Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Δικαιοσύνη

Με το τέλος του 2012 οριοθετείται και το τέλος μιας ξένοιαστης εποχής για τους περισσότερους από μας. Ακόμα και αυτοί που δεν θέλησαν και απέφευγαν όλα τα προηγούμενα χρόνια να προβληματιστούν σε βάθος για τη πορεία του κόσμου, για τις αλλαγές που μεθοδικά δρομολογήθηκαν από την δεκαετία του ’90 και μετά, τώρα δεν μπορούν να μείνουν αδιάφοροι.
Θέλω να μιλήσω κατ’ αρχή για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ας μην έχουμε καμιά ψευδαίσθηση: Όλοι ‘’γουστάραμε’’ το παραμύθι της μεγαλοπρέπειας που μας τάϊσαν ηθελημένα τόσο οι πολιτικοί όσο και τα ΜΜΕ. Ακουμπήσαμε σε χρήματα που δεν ήταν δικά μας για να φτιάξουμε όχι ένα, αλλά τρία σπίτια, να κάνουμε διακοπές σε πανάκριβους προορισμούς, να σπουδάσουμε τα παιδιά μας σε πανάκριβα σχολεία, να αγοράσουμε πανάκριβα ρούχα, κοσμήματα, αυτοκίνητα, να ξεχνιόμαστε στα ψεύτικα ‘’στρας‘’ της τηλεόρασης, να ξεχάσουμε την αφετηρία μας, τη κουλτούρα μας και να μείνουμε μακριά από σκέψεις που έξυναν λίγο περισσότερο το μυαλό μας. Το ‘’ωχ αδελφέ’’, έγινε μότο σε κάθε περίπτωση που έπρεπε να σκεφτούμε λίγο παραπάνω.
Δεν ήταν όλα με ευθύνη  μας.
Το σάπισμα του μυαλού ξεκίνησε μεθοδικά, σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε και ξαφνικά έγινε τρόπος ζωής. Τρόπος που θύμιζε τα Σόδομα και Γόμορα της Αγίας Γραφής. Κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβαινε και τότε με τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Γιατί να νοιαστείς για κάτι πιο βαθύ, γιατί να προβληματιστείς, όταν η πραγματικότητα του περίγυρου σου σε προκαλούσε με τη χλιδή και τον αγώνα να φθάσεις και να ξεπεράσεις πιο πολύ εσύ το γείτονα;;
Τετριμμένα θα μου πείτε αυτά που λέω… δεν είναι όμως. Η ουσία κρύβεται εκεί. Κέρδισαν τον πρώτο γύρο κάνοντας μας να μην σκεφτόμαστε, να μην νοιαζόμαστε και ακολούθησε ο δεύτερος, αυτός του καταναλωτισμού που τον κέρδισαν κι αυτόν. Ο τρίτος ήταν ακόμα πιο εύκολος γιαυτούς… μας έχωσαν σε δάνεια για να μην χάσουμε τίποτα από την ‘’ποιότητα’’ που είχαμε μάθει να ζούμε, όταν ζορίστηκαν λίγο τα πράγματα.  Δάνεια που φαίνονταν τόσο ανώδυνα, τόσο εύκολα στις χαμογελαστές διαφημίσεις που τα προμόταραν. Κι εμείς, φυσικά, γιατί όχι, τα πήραμε όλα... Ακόμα και για να πάρουμε καινούρια τηλεόραση, για να έχει ο φοιτητής μας τον καλύτερο εξοπλισμό, την πιο ‘’in’’ καρέκλα γραφείου…
Το ΔΝΤ δεν ήρθε μόνο του, το καλέσαμε κι εμείς. Δεν αποτελεί πια τιμωρία, αποτελεί γνώση, δεν είναι οι τιμωροί μας, είναι οι ιδιοκτήτες του νου μας πλέον.
Μην ακούσω ότι ο κόσμος διασκέδασε στις γιορτές, έφαγαν απλά όλοι μαζί οικογενειακά … Μην ακούσω ότι χαλάρωσαν, ξεφάντωσαν…, ξεχάστηκαν ίσως λίγο στις μεγάλες ή μικρές πίστες που δεν έχουν καμιά πλέον λάμψη…
Αν προχωρήσουμε πέρα από το οικονομικό ζήτημα και κάνουμε μια βουτιά μέσα μας, θα βρούμε πράγματα που παλιά μας γέμιζαν και μας έκαναν να χαμογελάμε. Θα βρούμε τη κρυμμένη ψυχή μας που όσο κι προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να την ζυγίσουν σε κανένα χρηματιστήριο και σε καμιά τραπεζική συναλλαγή.  Εκεί κρύβεται και η αλήθεια μας πια, μιας και είναι το μόνο αληθινό που είχαμε δικό μας ανέκαθεν. Τα φώτα και η ψεύτικη λάμψη μιας χαμένης ζωής οδήγησαν σε σκοτάδι και απελπισία τις μέρες μας.
Η ψυχή, μας οδηγεί στο φως, αυτή ήταν πάντα εξάλλου η αποστολή της. 
Αυτή τη φορά ίσως χρειαστεί να κοπιάσουμε λίγο παραπάνω και να ματώσουμε περισσότερο μέχρι να καταφέρουμε να την ανασύρουμε από το πηγάδι της λήθης. Ίσως χρειαστεί να κάνουμε ένα διαφορετικό αγώνα γιαυτήν, να αναθεωρήσουμε για μια ύστατη φορά τα παραμύθια που μας παραπλάνησαν εδώ και χρόνια και να αγωνιστούμε για ν’ απονείμουμε δικαιοσύνη και αλήθεια. Χρειάζεται πρόθυμος κόσμος για να γίνει αυτό, χωρίς πισωγυρίσματα και επιπλέον λάθη…
Η δικαιοσύνη χρειάζεται χώρο για να μπορεί να αναπνεύσει και να εμπνεύσει μια καινούρια μορφή ιδεολογίας, μια διαφορετική αντίληψη απ’ όσα μέχρι τώρα ξέρουμε.
Αυτή είναι η ευχή μου για τη καινούρια χρονιά… Δικαιοσύνη.
Κείμενο: Άννα Γαλανού

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το παράπονό μου μια κραυγή


.... Το κεφάλι της Γκιουλ ακουμπούσε πάνω στο γυμνό στήθος του. Παραμέρισε τα μαλλιά της και της φίλησε το λαιμό. Άκουσε την ανάσα της να βγαίνει ρυθμική και ήρεμη και κατάλαβε ότι είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Δάκρυσαν τα μάτια του χωρίς να ξέρει γιατί. Ήταν τόσο μικρή, τόσο ευαίσθητη, σαν ένα πουλάκι. Είχε απλώσει τα χέρια της κι αγκάλιαζε απαλά το κορμί του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την άκουσε που αναστέναξε βαθειά. Αμέσως μετά ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε και το αγκάλιασμά της έγινε πιο δυνατό. Έριξε πάλι το κεφάλι της πάνω του και μουρμούρισε κάτι… Δεν μπόρεσε να καταλάβει τι είπε…
«Γιατί δε με ρωτάς;»
«Τι να σε ρωτήσω;»
«Τι είπα;»
«Τι είπες;»
«Ότι σ’ αγαπώ πολύ»
«Σε ποια γλώσσα το είπες;»
«Στη δική μου… ξέρεις έφτιαξα μια δικιά μου γλώσσα»
Την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά και τα χείλη του έψαξαν τη λακουβίτσα στο λαιμό της. Τον έσφιξε απότομα πάνω της.

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου ''Το παράπονό μου μια κραυγή''