμε, τους δίνουμε πνοή και υπόσταση, και με τον ίδιο τρόπο τους κάνουμε να αισθάνονται. Η ισορροπία είναι το παν εδώ. Η υπερβολή, που δεν μπορεί να την αποφύγει εύκολα κανείς, πρέπει να εξισορροπείται αμέσως στο επόμενο κεφάλαιο, δημιουργώντας άλλα συναισθήματα. Γιατί διαφορετικά το βιβλίο θα αποτελείται από σπουδαίες περιγραφές και γεγονότα, όμως ο αναγνώστης δεν θα συμμετέχει στο ελάχιστο ούτε στο πόνο, ούτε στο θάνατο, ούτε στον έρωτα… Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη όπου κυριαρχούν πάθη, χαρές, λύπες, αγάπες και ηδονές και δεν μπορείς να βρεις στο τέλος τον ειρμό, ώστε να κάνεις τη σύνθεση.
Έτσι λοιπόν η ισορροπία και η αρμονία είναι το παν. Το μέτρο, και οι περιγραφές, να δένονται σωστά με τα αισθήματα.
 Προσωπικά τώρα
Δεν θα μπορούσα να μη μιλήσω για μένα. Πρωτίστως οι θεωρίες πρέπει να εφαρμόζονται απ’ αυτόν που τις υποστηρίζει.
Γράφω από οκτώ ετών. Με πλήρη επίγνωση, με μετριοφροσύνη και χωρίς καμιά έπαρση σας ομολογώ ότι πάντα μέσα μου πίστευα ότι είμαι συγγραφέας. Είχα αυτή τη τρέλα, να φτιάχνω πράγματα στο μυαλό μου και να τα γράφω … Ξεκίνησα ακόμα με μολύβι, πριν καν πιάσω στυλό…
Βλέπω μια εικόνα ενός ανθρώπου που μου τσιγκλά τον εγκέφαλο κι αμέσως τον τοποθετώ σαν ήρωα σε μια δική μου φανταστική ιστορία. Την φτιάχνω εκείνη τη στιγμή. Δεν κρατώ σημειώσεις, ασφαλώς δεν φτιάχνω τη δομή του βιβλίου, δεν ξεχωρίζω κεφάλαια ή περιγράφω συναισθήματα, όμως έχω το θέμα. Τα υπόλοιπα όλα γιγαντώνονται σιγά σιγά μέσα μου. Ακολουθώ κατά γράμμα τις ‘’παραπάνω οδηγίες’’ που σας είπα. Αυτό γίνεται ακούσια και μηχανικά. Επίσης δεν με επηρεάζουν εξωτερικά και άψυχα πράγματα… δηλ. μια παραλία δεν με εμπνέει να γράψω, ούτε αν είναι βροχερή η μέρα, ούτε αν περπατώ σ’ ένα χαλί από φύλλα. Μαζεύω τις εικόνες και τα συναισθήματα που τις περιβάλλουν και τις χρησιμοποιώ σαν συμπλήρωμα στις ιστορίες μου. Με ενδιαφέρουν πρωτίστως οι άνθρωποι, τα πρόσωπά τους, οι γκριμάτσες και το γέλιο τους… δίνω μεγάλη σημασία σ’ αυτό. Πόσο αληθινοί είναι.

‘’Οι Τρεις φωτιές’’
Πέρυσι, αρχές Σεπτεμβρίου κι ενώ ήμουνα σε μια σχεδόν άδεια παραλία των Αθηνών, ξαφνικά στις διπλανές πολυθρόνες ήρθε μια οικογένεια  με τρία παιδιά. Αγόρια, σαν σποράκια το ένα ίσα λίγους πόντους ψηλότερο από το άλλο. Η μητέρα τους ήταν ντυμένη λες κι είχε βγει μέσα από φιγουρίνι του ’60. Φόρεμα μαύρο, ίσιο κοφτό, όχι θαλάσσης, με κοντά μαύρα μαλλιά και ψαθάκι και γυαλιά πεταλούδας. Καθώς τα ετοίμαζε για τη θάλασσα, ο πατέρας αδιάφορος κάπνιζε λίγο παρά πέρα. Έβλεπα τα παιδιά, σοβαρά, σχεδόν αμίλητα να περιμένουν να τελειώσει η μαμά με το λάδι, τα μπρατσάκια και τις συμβουλές για να παίξουν ήσυχα χωρίς να ενοχλούν... Ποιόν; στην θάλασσα δεν υπήρχε κανείς… Όταν τέλειωσαν, ανέβηκαν σαν μικροί  κύριοι επάνω στη ξύλινη περπατησιά της πλαζ και προχώρησαν σαν στρατιωτάκια το ένα πίσω από το άλλο προς τη θάλασσα.
Αυτό ήταν… χάθηκα μέσα στις σκέψεις της ιστορίας που άρχισε να θεριεύει στο μυαλό μου. Άρχισε να γράφεται το βιβλίο κεφάλαιο κεφάλαιο εκεί στη θάλασσα. Μέχρι να επιστρέψω στο σπίτι το είχα σχεδόν όλο. Έμενε να δουλέψω την ιστορία του, να πλάσω τους χαρακτήρες και να βρω το κρυμμένο μυστικό του… Να στήσω το παραμύθι.
Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Τρία αδέλφια, ξεκινούν από την ίδια αφετηρία και σκορπίζονται σε διαφορετικά σημεία του κόσμου αμέσως μόλις τελειώνουν το σχολείο. Τρεις αλλιώτικοι χαρακτήρες, που έχουν ένα κοινό γνώρισμα. Την απελπισία της απαξίωσης που νοιώθουν μέσα στο σπίτι τους.
Όλα τα πρόσωπα παίρνουν τη θέση τους πάνω στο καμβά αυτής της ιστορίας. Ο κάθε ήρωας αποτελεί και μια ξεχωριστή ενότητα, μιας και παρακολουθούμε πλέον πορείες ζωής. Ο Ιάκωβος, ο Μάριος, ο Αργύρης.
Τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, με εκ διαμέτρου αντίθετους στόχους και επιδιώξεις, υψώνουν ανυπέρβλητα τείχη με τη φυγή τους και δημιουργούν καταστάσεις παγίδες, στη ζωή τους. Συναισθηματικές, επαγγελματικές και προσωπικές. Ο σταυρός που κουβαλά ο καθένας τους είναι διαφορετικός. Άλλωστε πώς θα μπορούσε να ήταν ίδιος, όταν κοντά είκοσι χρόνια ή κάτι λιγότερο κάνουν να συναντηθούν και πάλι όλοι μαζί.
Το βιβλίο ξεκινά στο Παρίσι, πηγαίνει στην Ιρλανδία, στη Νέα Υόρκη, στην Αθήνα, στο Ρέθυμνο και στη Πελοπόννησο.
Έχει τη χάρη του μη στατικού… και λέω χάρη γιατί θα εισπράξετε αυτό το ταξίδι των τριών τους με αγωνία, θυμό, δάκρυα και ανακούφιση…
Το τέλος είναι καλό, όμως δεν έχει και τόση σημασία αυτό. Πάντα δικαιώνω τους ήρωες μου, πάντα παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Έτσι για μένα η λύτρωση είτε με θετική είτε με αρνητική έκβαση αποτελεί πάντα ‘’το καλό τέλος’’.
Όμως σημασία για μένα δεν έχει παρά μόνο το ταξίδι…
Αυτό έχει να κάνει και με το πώς αντιλαμβάνομαι εγώ τη ζωή.

Κέιμενο: Άννα Γαλανού

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ - VIDEO

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΑ ''ΦΩΤΟΝΙΟ'', Την Γεωργία Διακάκη και τον Τάσο Γκιζώρη, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ, ΓΙΑ ΤΙς ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΝ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ - Public 10 Απριλίου 2013

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΙΕΣ 
Κεντρική παρουσίαση  στα Public από την κ. Μαρία Κουλούρη

Είναι τιμή για μένα να παρουσιάσω το βιβλίο της Άννας Γαλανού ‘’Οι τρεις φωτιές’’
Η χαρά μου μεγάλη... το άγχος μου ακόμη μεγαλύτερο!

Θα μπορέσω να περάσω αυτό που ένιωσα, που με κράτησε εκεί στις σελίδες του μέσα, που μ’ έκανε να σημειώσω, να υπογραμμίσω, να ξαναγυρίσω τα φύλλα του μπρος - πίσω, να βάλω, να βγάλω το σελιδοδείκτη δεκάδες φορές; 
Η Άννα Γαλανού , στο μυθιστόρημά της ‘’Οι τρεις φωτιές’’, περιγράφει τις ζωές τριών αδελφών! Η ιστορία έχει σαν αρχή της το σήμερα και ...μέσα από τα μάτια τους,  βουτάει στο χτες κάθε φορά ειδωμένο από άλλη μεριά ...και επιστρέφει πίσω, για να εξηγήσει συμπεριφορές, να δικαιολογήσει καταστάσεις, να δώσει βήμα για απολογίες…
Το παρελθόν στέκεται τροχοπέδη ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.  Τροχοπέδη που ο καθένας από τα αδέλφια προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του ...
Η πιο βαριά που είναι ταυτόχρονα και  θηλιά στο λαιμό, είναι για τον Αργύρη τον μικρότερο αδελφό… 
Όλα τα αδέλφια έχουν μεγαλώσει σ’ ένα στείρο, ψυχρό και άδειο από συναισθήματα οικογενειακό περιβάλλον κι αυτό έχει αφήσει έντονα τ’ αποτυπώματά του επάνω τους!
Η μάνα ψηλή όμορφη με κατάλευκη αψεγάδιαστη επιδερμίδα με καταγάλανα μάτια λυγερή και πανέμορφη..μορφωμένη ....αλλά, μέχρι εκεί.. Άβουλη, χωρίς δικό της λόγο, υποχωρητική και πιασμένη σ’ έναν ιστό που όμως ή ίδια έπλεξε και άφησε να την τυλίξει...
Ο πατέρας ψυχρός, τυπικός, αγέλαστος, αμίλητος…
Όπως αναφέρει η συγγραφέας, ‘’Τύπος και υπογραμμός! Μ’ ένα του βλέμμα, τους πάγωνε και αμέσως το κουτάλι που είχε σηκωθεί άτακτα από το μπολάκι του παγωτού, έπαιρνε την κανονική του θέση στο χέρι τους’’ !
Ο σφιχτός κλοιός και οι διαρκείς παροτρύνσεις του πατέρα τους, τους αναγκάζει να βρουν τρόπους διαφυγής!
 Η ιστορία αρχίζει με τον Μάριο! Το δεύτερο αδελφό! Ζει στο Παρίσι 15 χρόνια!
Τον Μάριο!  Το ρομαντικό, τον ευαίσθητο, τον δοτικό!  Τον Μάριο που δεν του αρέσουν οι αλλαγές,  τον Μάριο, που παρκάρει τις χαλασμένες μηχανές του, στο υπόγειο του σπιτιού του, γιατί ....κάθε μία από αυτές χαρακτηρίζει και μια διαφορετική περίοδο της ζωής του!
όχι χρονική - όπως αναφέρει η συγγραφέας - αλλά επετειακή … Γιατί ο Μάριος έτσι μετρούσε το χρόνο…
Τον Μάριο που δεν αρκούνταν σε ημίμετρα!   Χρόνια ολόκληρα έλεγε να βάλει δυο λουλούδια στη μικρή αυλή του και χρόνια ολόκληρα πέρναγε αδιάφορος μπρος από τα ανθοπωλεία...
Γιατί; Επειδή στο μυαλό του κουβάλαγε μια αυλή με δέντρα και μια κούνια δεμένη στο κλαδί μιας μουριάς!
Τον Μάριο που δεν ικανοποιούνταν με ημίμετρα… αλλά τα δέχτηκε όμως! Στον έρωτα, με την Υβόν, το μεγάλο του πάθος!
Κι όταν όλα τελειώνουν,  φεύγει για την Ιρλανδία και μια μεταφορική εταιρία αναλαμβάνει να μεταφέρει όλα κι όλα τρία κιβώτια που κλείνουν μέσα τους 15 χρόνια! Μια ολόκληρη ζωή…!
Εκεί γνωρίζει τη Σάλλυ!
Η Σάλλυ, είναι συγγραφέας, ζει στο πανέμορφο Κορκ, στην Ιρλανδία, γράφει και ονειρεύεται! Στο δρόμο της συναντά αστείες, θλιβερές, αδιέξοδες ερωτικές ιστορίες ανθρώπων, γράφει, γράφει και περιμένει τον έρωτα...
Στα σαράντα της πια, σβήνει το ένα και μοναδικό κερί των γενεθλίων της...μόνη της!
Η Σάλλυ ανεξάρτητη, δυναμική μα συνάμα τρυφερά ρομαντική, που σε ένα c.d έχει γράψει 24 φορές ένα τραγούδι… Το ίδιο τραγούδι!
Στο πρόσωπο του Μάριου συναντά τον έρωτα… μόνο που αυτός είναι, μονόπλευρος!
Της αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα, μοιράζει κρυφά χαρτάκια με το ‘’σ’ αγαπώ’’ γραμμένο επάνω … και περιμένει ! Φυλλομετρά τις σελίδες ενός βιβλίου, κι αν το άθροισμα της βγαίνει 7, τότε λέει μέσα της ‘’μ’ αγαπά’’, αν είναι 5, ‘’δεν μ’ αγαπά!’’ Έτσι γεμίζει τον εαυτό της αυταπάτες και περιμένει...
‘’…ήταν αγάπη χωρίς ανταπόκριση, χωρίς αντίκρισμα. Μάζευε τα ψίχουλα που της έδινε και προσπαθούσε να φτιάξει τη φέτα, αλλά δεν είχε καταφέρει να σχηματίσει ούτε καν μια μπουκιά..'' αναφέρει η συγγραφέας!
Ο Ιάκωβος είναι ο μεγάλος αδελφός. Ψύχραιμος, ορθολογιστής και γενικά ψυχρός άνθρωπος...
Όλη του η ζωή,  αποτελείται  από κουτάκια και αυτός απλώς πατά τη λέξη next!
Πετυχημένος οικονομολόγος στην Αμερική, ζει μόνο για το χρηματιστήριο, την εταιρία, τα χρήματα, τη δόξα! 
Ζει ; Όχι ...απλά πατά τη λέξη  next κι αυτό το next θα τον ακολουθεί και θα ρυθμίζει όλες του τις κινήσεις!
Και …έρχονται τα πάνω κάτω στη ζωή του, ανατρέποντας ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε.
Γυρνά στην Ελλάδα, άγνωστος και πηγαίνει στο Ρέθυμνο όπου ξαναρχίζει απ’ την αρχή... εκεί γνωρίζει την Κατερίνα!
Μια γυναίκα σίφουνα, δυναμική, αστεία, απλή, τρυφερή! Εισβάλλει στη ζωή του, με το έτσι θέλω και του δείχνει με την αγάπη της μια άλλη πλευρά της ζωής που ως τότε αγνοούσε!
Ο έρωτας κυριαρχεί μέσα στο βιβλίο της Άννας Γαλανού, μέσα από τις ζωές των ηρώων της, δοσμένος όμως τελείως διαφορετικά.
Έτσι, βλέπουμε έναν έρωτα μονόπλευρο, δοτικό, όχι όμως καταστροφικό, βλέπουμε έναν έρωτα που συνοδεύεται από πραγματική αγάπη που θέλεις να δώσεις τα πάντα γι’ αυτόν που πονάς αλλά δεν διστάζεις να θυσιάσεις πολλά πράγματα!
Βλέπουμε έναν έρωτα υπομονετικό που ζει και τρέφεται ελπίζοντας ...!
Βλέπουμε έναν έρωτα άρρωστο, υποχωρητικό, δεσμευτικό, εκβιαστικό, που μόνο καταστροφή μπορεί να φέρει στους γύρω του!
Ο Έρωτας… σε όλες τις μορφές του!
O Αργύρης, ο μικρότερος αδελφός, είναι το πρόσωπο που του φύλαγε η μοίρα ή οι τραγικές συμπτώσεις, να μάθει το καλά κρυμμένο μυστικό της οικογένειας, να το κουβαλήσει μαζί του, να αυτοχριστεί προστάτης των αδελφών του, να αυτοχριστεί μάρτυρας, να θυματοποιήσει τον εαυτό του, και να μπει έτσι σ’ έναν κύκλο απ’ όπου δεν μπορούσε να ξεφύγει! Να πέσει σε μια τρύπα, κι εκείνη, να τον ρουφάει χρόνια.
Ο Αργύρης με το ιδιαίτερα χαρισματικό μαθηματικό μυαλό, που έκρυβε πάντα από αντίδραση, που ο αριθμός 9 και τα υποσύνολά του ήταν το κρυφό παιγνίδι του στα πρώτα του χρόνια στο σχολείο, που το κρυφό πάθος του, το μπουζούκι, κρατιόταν καλά κρυμμένο σε μια αποθήκη με καυσόξυλα… Αυτός λοιπόν ο Αργύρης, βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, στα άπατα βαθειά νερά ! Βρέθηκε να χάνεται!
Όλη του η εφηβική και νεανική ζωή βρίσκεται γραμμένη σε δυο τετράδια! Αργύρης 1 και Αργύρης 2 … και που ούτε επικεφαλίδα, κατ’ εκείνον, δεν αξίζουν να κουβαλούν! Σταματημένα όλα στη σελίδα με τον αριθμό 9.
Κι όταν μετά από χρόνια περιπλάνησης και αναζητήσεων του εαυτού του,  βρίσκει την αληθινή αγάπη στη ζωή του, καταφέρνει να κλείσει τα πάντα πίσω του, γράφοντας το τελευταίο κεφάλαιο στο ημερολόγιό του. ‘’ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ’’
Κι έρχεται έτσι η δικαίωση για κείνον, το ησύχασμα, το γαλήνεμα, το τέλος μιας πολύπαθης διαδρομής και η αρχή μιας άλλης, φωτεινής πια, στηριγμένης στην αγάπη και στην αλήθεια.
Η Άννα Γαλανού στις Τρεις φωτιές της, βάζει τους ήρωες της να ζήσουν τον καταστροφικό τον έρωτα, τον καταλυτικό, αλλά και τον έρωτα που γεννιέται και υπάρχει μόνο από το πάθος!
Τους βάζει να ζήσουν  τις εμμονές, την αυτοκαταστροφή, τον εγωισμό, την αλαζονεία, το ψέμα, τα μυστικά! Τις λάθος αξίες, αυτές που λαμπυρίζουν μέσα από το χρυσαφί αλλά faux περιτύλιγμά τους και στη συνέχεια με πολλές και δύσκολες ανατροπές στη πορεία της ζωής τους,  αναδεικνύει τον αληθινό έρωτα που ζει και ανδριεύεται μέσα από την αγάπη και την εκτίμηση, αναδεικνύει την αλήθεια, το φως, τις μικρές αλλά πολύτιμες αξίες της ζωής που είναι γύρω μας! 
Τα μηνύματα που περνά μέσα από τη μυθοπλασία είναι πολύ δυνατά! Τα περνά και τα δικαιολογεί! Τα ενισχύει και τα τονίζει και πάντα μέσα από τη ζωή των ηρώων της!
Κι αυτό είναι το δυνατό σημείο του βιβλίου της .....
Η γλώσσα είναι δυνατή, ρέουσα, ορμητική! Διαχέει πρωτόγνωρα κάθε περιγραφή μέσα στην όλη διαδικασία του κειμένου! Οι χαρακτήρες στημένοι άψογα, από τους πρωταγωνιστές μέχρι τους κομπάρσους ! 
Η Άννα Γαλανού, έχει αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα…! Δεν στήνει αριστοτεχνικά μόνο τους ήρωες, αλλά και κείνους που κρατούν δυο σειρές μέσα στα βιβλία της! Στον καθένα τους δίνει ένα ξεχωριστό γνώρισμα!  Στάθηκα αρκετά στην αρχική περιγραφή του Ιάκωβου, του μεγάλου αδελφού! Ήταν ο άνθρωπος που απλά .. πάταγε τη λέξη next!  Με μια λέξη, αντικαθιστά τόσα λόγια...
Οι περιγραφές ζωντανές, σαν να τις ζεις, του Κορκ, του Παρισιού, της Κρήτης κι ενός χωριού της Πελοποννήσου, τόπους που κινούνται και ζουν οι ήρωές της!
Εν τέλει! Οι τρείς φωτιές είναι ένα μυθιστόρημα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη!

Για μένα ένα βιβλίο είναι ένα ταξίδι, που δεν έχει τόση σημασία να δεις που θα φτάσεις ...δεν έχει σημασία να δεις πώς θα τελειώσει μια ιστορία, αλλά να νιώσεις και να πιάσεις αυτό που ..μέσα από κείνη, σου δίνεται!
Να ζήσεις κάθε του γραμμή, κάθε του περιγραφή, κάθε του λέξη...
...και το βιβλίο της Άννας Γαλανού..είναι ένα ταξίδι!

Σας ευχαριστώ
Κείμενο: ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ
10 Απριλίου 2013

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Συνέντευξη - Άννας Γαλανού

http://akamas.wordpress.com


1. Μια συμβατική οικογένεια οδηγεί τα τρία αδέρφια μακριά το ένα από το άλλο. Πως επηρεάζει η οικογένεια το χαρακτήρα των τριών αδερφών και τις μεταξύ τους σχέσεις;
Δεν θα την χαρακτήριζα απλά συμβατική, είναι ακόμα πιο ακραία η κατάσταση που βιώνουν. Το ψέμα κυριαρχεί και υπάρχει μόνο η πρόφαση ότι ζουν σαν οικογένεια.
Σαφώς όλα αυτά τους επηρεάζουν αρνητικά. Ιδιαίτερα τα παιδιά, τα οποία δεν μπορούν ούτε να σκεφτούν αλλά ούτε και ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Το μόνο που επιθυμούν είναι να φύγουν όσο γίνεται πιο μακριά.
Οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέρφια είναι καλές, τα παιδιά αγαπιούνται όμως το κλίμα δεν τους επιτρέπει να έρθουν κοντά, να μοιραστούν αγκαλιές, μυστικά και παιχνίδια. Όλα γίνονται κρυφά κι από ένα σημείο και μετά, δεν γίνονται καθόλου. Όσο μεγαλώνουν δημιουργείται απόσταση και κρύβουν τα αισθήματα τους μόνο και μόνο να μην θεωρηθεί αδυναμία.
2. Ο Μάριος φεύγει από το Παρίσι εξ αιτίας ενός χαμένου έρωτα και συναντά τη μεγάλη αγάπη στην Ιρλανδία. Πώς επηρεάζει αυτό τη ζωή του;
Την επηρεάζει θετικά, αλλά αφού περνά από σαράντα κύματα. Αρχικά, δεν είναι σε θέση να σκεφτεί, απλά ζει και βιώνει το σήμερα. Προσπαθεί να κτίσει μια καινούρια ζωή, να ξεκινήσει μια άλλη σχέση, αφού η προηγούμενη εμπειρία του τον έχει κάνει πολύ επιφυλακτικό. Εδώ παίζει μεγάλο ρόλο η Σάλλυ, η οποία του δίνεται με όλη της τη ψυχή, χωρίς να λογαριάσει τίποτα.
Μου αρέσει που η αγάπη, η αληθινή αγάπη κερδίζει τα πάντα. Γιατί στο τέλος τα παίρνει όλα. Απονέμεται δικαιοσύνη αισθημάτων, που πιστεύω ότι θα κατακτήσει τους αναγνώστες
3. Ο Ιάκωβος ξεπέφτει κοινωνικά και οδηγείται ακόμη και στη φυλακή; Πως τον βοήθησε η αγάπη της Κατερίνας να σταθεί και πάλι στα πόδια του;
Πριν φθάσουμε στη Κατερίνα, θέλω να σταθώ λίγο στην ουτοπία του χρήματος, της δόξας και της εξουσίας, που πολλές φορές ξεγελούν τα νέα παιδιά με την εφήμερη λάμψη τους. Πιστεύω ότι οι αξίες της ζωής είναι διαφορετικές και το βιβλίο τις αναδεικνύει. Ευτυχώς, δεν τις κατακτά κανείς με λιμουζίνες και ακριβά σπίτια.
Η Κατερίνα λοιπόν τον βοηθά, γιατί τον κάνει να δει τη πραγματικότητα με τα μάτια μιας γυναίκας που παλεύει μόνη της να μεγαλώσει ένα παιδί, να έχει μια αξιοπρεπή ζωή και μια δουλειά που δεν την προσβάλει. Επίσης εδώ, μεγάλο ρόλο παίζει ο έρωτας, που ο Ιάκωβος γνωρίζει για πρώτη φορά, αφού οι μέχρι τότε σχέσεις του ήταν τελείως επιφανειακές.
4. Ο Αργύρης είναι ο φορέας ενός τραγικού οικογενειακού μυστικού. Πόσο αυτό τον επηρεάζει στη ζωή του;
Ο Αργύρης στην εφηβεία του βιώνει μια τραγική σκηνή, που αφορά την οικογένεια του. Μέχρι τότε είναι χαμένος στις δικές του αναζητήσεις, χωρίς να δίνει και πολύ σημασία στο τι συμβαίνει γύρω του. Αυτό όμως που μαθαίνει ξαφνικά του ξυπνά απότομα μια αντίδραση, που τον κάνει να ξεφύγει από κάθε όριο. Δεν μπορεί να μαζέψει πια τη ζωή του, που τη βλέπει καθημερινά να σπάει σε χίλια κομμάτια. Αυτή η κατάσταση κρατά πολλά χρόνια. Το βασικότερο όλων είναι ότι χάνει τη πίστη στον εαυτό του. Θα μπορούσε ο συγκεκριμένος ήρωας να έχει μια τραγική κατάληξη. Ευτυχώς όμως, αυτό δε συμβαίνει. Συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ότι σημασία έχει ο αγώνας, να ξεπεράσεις ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό σου. Εδώ τον βοηθά πολύ ένα μικρό παιδί που συναντά τυχαία και η ευθύνη που αναλαμβάνει τον μεγαλώνει απότομα. Έτσι αρχίζει και βλέπει τα πάντα τελείως διαφορετικά.
5. Ποιός είναι ο ρόλος της αγάπης στη ζωή καθενός από τους ήρωες, καθώς και στη ζωή όλων μας;
Η αγάπη παίζει καταλυτικό ρόλο σ’ όλους τους ήρωες του βιβλίου. Είναι το πιο δυνατό συναίσθημα και γύρω από αυτή πλέκεται ο μύθος του. Μ’ ενδιέφερε να δείξω όλες τις πτυχές της. Πόσο αντέχει στο χρόνο, πόσο αληθινή είναι, πόσο ανιδιοτελής, πόσο αγνή και ταυτόχρονα μεγαλόπρεπη και απαιτητική. Όλες αυτές οι εκφάνσεις της υπάρχουν και διέπουν τους ήρωες και τις ηρωίδες του βιβλίου.
Έχω την ίδια αντίληψη και για την αληθινή ζωή. Επειδή πολλά παίζονται στο όνομά της αγάπης, θέλω να τονίσω, ότι η αγάπη δεν χρειάζεται τίποτα, παρά μόνο ένα πράγμα. Να την αφήσουμε να μας εξουσιάσει. Όλα θα ήταν πολύ καλύτερα, αν κάναμε μόνο αυτό.
6. Ποιός ήταν ο βασικός στόχος σου γράφοντας αυτό το βιβλίο;
Οι ανθρώπινες σχέσεις. Ζούμε σε μια στεγνή, ξερή εποχή, όπως λέει και ο τίτλος ενός βιβλίου που αγαπώ ιδιαίτερα, του Andre Brink.
Μέσα από το κάθε ήρωα μου, από τα τρία μέρη δηλαδή του βιβλίου, περιγράφεται και ένα κομμάτι αυτής της καθημερινότητας. Είναι σπουδαίο να μπορείς να ζεις σήμερα με πλήρη συνείδηση του τι ακριβώς συμβαίνει γύρω σου και πως διαμορφώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα σ’ όλη αυτή τη ξεραΐλα. Αν το ξέρεις αυτό μπορείς να ζήσεις, διαφορετικά απλά υπάρχεις. Με πόνεσε πολύ αυτό το βιβλίο, γιατί πολλά πράγματα αποκαλύπτονται με σκληρό τρόπο. Όμως όταν τα συναισθήματα τα βάζεις στο πηγάδι, όσο νερό κι αν έχει, στο τέλος κουράζονται και πιάνουν πάτο. Εγώ λοιπόν δεν σήκωσα απλά το καπάκι του πηγαδιού, έριξα μέσα το κουβά και ένα ένα τα έβγαλα έξω.
Άννα Γαλανού
3 Απριλίου 2013

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Άννα Γαλανού - Οι τρεις φωτιές, συνέντευξη


Το βιβλίο δεν είναι αξεσουάρ και η τιμή του πρέπει να είναι προσιτή σε όλους...


































1.      Τι πραγματεύεται το νέο σας μυθιστόρημα; 

Οι τρεις φωτιές είναι μια σπονδυλωτή ιστορία, που αναφέρεται σε τρία αδέλφια, το Μάριο, τον Ιάκωβο και τον Αργύρη.
Ο καθένας τους ακολουθεί μια εντελώς ξεχωριστή πορεία ζωής και μάλιστα από πολύ νεαρή ηλικία, χωρίς αυτό να αποτελεί δική τους επιλογή. Οι συνθήκες που επικρατούν στο σπίτι τους δεν τους αφήνουν πολλά περιθώρια. Οι σχέσεις των γονιών παίζουν καθοριστικό ρόλο, το ίδιο και οι χαρακτήρες των παιδιών που δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους.
Έτσι όπως εξελίσσεται η ιστορία, ο αναγνώστης οδηγείται από τον ένα αδελφό στον άλλο, ενώ παράλληλα βγαίνουν στο φως τραγικά, οικογενειακά μυστικά. 
Ο βασικός κορμός του βιβλίου είναι ο έρωτας, η απιστία, το πάθος, το ψέμα, η απληστία και η μοναξιά αλλά και πολλά άλλα αντικρουόμενα συναισθήματα.
Στο τέλος επικρατεί η αλήθεια, η επανασύνδεση και η αγάπη, που σαν κρυμμένο δώρο χαρίζει την ευτυχία της σε όλους τους πρωταγωνιστές.


2.      Σας προκαλεί ανησυχία οι ιδιαιτέρως υψηλές πωλήσεις των προηγούμενων τίτλων σας; Τι προσδοκίες έχετε -σε επίπεδο πωλήσεων- για το νέο σας βιβλίο;

Προσωπικά όχι, δεν έχω καμιά ανησυχία. Εγώ δεν εμπορεύομαι το βιβλίο μου, είμαι συγγραφέας. Το μόνο που με απασχολεί, είναι να διαβαστεί και να αγαπηθεί από τον κόσμο. Τίποτε άλλο.


3.      Πιστεύετε πως η λογοτεχνία αποτελεί πολυτέλεια σε περιόδους κρίσης;

Πολυτέλεια δεν θα την έλεγα, ανάγκη ναι. Πράγματι, ένας ‘’βιβλιοφάγος’’ θα έχει όντως πρόβλημα, αφού η επιβίωση σήμερα είναι αρκετά δύσκολη. Γιαυτό οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι, έχουν προσαρμόσει τις τιμές σε ανεκτό επίπεδο ώστε να μην αποθαρρύνεται ο αναγνώστης. Πολύ καλά έκαναν. Είναι και δική μου θέση αυτή. Η τιμή του βιβλίου οφείλει να είναι προσιτή, γιατί το βιβλίο δεν είναι αξεσουάρ.


4.      Τι είδους κοινό νομίζετε πως προτιμά τα σύγχρονα λογοτεχνικά βιβλία και γιατί; (άντρες, γυναίκες, νοικοκυρές, μορφωμένοι…)

Οι δικοί μου αναγνώστες περιλαμβάνονται σε όλες τις ομάδες που αναφέρετε παραπάνω. Ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο, ανεξάρτητα από το είδος του, μυθιστόρημα ή όχι, μπορεί να διαβαστεί από όλους. Ο αναγνώστης όμως οφείλει να έχει το κριτήριο να κρίνει τη δομή, την ιστορία και τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου που κρατά στα χέρια του.

5.      Αληθεύει η θεωρία που θέλει τη ζωή ενός συγγραφέα να είναι μοναχική;

Ο συγγραφέας θέλει τις διαφυγές του όμως αυτό δεν μπορεί να είναι ξόδεμα των αποθεμάτων ενέργειας, εικόνων, συναισθημάτων και φαντασίας που διαθέτει. Με μέτρο όλα.
Όσο με αφορά, ναι είμαι μοναχικός άνθρωπος. Παρ’ ότι έχω αρκετούς καλούς φίλους, το περισσότερο διάστημα προτιμώ τη μοναξιά της κενής σελίδας που πάντα με προκαλεί. Επίσης διαβάζω πολύ γιατί εκτός από συγγραφέας είμαι και φανατική αναγνώστρια.


6.      Τι σημασία αποδίδετε στις κριτικές;

Σέβομαι την κριτική των ανθρώπων που έχουν διαβάσει τα βιβλία μου, όποια κι είναι και αδιαφορώ πλήρως για τις υστερόβουλες και στημένες κριτικές, που πολλές φορές είναι και ρατσιστικές μαζί. Αυτού του είδους η κριτική όχι απλά δεν με στεναχωρεί, αλλά δεν με ακουμπά καν.