Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Έρωτας κλέφτης…


Συνηθισμένο θα μου πείτε… Κι εγώ συμφωνώ και μάλιστα πολύ. Όμως τι να κάνουμε που όταν εισβάλει σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και βάζουμε στο τσουβάλι που κρατά ό,τι μας ανήκει… Ναι, σωστά. Ό,τι μας ανήκει! Έτσι πιστεύουμε ότι θα τον δελεάσουμε και θα μας φερθεί δίκαια, θα μας ανταμείψει… Σιγά που θα μας ανταμείψει… Θα τα πάρει όλα και θα μας γυρίσει μεγαλοπρεπώς τη πλάτη,  σφυρίζοντας αδιάφορα… Κι αυτό το ξέρουμε, δεν πιστεύουμε ποτέ όμως ότι θα συμβεί και σε μας… Αυτά, είναι μόνο για τους άλλους.


Έτσι την πάτησε η Ρόζα, που δεν ήταν μεν ναζιάρα, είχε όμως σγουρά μαλλιά και μεγάλα αμυγδαλωτά  μαύρα μάτια. Κτύπησε ο έρωτας τη πόρτα της και παρέλυσε ολόκληρη… κι αφού τον καλοδέχτηκε, τον τάισε, τον γλύκανε με το νεραντζάκι απ’ τα χεράκια της, τον κοίμισε στο κρεβάτι της… χαμογέλασε. ‘’Δεν μου ξεφεύγεις με τίποτα τώρα πια σκέφτηκε’’.

Αμ’ έφυγε κι η Ρόζα έκοψε τα μαλλιά της και τα σκόρπισε στον αέρα μαζί με κατάρες και ευχές. Μια μανία την έπιασε να βρει και να σκοτώσει τον έρωτα κι ας πέθαινε μετά… 
Δεν την ένοιαζε καθόλου. Και μεταμορφώθηκε σε σύννεφο κι άρχισε να περπατά στον ουρανό, να κρύβεται στα βουνά, να τρέχει βροχή στα δένδρα, να γίνεται ομίχλη στις πλαγιές… Ο έρωτας όμως είχε γίνει άφαντος.

Σ’ αυτή τη περιπλάνηση γνώρισε κι άλλες δυστυχισμένες υπάρξεις, πάλι από τον έρωτα, και κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να τριγυρνά έτσι χωρίς λόγο. Ο έρωτας ήταν αέρας, δεν θα τον εύρισκε ποτέ, ούτε θα μπορούσε να τον εκδικηθεί.
Ξαναγύρισε στο χωριό της, ήταν όμως μεγάλη πια. Κανείς δεν την θυμόταν, αλλά ούτε κι αυτή γνώριζε κανένα. Πέρασαν τόσα χρόνια κι έψαχνε μάταια θλιμμένη και πικραμένη, ζητώντας εκδίκηση.

Περπάτησε ως την άκρη του χωριού και κάθισε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει τη κούραση της. Ένας αέρας δροσερός ήρθε σαν ανάσα και της δρόσισε το πρόσωπο …Κι ύστερα σαν ένοιωσε τη μυρωδιά του στο κορμί της, θυμήθηκε αμέσως την αγκαλιά του… Ήταν ο έρωτας. Είχε ξανάρθει…
«Που ήσουν τόσα χρόνια και σ’ έψαχνα;» τον ρώτησε θυμωμένη, μα με καμιά διάθεση πια να τον εκδικηθεί.
«Δεν με πίστεψες κι έφυγα» της απάντησε κι αυτή γέλασε θλιμμένα
«Ξέρεις πόσοι μου είπαν για σένα; Ξέρεις πόσα έμαθα όλα αυτά τα χρόνια που σε έψαχνα; Κοροϊδεύεις συνέχεια τους ανθρώπους κι αυτοί στο τέλος σε μισούν. Κανείς δεν σ’ αγαπά» του είπε η Ρόζα, που δεν είχε πια υγρά μάτια. Είχαν στεγνώσει από δάκρυα.
«Ξέρεις πόσο μόνος νοιώθω; Κανείς δεν με πιστεύει, ούτε κι εσύ…»
«Θέλω να σε πιστέψω αλλά πέρασαν τόσα χρόνια απουσίας σου… Εσύ ακόμα μπορείς και πετάς, ενώ εγώ δεν έχω πια φτερά …»
«Πάρε τα δικά μου και πάμε μαζί… Πάμε να πετάξουμε μαζί. Θέλεις;»
Η Ρόζα παραξενεύτηκε και τον κοίταξε… Μια σκιά στον αέρα ήταν, ένα φέγγισμα του ήλιου… «Πάλι με κοροϊδεύει», σκέφτηκε, αλλά του έγνεψε ναι και τον ακολούθησε. 
Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν.
Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

2 σχόλια:

  1. ΜΠΡΑΒΟ ΑΝΝΑ !!! ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ Η ΓΡΑΦΗ ΣΟΥ... ΜΑΓΙΚΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ.. ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΩΣ Ο ΦΕΓΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟ.. ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ. ΚΑΙ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ... ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑΣΕΡΝΕΙ ΣΑΝ ΑΝΕΜΟΣ....
    ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχόλιο, τα λόγια και το σημείο που στάθηκες... Εκεί είναι όλη η ουσία... στη μεταμόρφωση της θλίψης.
    Πραγματικά σε ευχαριστώ πολύ Χρύσα μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή