Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Απόσπασμα...

Δεν είναι που μου λείπει το κορμί σου... 
το τραγούδι σου μου λείπει...


... Ο δυνατός ήλιος της ανατολής της τύφλωνε τα μάτια κι έβαλε το χέρι της αντήλιο. Δεν μπορούσε να διακρίνει σχεδόν τίποτα. Το καράβι ήταν δεμένο εδώ και λίγη ώρα στην αποβάθρα και άνθρωποι πηγαινοέρχονταν και φώναζαν μπροστά από την μπουκαπόρτα του. Κάποιος απ' όλους ήταν ο Μάριος, αλλά η Σάλλυ δεν τον έβλεπε, μέχρι που  ξαφνικά τον ένοιωσε δίπλα της. Ένοιωσε την αύρα του, μύρισε τη μυρωδιά του και τον είδε δυο βήματα πιο κει να την παρατηρεί. Προχώρησε διστακτικά προς το μέρος του και τον αγκάλιασε. Τον έσφιξε πάνω της κι ένοιωσε τα μάτια της να τσούζουν από τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκρατήσει. Δεν ήθελε να την δει να κλαίει, η Σάλλυ ήξερε πως δεν του άρεσαν τα δάκρυα. Τον αγκάλιασε, αυτός όχι, τα χέρια του κρέμονταν από τους ώμους στο πλάι του κορμιού του.
"Καλώς ήρθες" η φωνή της ακούστηκε τόσο τυπική που νευρίασε με τον εαυτό της.

Ήταν ερωτευμένη μαζί του, αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως τον αγαπούσε, τον αγαπούσε πολύ. Το ήξερε από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πως η αγάπη που περίμενε όλη της τη ζωή, ναι μεν άργησε πολύ να έρθει,  μα τελικά δεν την είχε ξεχάσει. Ο Μάριος ήταν όλη της η ζωή, όλα της τα όνειρα, κάθε στιγμή της καθημερινότητας της, κάθε λεπτό του ανελέητου χρόνου που κυλούσε αδιάφορος κι άφηνε τα σημάδια στο πρόσωπο και στο κορμί της. 

Ο Μάριος δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της, ίσως την αγαπούσε λίγο, τόσο, όσο του επέτρεπε το πάθος που είχε για τη Ζωή. Η Ζωή, ήταν ο έρωτας του, η ανάμνηση του, η προσδοκία της επιστροφής της, για την Ζωή έγραφε τραγούδια και σχεδίαζε πρόσωπα στο χαρτί... Ζούσε μόνο για να μπορέσει να την σφίξει και πάλι στην αγκαλιά του. Έτσι έλεγε στη Σάλλυ. Καθόταν και τον άκουγε να της λέει όλα αυτά,  πόσο πολύ του έλειπε η αγαπημένη του, πόσο άδεια ήταν η ζωή του, τον έβλεπε να κοιτάζει βουρκωμένος τις φωτογραφίες της, να κατηγορεί αναίτια τον εαυτό του και μετά να γέρνει στη μεριά του καναπέ, που είχε πια πάρει το σχήμα του κεφαλιού του.
...κι η Σάλλυ, τον παρηγορούσε στην αγκαλιά της, ήταν άλλωστε η καλύτερη του φίλη, η μοναδική του φίλη, όπως της έλεγε. Τον άφηνε να ξεχνιέται μέσα στο κορμί της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει λίγο από τις αναμνήσεις του. Όμως αυτό δεν ήταν έρωτας, ένα πικρό διάλειμμα ήταν που την διέλυε κυριολεκτικά... Παρ' όλα αυτά, η Σάλλυ τον άφηνε.

Δεν τολμούσε να του πει πόσο τον αγαπούσε, πόσο πολύ πόναγε που δεχόταν το κορμί του στεγνό, στερημένο από το πάθος του έρωτα, το φιλί της αγκαλιάς και τα ψιχαλιστά λόγια  μιας χαμένης τρυφερότητας να υγραίνουν το αυτί της. Καταλάβαινε πως θα τον έχανε αμέσως την επόμενη στιγμή. Γιατί αν ο Μάριος μπορούσε να γνωρίζει το πάθος που έκρυβε μέσα της, δεν θα καθόταν κοντά της ούτε δευτερόλεπτο. Η Σάλλυ το ήξερε και γιαυτό υπέμενε και υπέφερε, υπέφερε... Υπέφερε πολύ... 

Τις μέρες που ο Μάριος έλειπε στο Παρίσι, η Ιρλανδία της φαινόταν διαφορετική, άδεια, μια αλλιώτικη χώρα χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ζωή, χωρίς πρωινά. Ένα ανούσιο πέρασμα ημερών με ακύκλωτη ημερομηνία επιστροφής πάνω στο ημερολόγιο της κουζίνας. Κοίταζε μόνο τις φωτογραφίες και σημείωνε στο μυαλό της, τις μυρωδιές και τα χρώματα που έκρυβαν μέσα τους. Δεν υπήρχε ούτε μια φωτογραφία που να είναι μαζί οι δυο τους. Πάντα ο ένας παραχωρούσε τη θέση του στον άλλο, για την πόζα, μη χάσουν την γωνία του ήλιου και τους καταπράσινους λόφους... Αστείο!... κι ύστερα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής, μέσα από τα στενά δρομάκια, παρακάμπτοντας πάντα τον κεντρικό δρόμο. Και τότε ... ο Μάριος της τραγουδούσε. 

Όμορφα, μα θλιμμένα ήταν τα τραγούδια του και πάντα στα Ελληνικά. Η Σάλλυ, μπορούσε να κάθεται με τις ώρες και να τον ακούει να της τραγουδά χωρίς να μιλά, χωρίς να κουνά ούτε το βλέφαρό της. Η φωνή του ήταν ζεστή και το πάθος του την έκανε ν' ανατριχιάζει ολόκληρη. Ίσως να μην τραγουδούσε επειδή του το είχε ζητήσει, σίγουρα το είχε ανάγκη ο ίδιος, όμως αυτό δεν την ένοιαζε καθόλου. Του ζητούσε να της πει ένα τραγούδι και πάντα ήταν πρόθυμος, πάντα της έκανε το χατίρι. Η Σάλλυ δεν καταλάβαινε τα λόγια, η Ελληνική γλώσσα της φαινόταν μεν τόσο οικεία, μα  ταυτόχρονα  τόσο άγνωστη. Όταν του ζητούσε να της μάθει Ελληνικά, πάντα της απαντούσε σε άψογα Αγγλικά, πως χωρίς δάσκαλο δεν θα μπορούσε να τα μάθει ποτέ.
''Γίνε εσύ ο δάσκαλος μου" του έλεγε, μεταξύ σοβαρού κι αστείου κι ο Μάριος πάντα γελούσε σκανδαλιάρικα κι άρχιζε να τραγουδά το επόμενο τραγούδι.

Ένοιωσε τα χέρια του να την σφίγγουν δυνατά, εκεί στην μέση της αποβάθρας. Απομακρύνθηκε έκπληκτη από την αγκαλιά του και είδε μέσα στα μάτια του κάτι διαφορετικό, είδε ζεστασιά... αλλά, όχι μόνο. Την τράβηξε κοντά του και την φίλησε με ορμή. Ήταν το πρώτο φιλί που αφορούσε αυτήν κι όχι τις αναμνήσεις  του. Η Σάλλυ το κατάλαβε αμέσως....

Κείμενο: Άννα Γαλανού 
Απόσπασμα από το καινούριο μου βιβλίο- Εκδόσεις Ωκεανίδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου