Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω


Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω
σ' άγνωστα μέρη σ' άδικες πατρίδες
και συ μου λες πως έπιασα παρτίδες
μ' ένα γέρο αλήτη και πρεζάκια

Βαριές ρυτίδες σκιάζουνε τα μάτια
σαν τις κουρτίνες που μποδίζουν τον αέρα
μέσα στο πανικό και στη φοβέρα
σκοτώσανε το γιό του το Σαράντα

Νύχτες γυμνές στη πρύμνη ξεχασμένος
με το τσιγάρο του σβηστό λοξά στα χείλια
τα φώτα αγνάντευε μακριά με κάποια ζήλια
για αμαρτίες και χαρές που δεν μπορούσε

Κι ύστερα πάλεψε με κύματα και ξύλα
και με τον άσπρο καρχαρία που γελούσε
μετά στο ρώσικο καράβι απορούσε
που βρήκε τη ζωή και το κουράγιο

Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω...

Ποίηση: Άννα Γαλανού
Ποίημα έμμετρο που διακρίθηκε σε λογοτεχνικό διαγωνισμό πριν από μερικά χρόνια...

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Το Μονόγραμμα – Οδυσσέας Ελύτης (απόσπασμα)


Ο ύμνος της αγάπης, το απόλυτο δόσιμο, ο κραδασμός της καρδιάς σε λόγια χιλιοειπωμένα αλλά μοναδικά…
Ο κορεσμός του έρωτα που ηχεί κοινότυπος στις μέρες μας, απομακρύνεται όταν διαβάζεις τους στίχους του ποιητή. Κι ίσως να μην υπάρχει καθόλου πια χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη. Ίσως ο ένας να μετουσιώνεται και να ενσαρκώνει τον άλλο.
Μια θύελλα συναισθημάτων, ένας βαθύς πόνος, ένα μεγάλο αχ και μια ανασεμιά…
Υπάρχεις, είσαι εδώ… Ελπίζω!
Δεν μπορείς να περιγράψεις με πολλά λόγια το απόλυτο του ποιήματος. Δεν σου επιτρέπει να πεις γνώμη, το δέχεσαι και δακρύζεις από την ένταση και τον έρωτα.
Να μιλώ για σένα και για μένα…
Ακόμα και η ελάχιστη ανάσα σου είναι πέρασμα στον ουρανό, όλο το σύμπαν είναι φτιαγμένο για σένα και για μένα. Η νύχτα ντύνεται μέρα και φορά τον ήλιο στο  κεφάλι κι η μέρα φτερουγίζει σαν άνεμος και μπαίνει από παντού στο σώμα σου…
Να μιλώ για σένα και για μένα…
Το Μονόγραμμα (απόσπασμα) - Οδυσσέας Ελύτης
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω 
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος 
Από παντού, για το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή σεντόνια 
Να μαδάω γιασεμιά ... κι έχω τη δύναμη 
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω 
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε 

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα 
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς 
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ" 
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο 
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο 
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά 
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά 
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες 
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό πού κρυώνει 
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει 
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ 
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο 
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο 
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα 
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου 
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι 
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο 
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ για σένα και για μένα.

http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Λέω φλυτζάνι...

Ευθυμογράφημα 


Ο Κουτσοθύελλας κτύπησε τη πόρτα της Γιωργίας. Σιγά που θα του άνοιγε. Τι κι αν είχε λεφτά με το τσουβάλι, τι κι αν η μάνα του κατά πως λέγανε κληρονόμησε ένα γκαζοτενεκέ λίρες από μια άκληρη θεία της, τι κι αν η πολυκατοικία που είχε στο Ψυχικό λογαριαζόταν πως έκανε εκατομμύρια ευρώ!
Ο Κουτσοθύελλας ήταν πάντα Κουτσοθύελλας κι η Γιωργία δεν τον ήθελε για άνδρα της. 
Αυτή το είχε αποφασίσει … Θα έπαιρνε το Μανώλη της Χαρίκλειας, ένα παίδαρο ίσαμε κι πάνω, με κάτι μουστάκες, να! ... και κάτι χερούκλες να σε σφίγγουν και να βογκάς από την πεθυμιά. Αυτόν ήθελε κι ας μύριζε πάντα η αναπνοή του. Ήξερε αυτή το κόλπο να την κάνει να μοσχοβολά. Μέντα θα του έδινε να μασά πάντα, μέντα και γαρίφαλο… κι ύστερα θα τον έριχνε ανάσκελα στο στρώμα και θάβγαζε το άχτι της… Όχι παίζουμε, που θα έπαιρνε για άνδρα της τη μισοριξιά τον Κουτσοθύελλα…
            Άλλωστε της το είπε και στο φλυτζάνι η Φρόσω! Αμ αυτή κι αν ήξερε! Όλα τα εύρισκε, μέχρι και τι έφαγες μια βδομάδα πριν σου έλεγε… και της Γιωργίας της τόπε ξεκάθαρα. Ο άνδρας που θα πάρεις θάχει κάτι μουστάκες …να!
Στο χωριό εκτός από τον Μανώλη δεν είχε κανένας άλλος τέτοιες μουστάκες! Κάτι μουστακάκια σαν κουραδίτσες έβλεπε την Κυριακή στην εκκλησία, κάτι κακοψαλιδισμένα μουστακάκια με ψωροφαγωμένες γωνίες που μόνο γέλια της έφερναν και τίποτα άλλο. Ενώ ο Μανώλαρος είχε κάτι μουστάκες… Θεέ μου! Προσπαθούσε να μην κολάζεται και να μην σκέφτεται και τ’ άλλα του χαρίσματα, αλλά ήταν αδύνατον. Τότε ξεχνούσε και τα χνώτα μου που μύριζαν και τα δυο χρυσά μπροστινά του δόντια και τον ιδρώτα που έκανε άσπρες τις μασχάλες του. Η Γιωργία για άλλα νοιαζόταν κι άλλα ήθελε να δει…
Και τώρα της χτυπούσε τη πόρτα ο κακομοίρης ο Κουτσοθύελλας… Μα τι να τον κάνει αυτόν; Με το γελεκάκι του το περιποιημένο, με τα μαλλιά του λουσμένα πάντα, τα παπούτσια του γυαλισμένα στη τρίχα κι η γραβάτα πάντα κόκκινη πάνω στο σιέλ του πουκάμισο, έτσι για την αντίθεση… Κι όχι πως τον έλεγαν και Κουτσοθύελλα αυτή τον είχε ονοματίσει έτσι. Ιωάννη τον έλεγαν, όχι Γιάννη, Ιωάννη, έτσι ήθελε να τον φωνάζουν και μάλιστα όποιος δεν τον έλεγε μ’ αυτό το όνομα έτρωγε γερή κατσάδα. 
«Ιωάννης ο βαπτιστής, από κει είναι το όνομά μου, έτσι θέλω να με έχετε στο νου σας»
«Σαν βαπτιστή;» του είπε μια μέρα η Χρυσούλα η ταβερνιάρισσα. Αυτή δεν σήκωνε πολλά πολλά… «Ποιόν βάφτισες μωρέ εσύ και θέλεις να σε λέμε και Ιωάννη πανάθεμά σε».
Ο Κουτσοθύελλας παρεξηγήθηκε και από τότε δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα…
«Σιγά τη χασούρα!» κορόιδευε η Χρυσούλα. «Ευτυχώς γλυτώσαμε από δαύτον. Μισή μερίδα κοκκινιστό έτρωγε πάντα με μια πιρουνιά μακαρόνια και μια ντομάτα κομμένη στα τέσσερα. Σύνολο 4,5 ευρώ. Χα!» Ίσαμε δηλαδή ένα πακέτο τσιγάρα από τα γαλλικά που κάπνιζε. Σιγά το θέμα…
Η Φρόσω πάλι η φλυτζανού, άλλα έβλεπε στο φλυτζάνι κι άλλα έλεγε στη Γιωργία. Γιατί στο φλυτζάνι φαινόταν καθαρά ότι ο Κουτσοθύελλας και η Φρόσω θα ήταν μαζί! Δεν ήθελε να το πιστέψει κι όλο το γύριζε από δω, το γύριζε από κει… αλλά! Δεν την συνέφερε να της πει την αλήθεια γιατί ήθελε για την πάρτη της τον Κουτσοθύελλα, μαζί με όλα του τα λεφτά! Μα να τη θέλει τέτοιος άνδρας κι η βλαμμένη η Γιωργία να κοιτά και να ρέγεται το Μανώλη, που βρώμαγε ολόκληρος! Θα τον έπαιρνε αυτή κι ας διάβαζε άλλα στο καφέ. Πίστευε ότι με τη πονηριά της θα τα άλλαζε τα πράγματα. Είχε όμως και τη φοβία ότι δεν θα τα κατάφερνε κι ότι στο τέλος θα τον έχανε το γαμπρό. Γιατί αυτός ο ρημαδοκαφές της έλεγε πάντα την αλήθεια.

«Λέω φλυτζάνι, έλα να πω και το δικό σου», έγραψε στο χαρτί που έδωσε του Μανώλη, αμέσως μετά το σχόλασμα της εκκλησίας. Ήξερε να διαβάζει άραγε ο βρωμιάρης; Μάλλον ναι, γιατί την κοίταξε πονηρά κι οι μουστάκες από τη χαρά που πήρε του έφθασαν ως το πηγούνι.
«Χμ, να έρθω τότε να μου πεις το καφέ κι εμένα. Θες;»
Ναι του έγνεψε με νόημα.
«Πότε να έρθω;»
«Το απόγευμα» του είπε και του χαμογέλασε με το ζόρι, κάνοντας ένα βήμα πιο πίσω. Βρώμαγε πάλι ο άτιμος.
«Καλά, να με περιμένεις και να ξέρεις πως τον πίνω με 3 κουταλιές ζάχαρη… χούμελη τον θέλω.
Ο Μανώλης ήθελε σαν τρελός τη Φρόσω, αλλά αυτή ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει. Όλο αυτό το σιχαμένο τον Ιωάννη γυρόφερνε, ενώ αυτός δεν είχε μάτια για καμιά άλλη παρά μόνο για τη Γιωργία… Άλλη κι αυτή. Όποτε έβλεπε το Μανώλη του έγλυφε με νόημα τα χείλια της κι αυτός ένοιωθε σιχαμάρα όταν τα έβλεπε σαλιωμένα. «Ου, να μου χαθείς σιχαμένη» σκεφτόταν, «Η γυναίκα που θέλω είναι άλλη, είναι μόνο η Φρόσω. Έτσι, με αξύριστη μασχάλη και κότσο μαλλί. Να θυμίζει τη μάνα και τη γιαγιά μου…» κι όλο τη γυρόφερνε τη Φρόσω, κι αυτή με τρόπο όλο τον έδιωχνε μακριά της.  Τώρα γιατί τον κάλεσε να του πει το καφέ, μόνο ο Θεός κι η ψυχή της το ήξερε. Κάτι θα είχε στο νου της, σκέφτηκε, μα δεν τον ένοιαζε ότι κι αν ήταν. Αυτός μια ευκαιρία ήθελε μόνο, για να τη ρίξει στο κρεβάτι και ν’ αναστενάξουν τα σομιέ.
Η Φρόσω πού να ξέρει τι έκρυβε το πονηρό γελάκι που της έριξε ο Μανώλαρος, και κούνησε το κεφάλι της. Η ίδια σκεφτόταν τη Γιωργία!
«Θα σε φτιάξω καλά εγώ Παρθενόπη, θα σου φτιάξω το χουνέρι της ζωής σου». Μια και δυο πάει στο σπίτι της και της λέει ότι το απόγευμα να έρθει από νωρίς και να κρυφτεί στη ντουλάπα. «Θα πω φλυτζάνι στο Μανώλη και θέλω να είσαι εκεί. Θα του τα πω με τέτοιο τρόπο που μόλις σε δει μπροστά του θα σε αρπάξει και δεν πρόκειται να σε αφήσει ποτέ. Γιαυτό θέλω να είσαι εκεί, μη κρυώσει το πράμα κι αλλάξει γνώμη…» Μωρέ, θα σας σμίξω εγώ θέλετε δε θέλετε, σκέφτηκε μοχθηρά την ίδια ώρα που η Γιωργία πηδούσε από τη χαρά της και της έλεγε ότι είναι η καλύτερη φίλη της.
Ντύθηκε στολίστηκε κι από νωρίς πήγε και κρύφτηκε στη ντουλάπα της Φρόσως. Περίμενε με αγωνία το Μανώλη. Της είχε εμπιστοσύνη, ήξερε πόσο καταφερτζού ήταν η φίλη της η φλυτζανού κι ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα μετά γιαυτήν. Το χτυποκάρδι της όμως είχε φθάσει ως το λαιμό και την έπνιγε.
Πάνω στη τρίτη φουσκάλα που έκανε ο καφές, ο Μανώλης μπήκε μέσα. Η Φρόσω, ίσα που πρόλαβε να τραβήξει το μπρίκι από τη φωτιά και δεν κατάλαβε πως βρέθηκε στο πάτωμα να παλεύει με το ξεκούμπωτο παντελόνι του Μανώλαρου. Όχι να φωνάξει δεν μπόρεσε, μα ούτε αχ δεν κατάφερε να πει, γιατί με τη χερούκλα του της έκλεισε το στόμα και της σήκωσε ψηλά ψηλά τη φούστα. Ευτυχώς που δεν φορούσε κάλτσες γιατί με τη βιάση του θα τις έκανε χίλια κομμάτια … κι άντε να τρέχει μετά και να βρει το νούμερο της… 60 φόραγε!
Βρώμαγε ο άτιμος σαν γίδι, αλλά κατά τα άλλα ήταν ταύρος. Μια, και δυο, και τρεις κι η Φρόσω γλάρωσε κι έμεινε στο πάτωμα και στο ταβάνι έβλεπε τον ουρανό με τ’ άστρα.
Η Γιωργία ούτε κι αυτή πρόλαβε να βγάλει κιχ, γιατί λιποθύμησε αμέσως μόλις είδε το σκηνικό κι όταν μετά από ώρα άνοιξε τα μάτια της είδε ότι τα κιλά της Φρόσως της έκοβαν τελείως τη θέα. Είχε κάτσει πάνω στο Μανώλη κι ολόκληρο άνδρα τον είχε εξαφανίσει με τα ξεχειλιστά πάχη της… και γελούσε κι από πάνω η άτιμη… Κι αυτός προβατίνα μου, κι αγελαδίτσα μου τη φώναζε κι έσκουζε …και δώστου και πάλι και ξανά κι η Γιωργία αφού συνήλθε από τη τρίτη λιποθυμιά κατάφερε επιτέλους ν’ ανοίξει τη ντουλάπα και να βγει έξω. Ήταν τόσο δυστυχισμένη, αλλά πιο πολύ επειδή δεν μπόρεσε να δει το μέγεθος του Μανώλη. Ήταν άραγε όπως το είχε φανταστεί; Μπα μεγαλύτερο θα ήταν, αφού η βρωμιάρα η Φρόσω έσκουζε με τέτοιο τρόπο… Και της έκανε και τη φίλη!
Μόλις έκανε πέντε βήματα παραπέρα να σου μπροστά της ο Κουτσοθύελλας. Στράβωσε τα μούτρα της, μα ήταν τόσο ξαναμμένη που δεν άντεχε άλλο. ‘’Ας είναι κι αυτός για τώρα’’, σκέφτηκε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. ‘’Δεν βαριέσαι θα μου μείνουν τα καλά, τα λεφτά, τα σπίτια κι οι λίρες της μάνας του’’ ξανασκέφτηκε την ίδια ώρα που ο Κουτσοθύελλας της τράβαγε με φούρια το εσώρουχο.
«Μωρ’ τι είναι τούτο;», είπε σκιαγμένη η Γιωργία. «Αυτό έβλεπα τόσο καιρό στον ύπνο μου και νόμιζα πώς ήταν του Μανώλη; Αυτό είναι καλύτερο κι από την πιο τρελή φαντασία μου», έλεγε και σήκωνε ακόμα πιο ψηλά, φούστα και πόδια.
«Αχ Κουτσοθύελλα μου και σε είχα παρεξηγήσει» του είπε κι αυτός σταμάτησε αμέσως. Σε μαρούλι μεταμορφώθηκε η χάρη του, κι ακόμα πιο μικρό…
«Ιωάννη θα με λες Γιωργία μου, αλλιώς χάρες γιοκ», της είπε θυμωμένος κι έκανε να ντυθεί. Τρελάθηκε η Γιωργία, και λεφτά και σπίτια και λίρες και… τέτοιο θησαυρό και θα τον έχανε; Ούτε για αστείο! Έσκυψε στα γόνατα κι άρχισε να λέει δυνατά, σαν προσευχή!
«Ιωάννη μου, Ιωάννη μου, Ιωάννη μου…»
«Σκέτο Ιωάννη θα λες, να λείπουν τα ‘’μου’’»
«Ναι Ιωάννη, Ιωάννη και δώστου πάλι και ξανά μανά Ιωάννη και Ιωάννη…» και το μαρουλόφυλλο έγινε μεμιάς σαν κορμός δένδρου… «Αχ Ιωάννη, απ’ όλα τα καλά που κουβαλάς, τ’ όνομά σου είναι το καλύτερο δώρο αφού με κάνει και νοιώθω σαν βασίλισσα»… Τέρμα ο Κουτσοθύελλας, βλάκας ήταν η Γιωργία; Δεν ήταν!
Ιωάννης ο βαπτιστής. Εικόνισμα θα του έκανε.
Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Έρωτας κλέφτης…


Συνηθισμένο θα μου πείτε… Κι εγώ συμφωνώ και μάλιστα πολύ. Όμως τι να κάνουμε που όταν εισβάλει σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και βάζουμε στο τσουβάλι που κρατά ό,τι μας ανήκει… Ναι, σωστά. Ό,τι μας ανήκει! Έτσι πιστεύουμε ότι θα τον δελεάσουμε και θα μας φερθεί δίκαια, θα μας ανταμείψει… Σιγά που θα μας ανταμείψει… Θα τα πάρει όλα και θα μας γυρίσει μεγαλοπρεπώς τη πλάτη,  σφυρίζοντας αδιάφορα… Κι αυτό το ξέρουμε, δεν πιστεύουμε ποτέ όμως ότι θα συμβεί και σε μας… Αυτά, είναι μόνο για τους άλλους.


Έτσι την πάτησε η Ρόζα, που δεν ήταν μεν ναζιάρα, είχε όμως σγουρά μαλλιά και μεγάλα αμυγδαλωτά  μαύρα μάτια. Κτύπησε ο έρωτας τη πόρτα της και παρέλυσε ολόκληρη… κι αφού τον καλοδέχτηκε, τον τάισε, τον γλύκανε με το νεραντζάκι απ’ τα χεράκια της, τον κοίμισε στο κρεβάτι της… χαμογέλασε. ‘’Δεν μου ξεφεύγεις με τίποτα τώρα πια σκέφτηκε’’.

Αμ’ έφυγε κι η Ρόζα έκοψε τα μαλλιά της και τα σκόρπισε στον αέρα μαζί με κατάρες και ευχές. Μια μανία την έπιασε να βρει και να σκοτώσει τον έρωτα κι ας πέθαινε μετά… 
Δεν την ένοιαζε καθόλου. Και μεταμορφώθηκε σε σύννεφο κι άρχισε να περπατά στον ουρανό, να κρύβεται στα βουνά, να τρέχει βροχή στα δένδρα, να γίνεται ομίχλη στις πλαγιές… Ο έρωτας όμως είχε γίνει άφαντος.

Σ’ αυτή τη περιπλάνηση γνώρισε κι άλλες δυστυχισμένες υπάρξεις, πάλι από τον έρωτα, και κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να τριγυρνά έτσι χωρίς λόγο. Ο έρωτας ήταν αέρας, δεν θα τον εύρισκε ποτέ, ούτε θα μπορούσε να τον εκδικηθεί.
Ξαναγύρισε στο χωριό της, ήταν όμως μεγάλη πια. Κανείς δεν την θυμόταν, αλλά ούτε κι αυτή γνώριζε κανένα. Πέρασαν τόσα χρόνια κι έψαχνε μάταια θλιμμένη και πικραμένη, ζητώντας εκδίκηση.

Περπάτησε ως την άκρη του χωριού και κάθισε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει τη κούραση της. Ένας αέρας δροσερός ήρθε σαν ανάσα και της δρόσισε το πρόσωπο …Κι ύστερα σαν ένοιωσε τη μυρωδιά του στο κορμί της, θυμήθηκε αμέσως την αγκαλιά του… Ήταν ο έρωτας. Είχε ξανάρθει…
«Που ήσουν τόσα χρόνια και σ’ έψαχνα;» τον ρώτησε θυμωμένη, μα με καμιά διάθεση πια να τον εκδικηθεί.
«Δεν με πίστεψες κι έφυγα» της απάντησε κι αυτή γέλασε θλιμμένα
«Ξέρεις πόσοι μου είπαν για σένα; Ξέρεις πόσα έμαθα όλα αυτά τα χρόνια που σε έψαχνα; Κοροϊδεύεις συνέχεια τους ανθρώπους κι αυτοί στο τέλος σε μισούν. Κανείς δεν σ’ αγαπά» του είπε η Ρόζα, που δεν είχε πια υγρά μάτια. Είχαν στεγνώσει από δάκρυα.
«Ξέρεις πόσο μόνος νοιώθω; Κανείς δεν με πιστεύει, ούτε κι εσύ…»
«Θέλω να σε πιστέψω αλλά πέρασαν τόσα χρόνια απουσίας σου… Εσύ ακόμα μπορείς και πετάς, ενώ εγώ δεν έχω πια φτερά …»
«Πάρε τα δικά μου και πάμε μαζί… Πάμε να πετάξουμε μαζί. Θέλεις;»
Η Ρόζα παραξενεύτηκε και τον κοίταξε… Μια σκιά στον αέρα ήταν, ένα φέγγισμα του ήλιου… «Πάλι με κοροϊδεύει», σκέφτηκε, αλλά του έγνεψε ναι και τον ακολούθησε. 
Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν.
Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/