Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Το παράπονο μου μια κραυγή - Ebru art - Sitemim bir çığlık


Η θεία της σταμάτησε να μιλά και σηκώθηκε απ’ τη καρέκλα. Άνοιξε τη ντουλάπα κι από το βάθος της τράβηξε έξω ένα όμορφο, ξυλόγλυπτο κασελάκι. Το άνοιξε. Μυρωδιά από τριαντάφυλλο γέμισε το δωμάτιο. Έβγαλε από μέσα ένα πακέτο τυλιγμένο σε μεταξωτό κόκκινο βελούδο. Ήταν πίνακες φτιαγμένοι με τη τεχνοτροπία του εμπρού. Ο καθένας ήταν καλά τυλιγμένος με ριζόχαρτο. Τους ξετύλιξε έναν έναν και τους άπλωσε πάνω στο κρεβάτι. Γέμισε το δωμάτιο με χρώματα, που σου αιχμαλώτιζαν κάθε φαντασία. Κανείς τους δεν έμοιαζε με τον άλλο, όμως αμέσως μπορούσες να καταλάβεις πως όλοι ήταν φτιαγμένοι από τα χέρια του ίδιου καλλιτέχνη.  Δεν θα μπορούσες να τους μπερδέψεις με κανενός άλλου. Τους έπιανε στα χέρια της και τους χάιδευε, σαν να ήταν παιδιά της κι ύστερα τους ακούμπαγε πάλι στη σειρά, με τον  ίδιο τρόπο. Τους άφησε απλωμένους, τους κοίταζε και συνέχισε να μιλά με απαλή κι ακόμα πιο ψιθυριστή φωνή. Η Γκιουλ δεν έπαιζε ούτε τα μάτια της. Φοβόταν πως με τη παραμικρή της παρέμβαση, η θεία της θα σταματούσε να μιλάει…
«… Τον είδα ένα απομεσήμερο στο κήπο, που ανακάτευε κάτι σ’ ένα ταψί. Νόμιζα πως έφτιαχνε κάποιο φαγητό. Τόσο ανίδεη ήμουν… και τόσο ψηλομύτα. Τον παρακολουθούσα ώσπου κάποια στιγμή τον φώναξαν και έφυγε. Γεμάτη περιέργεια πλησίασα να δω τι ήταν αυτό που έφτιαχνε. Είδα μέσα στο ταψί αυτό…» πήρε μία ζωγραφιά, και την κράτησε στα χέρια της. Ήταν ένα μπουκέτο τουλίπες, κόκκινες τουλίπες με τα λουλούδια τους να έχουν διατηρήσει το όμορφο χρώμα της πρώτης άνοιξης, τα κοτσάνια τους τρυφερά, λεπτά, καταπράσινα… Πανέμορφες.
«… Τα έχασα. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Θαρρείς επέπλεαν  στο νερό, δεν είχε προλάβει ακόμα να τις περάσει στο χαρτί. Έβαλα το χέρι μου μέσα. Ήθελα να βεβαιωθώ πως πράγματι αυτό που έβλεπα ήταν αληθινό. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να το ανακατέψω, θα το κατάστρεφα… κι ήταν το  πρώτο δώρο που μου έκανε. Είχε έρθει από πίσω μου και χωρίς να με τρομάξει, μου έπιασε απαλά το χέρι και με σταμάτησε.
«Σου αρέσει το εμπρού;»
«Τι ακριβώς είναι το εμπρού;» του είπα με τον αέρα της πλούσιας γαλλοαναθρεμμένης αριστοκράτισσας.
«Αυτό που βλέπεις είναι. Μην το υποτιμάς, δεν είναι τόσο απλό»
«…Μα αν κάνω έτσι με το χέρι μου, καταστρέφω όλη τη τέχνη σου» είπα με το ίδιο ακριβώς ύφος. «… δεν μένει τίποτα μετά, είναι σαν να μην το έκανες»
«Κοίτα όμως πριν το κάνεις…» Τότε άπλωσε πάνω στη ζωγραφιά ένα χοντρό χαρτί, είχε πολλά κομμένα μέσα σε μια πέτσινη τσάντα, και το έβαλε από πάνω. Το πάτησε καλά στις γωνίες, το άφησε κάμποση ώρα και μετά το τράβηξε με μια κίνηση. Ό,τι έβλεπα πριν να επιπλέει στο νερό, τώρα είχε μεταφερθεί ατόφιο πάνω στο χαρτί. Ήταν εκπληκτικό, απίθανο. Σαν μαγικό κόλπο. Το κρέμασε σ’ ένα δένδρο να στεγνώσει… «Θα στο χαρίσω, μου είπε. Πώς σε λένε;». Τότε δεν του είπα. Εκείνη την πρώτη φορά, τον αγνόησα κι έφυγα σαν κυνηγημένη.

Teyzesi sustu ve sandalyeden kalktı. Dolabın derinlerinden işlemeli, güzel bir kutu çıkardı. Kutuyu açtı. Odayı gül kokusu doldurdu. Kutunun içinden ipeksi kadifeye sarılı bir paket çıkardı. Ebru levhacıklarıydı. Her biri güzelce aydingerlere sarılmıştı. Her birini tek tek açıp yatağın üzerine serdi. Oda, insanı hayallere esir eden renklerle dolmuştu. Hiçbiri bir diğerine benzemiyordu ama aynı sanatçının ellerinden çıktığı hemen belli oluyordu. Başka birinin işlerine benzemiyordu. Ebruları elleriyle tutup çocuklarıymış gibi okşuyor ve ardından aynı şekilde hepsini sıraya koyuyordu. Bir süre hepsini odaya yayıp baktıktan sonra fısıldar gibi yumuşak bir sesle konuşmaya başladı. Gül, en küçük bir hareketinde teyzesinin konuşmayı keseceği korkusuyla gözlerini bile kıpırdatmıyordu.
''... Onu, bir ikindi vakti bahçede tepsi içinde birşeyler karıştırırken gördüm. Yemek falan yapıyor sandım. O kadar alakasız... ve o kadar burnu havalardaydım. Birileri onu çağırınca gitmesine değin onu izledim. Merak içinde yaklaştım yaptığı şeyin ne olduğunu görmek için. Tepsinin içinde bunu gördüm...'' bir ebru aldı, elleriyle tuttu. Bir lale buketiydi resmedilen. Bahar başı renklerini korumuş kırmızı çiçekleriyle, şefkatli, ince, yemyeşil taçlarıyla  güzelim laleler.
''... Çarpıldım. İlk defa böyle birşey görüyordum. Renkler suyun üzerinde yüzüyor sanırdınız. Henüz kağıda geçmeye fırsat bulamamıştı. Elimi içine soktum. Karşımda duran şeyin gerçek olduğundan emin olmak istedim. Neyseki karıştırmaya, bozmaya fırsatım olmamıştı. Üstelik, bana verdiği ilk hediyeydi. Arkamdan yanaşmış, ürkütmeden, yumuşakça elimi tutmuş ve beni durdurmuştu.
''Ebru sever misin?''
Fransız eğitimi almış zengin bir aristokrat havasıyla, ''Tam olarak nedir ebru?'' diye sordum.
''İşte bu gördüğündür ebru. Küçümseme, göründüğü kadar basit değil.''
''Ama elimle şöyle yaptığımda bütün sanatını bozuyorum'' dedim aynı ifadeyle; ''hiçbir şey yapmamışsın gibi, geriye hiçbirşey kalmıyor.''
''Öyle yapmadan önce bir bak...'' Tepsiyi kalın bir kağıtla örttü. Deri bir çantada bir sürü kağıt parçası vardı. Kenarlarından iyice boyaya bastırıp bir süre öylece bıraktı. Daha sonra tek bir hareketiyle kağıdı tepsidem çıkardı.  Az önce suyun üzerinde yüzerken gördüğüm ne varsa, olduğu gibi kağıdın üzerine taşınmıştı. Şaşırtıcı, olağanüstüydü. Sihirli bir numara gibiydi. Kuruması için ebruyu bir ağaca astı. ''Bunu sana hediye edeceğim'' dedi ve ekledi; ''adın ne?'' Adımı ona söylemedim. O ilk seferde onu duymazdan geldim ve bir kovalayan varmış gibi gittim oradan. 

Μετάφραση - Çeviri Caner Yılmaz

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου