Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Το στέκι των γερόντων - Χρονογράφημα


…Και ξαφνικά τρόμαξα με την ένταση της φωνής. Καθόμουν, που λέτε αμέριμνος κι έπινα το πρώτο πικρό καφέ της μέρας. Το καφενείο μικρό και αδειανό, όταν μπήκα, αλλά έτσι όπως ήμουν χωμένος στην εφημερίδα μου, δεν κατάλαβα ούτε την ώρα που περνούσε, ούτε αυτούς που έμπαιναν, χαιρετούσαν και παράγγελναν. Όλα αυτά μέχρι που άκουσα εκείνη τη φωνή, που με τρόμαξε…
«Πάλι ντόρτια ρε πούστη μου… Γαμώ τη τύχη μου…»
Ένας γέρος ήταν, που έπαιζε τάβλι. Είδα ανοικτό μπροστά του το τάβλι, το καφέ σε κουρουπωτό φλυτζάνι δίπλα του, το τσιγάρο, δυο φούμες καμένο πάνω στο τασάκι και απέναντι του …κανένα. Μα με ποιόν έπαιζε; Χαμογέλασα μουλωχτά, ‘’Το κακομοίρη σκέφτηκα, τάχει χαμένα!’’
Έριξα μια ματιά τριγύρω και τι να δω; Όλοι γέροι! Μα πως βρέθηκα εγώ εδώ; Πως μπήκα σ’ ένα τέτοιο μαγαζί, πόση ώρα καθόμουν και δεν το πήρα μυρωδιά;
            Με λένε Μανώλη κι είμαι δεκαεννιά και μισό, ίσα που με παίρνει να καταταγώ μόνιμος στο στρατό. Όλοι λένε πως μόνο εκεί θα κάνω καριέρα, πως μόνο εκεί θα λαδώνει συνέχεια το άντερό μου, γιατί πώς να το κάνομε; ‘’Όλα μπορούν να γκρεμιστούν, τα στρατά ποτέ…’’ Αυτά τα λέει ο δικός μου γέρος, ο πατέρας μου, αλλά συμφωνώ κι εγώ.
Στο χωριό, δεν έκανα τίποτα. Όλη μέρα τριγυρνούσα από δω κι από κει, κανένα ποδοσφαιράκι ή στοιχήματα και πρέφα με τους άλλους στο καφενείο. Που και που όταν ερχόμουν στη πόλη εύρισκα και κάνα γκομενάκι.
Δουλειά, μα τι λες τώρα; Τι δουλειά; Που να βρω δουλειά; Εδώ ο αδελφός μου τελειόφοιτος γυμνασίου και τα ξύνει κι αυτός στο σπίτι… Μία από τα ίδια κι είναι και δυο χρόνια μεγαλύτερος… Αλλά αυτηνού του έχουν τάξει να τον κάνουν ταχυδρόμο, έτσι του είπε ο πατέρας μου, που μίλησε με τον τοπικό μας… το βουλευτή ντε.
            Ο γέρος μου έριξε μια ματιά και μου έκανε νόημα να κάτσω απέναντι του. Τι εγώ να παίξω με το ραμολί; Α, πα πα… Του έκανα όχι με το κεφάλι, μα τον είδα να ανασηκώνεται νευριασμένος και θέλοντας και μη κάθισα απέναντι του.
«Ξέρεις τάβλι;» μου λέει.
« Εγώ αν ξέρω; Πρώτος!» του είπα και χαμογέλασα μοχθηρά.
«Για να δούμε λοιπόν τι ξέρεις» μου ξαναείπε κι έστρωσε με δυο κινήσεις τα πούλια
Ξεκινήσαμε το τάβλι, πόρτες. Μ’ έσκισε αμέσως, δεν πρόλαβα ούτε μια πόρτα να κάνω.
«Παίζεις άλλη μια;» μου λέει ειρωνικά
Μ’ έπιασε το πείσμα μου να φάω το γέρο.
«Παίζω του λέω, για τη ρεβάνς» Γέλασε πάλι
«Κααλάααα!»
Με έσκισε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, δέκατη φορά, εικοστή, ούτε ξέρω πόσες φορές παίξαμε… κι έχασα το τρένο. Το άκουσα που έφευγε σφυρίζοντας. Και να έτρεχα, πάλι δεν θα το προλάβαινα γιατί είμαστε στην απέναντι πλευρά του σταθμού.
Είδα το γέρο να σηκώνεται και ταράχτηκα. Έριξα μια ματιά στο καφενείο, άδειο. Μα τι στο διάολο, τι έγιναν όλοι οι γέροι; Πριν από λίγο ήταν γεμάτο με δαύτους. ‘’Λες να πέρασε ο χάρος;’’  και με το που το σκέφτηκα μ’ έπιασε ένα νευρικό γέλιο, άλλο πράμα.
«Που πας; Κάτσε να παίξουμε κι άλλο…» λέω του γέρου που έκλεισε με θόρυβο το τάβλι κι ύστερα έβγαλε κάτι κέρματα και τ’ άφησε πάνω στο πιατάκι του καφέ.
«Κερνώ και τον δικό σου» μου λέει, «έτσι για το γούρι»
«Κάτσε, μη φεύγεις. Εγώ τόχασα το τρένο και το άλλο περνά το απόγευμα. Ευτυχώς μπορώ να παρουσιαστώ μέχρι αργά, δεν έχω πρόβλημα…»
«Που παρουσιάζεσαι, φαντάρος είσαι;» μου είπε ειρωνικά, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να γελά.
«Όχι ακόμα, αλλά θα γίνω. Πάω να καταταγώ για μόνιμος», του είπα συγκρατώντας το θυμό μου, γιατί σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να μείνει μαζί μου θα είχα και το μεσημεριανό μου φαγητό τσάμπα.
«Μόνιμος πας; Τι; Στρατιώτης μόνιμος;» Τον είδα να με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω κι ύστερα να βάζει κάτι γέλια, μα κάτι γέλια, που μου ήρθε να του αστράψω μια και να δει τον ουρανό με τ’ άστρα. Τι αστείο δηλαδή έβλεπε και ξεκαρδιζόταν τόσο;
Με κοίταξε πάλι καλά καλά, και γέλασε ακόμα πιο πολύ με τη κοιλιά του να χορεύει πάνω κάτω.
«Εσύ πας να γίνεις μόνιμος; Χα χα χα… Που; Παίρνουν γέρους στο στρατό και δεν τόξερα;»
«Εγώ είμαι γέρος;...Παππού, σέβομαι την ηλικία σου, αλλιώς θα σου τάλεγα χοντρά. Δεν ντρέπεσαι να γελάς και να με κοροϊδεύεις; Δεκαεννιά μισό είμαι, και μάλιστα με το ζόρι».  Τώρα ήμουν κι εγώ πολύ  θυμωμένος.
Τι ήταν να το πω; Το γέλιο του ακούστηκε ως έξω… και ξαφνικά ξαναγέμισε με γέρους το μαγαζί. Μας κοίταζαν όλοι, άκουσαν και τη συνομιλία που είχαμε κι άρχισαν να γελάνε όλοι μαζί;
«Από πιο παραμύθι βγήκες εσύ;» Μου είπε ένας θεόστραβος κοντόκαννης
«Μας κοροϊδεύεις ξεκούτη;» Μου είπε ένας λιμοκοντόρος χειρότερος από το θείο μου το Λευτέρη
«Το ζουρλομανδύα που τον άφησες;» μου είπε ένας χοντρός, που έμοιαζε με κρεοπώλη.
Δεν προλάβαινα να βρίζω και να τους καταριέμαι, χωρίς όμως ν’ ακούγομαι από τα τρανταχτά γέλια και τις κοροϊδίες που μου έκαναν… και μέσα σ’ όλα ξεφύτρωσε κι ένας σπόρος, ίσαμε τον μικρό μου αδελφό το Θοδωρή που με τράβαγε δυνατά από το χέρι.
«Που με πας μωρέ; Άσε με να τους λιανίσω όλους… Θεέ μου εδώ δεν είναι καφενείο, είναι τρελοκομείο».
Με τράβαγε όμως δυνατά, γελούσαν οι άλλοι, κι είπα να τον αφήσω να δω που θα με πήγαινε.
Μ’ έβγαλε έξω από το μαγαζί και μου έσπρωχνε το χέρι να διαβάσω μια ταμπέλα στην είσοδο. 
‘’ Το καφενείο των γερόντων’’, έγραφε η ταμπέλα…
Πρώτη φορά την έβλεπα. Φαίνεται την έβαλαν μετά που μπήκα στο καφενείο. Αλλά ο μικρός διάολος, δεν άφηνε το χέρι μου. Με τράβαγε, με τράβαγε και με πήγε μπροστά σ’ ένα καθρέπτη. Μέσα είδα ένα γέρο σταφιδιασμένο να με κοιτάζει. Κακομούτσουνος ήταν, με μια χοντρή ελιά ακριβώς πάνω στο σαγόνι.
«Φτου σου του λέω. Ποιος είσαι πάλι εσύ;»
«Καθρέπτης είναι κυρ Μανώλη, τον εαυτό σου φτύνεις», μου είπε ο σπόρος. Αγριεύτηκα για τα καλά.
«Ποιόν θα πρωτοσκοτώσω μωρέ εδώ μέσα είπα; Ποιόν;» Και γελούσαν, γελούσαν κι εγώ κοίταζα τον άσχημο γέρο που στεκόταν μπροστά στο καθρέπτη, έβλεπα τα χείλια του να κουνιούνται κι άκουγα τη φωνή μου να μιλά με το στόμα του.
Ξέμεινες Μανώλη… ξέμεινες να παίζεις τάβλι και να ελπίζεις πως θα γίνει πόλεμος να καλέσουν τη σειρά σου… Ξέμεινες Μανώλη… Ξέμεινες!
Κείμενο: Άννα Γαλανού 

6 σχόλια: