Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Το στέκι των γερόντων - Χρονογράφημα


…Και ξαφνικά τρόμαξα με την ένταση της φωνής. Καθόμουν, που λέτε αμέριμνος κι έπινα το πρώτο πικρό καφέ της μέρας. Το καφενείο μικρό και αδειανό, όταν μπήκα, αλλά έτσι όπως ήμουν χωμένος στην εφημερίδα μου, δεν κατάλαβα ούτε την ώρα που περνούσε, ούτε αυτούς που έμπαιναν, χαιρετούσαν και παράγγελναν. Όλα αυτά μέχρι που άκουσα εκείνη τη φωνή, που με τρόμαξε…
«Πάλι ντόρτια ρε πούστη μου… Γαμώ τη τύχη μου…»
Ένας γέρος ήταν, που έπαιζε τάβλι. Είδα ανοικτό μπροστά του το τάβλι, το καφέ σε κουρουπωτό φλυτζάνι δίπλα του, το τσιγάρο, δυο φούμες καμένο πάνω στο τασάκι και απέναντι του …κανένα. Μα με ποιόν έπαιζε; Χαμογέλασα μουλωχτά, ‘’Το κακομοίρη σκέφτηκα, τάχει χαμένα!’’
Έριξα μια ματιά τριγύρω και τι να δω; Όλοι γέροι! Μα πως βρέθηκα εγώ εδώ; Πως μπήκα σ’ ένα τέτοιο μαγαζί, πόση ώρα καθόμουν και δεν το πήρα μυρωδιά;
            Με λένε Μανώλη κι είμαι δεκαεννιά και μισό, ίσα που με παίρνει να καταταγώ μόνιμος στο στρατό. Όλοι λένε πως μόνο εκεί θα κάνω καριέρα, πως μόνο εκεί θα λαδώνει συνέχεια το άντερό μου, γιατί πώς να το κάνομε; ‘’Όλα μπορούν να γκρεμιστούν, τα στρατά ποτέ…’’ Αυτά τα λέει ο δικός μου γέρος, ο πατέρας μου, αλλά συμφωνώ κι εγώ.
Στο χωριό, δεν έκανα τίποτα. Όλη μέρα τριγυρνούσα από δω κι από κει, κανένα ποδοσφαιράκι ή στοιχήματα και πρέφα με τους άλλους στο καφενείο. Που και που όταν ερχόμουν στη πόλη εύρισκα και κάνα γκομενάκι.
Δουλειά, μα τι λες τώρα; Τι δουλειά; Που να βρω δουλειά; Εδώ ο αδελφός μου τελειόφοιτος γυμνασίου και τα ξύνει κι αυτός στο σπίτι… Μία από τα ίδια κι είναι και δυο χρόνια μεγαλύτερος… Αλλά αυτηνού του έχουν τάξει να τον κάνουν ταχυδρόμο, έτσι του είπε ο πατέρας μου, που μίλησε με τον τοπικό μας… το βουλευτή ντε.
            Ο γέρος μου έριξε μια ματιά και μου έκανε νόημα να κάτσω απέναντι του. Τι εγώ να παίξω με το ραμολί; Α, πα πα… Του έκανα όχι με το κεφάλι, μα τον είδα να ανασηκώνεται νευριασμένος και θέλοντας και μη κάθισα απέναντι του.
«Ξέρεις τάβλι;» μου λέει.
« Εγώ αν ξέρω; Πρώτος!» του είπα και χαμογέλασα μοχθηρά.
«Για να δούμε λοιπόν τι ξέρεις» μου ξαναείπε κι έστρωσε με δυο κινήσεις τα πούλια
Ξεκινήσαμε το τάβλι, πόρτες. Μ’ έσκισε αμέσως, δεν πρόλαβα ούτε μια πόρτα να κάνω.
«Παίζεις άλλη μια;» μου λέει ειρωνικά
Μ’ έπιασε το πείσμα μου να φάω το γέρο.
«Παίζω του λέω, για τη ρεβάνς» Γέλασε πάλι
«Κααλάααα!»
Με έσκισε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, δέκατη φορά, εικοστή, ούτε ξέρω πόσες φορές παίξαμε… κι έχασα το τρένο. Το άκουσα που έφευγε σφυρίζοντας. Και να έτρεχα, πάλι δεν θα το προλάβαινα γιατί είμαστε στην απέναντι πλευρά του σταθμού.
Είδα το γέρο να σηκώνεται και ταράχτηκα. Έριξα μια ματιά στο καφενείο, άδειο. Μα τι στο διάολο, τι έγιναν όλοι οι γέροι; Πριν από λίγο ήταν γεμάτο με δαύτους. ‘’Λες να πέρασε ο χάρος;’’  και με το που το σκέφτηκα μ’ έπιασε ένα νευρικό γέλιο, άλλο πράμα.
«Που πας; Κάτσε να παίξουμε κι άλλο…» λέω του γέρου που έκλεισε με θόρυβο το τάβλι κι ύστερα έβγαλε κάτι κέρματα και τ’ άφησε πάνω στο πιατάκι του καφέ.
«Κερνώ και τον δικό σου» μου λέει, «έτσι για το γούρι»
«Κάτσε, μη φεύγεις. Εγώ τόχασα το τρένο και το άλλο περνά το απόγευμα. Ευτυχώς μπορώ να παρουσιαστώ μέχρι αργά, δεν έχω πρόβλημα…»
«Που παρουσιάζεσαι, φαντάρος είσαι;» μου είπε ειρωνικά, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να γελά.
«Όχι ακόμα, αλλά θα γίνω. Πάω να καταταγώ για μόνιμος», του είπα συγκρατώντας το θυμό μου, γιατί σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να μείνει μαζί μου θα είχα και το μεσημεριανό μου φαγητό τσάμπα.
«Μόνιμος πας; Τι; Στρατιώτης μόνιμος;» Τον είδα να με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω κι ύστερα να βάζει κάτι γέλια, μα κάτι γέλια, που μου ήρθε να του αστράψω μια και να δει τον ουρανό με τ’ άστρα. Τι αστείο δηλαδή έβλεπε και ξεκαρδιζόταν τόσο;
Με κοίταξε πάλι καλά καλά, και γέλασε ακόμα πιο πολύ με τη κοιλιά του να χορεύει πάνω κάτω.
«Εσύ πας να γίνεις μόνιμος; Χα χα χα… Που; Παίρνουν γέρους στο στρατό και δεν τόξερα;»
«Εγώ είμαι γέρος;...Παππού, σέβομαι την ηλικία σου, αλλιώς θα σου τάλεγα χοντρά. Δεν ντρέπεσαι να γελάς και να με κοροϊδεύεις; Δεκαεννιά μισό είμαι, και μάλιστα με το ζόρι».  Τώρα ήμουν κι εγώ πολύ  θυμωμένος.
Τι ήταν να το πω; Το γέλιο του ακούστηκε ως έξω… και ξαφνικά ξαναγέμισε με γέρους το μαγαζί. Μας κοίταζαν όλοι, άκουσαν και τη συνομιλία που είχαμε κι άρχισαν να γελάνε όλοι μαζί;
«Από πιο παραμύθι βγήκες εσύ;» Μου είπε ένας θεόστραβος κοντόκαννης
«Μας κοροϊδεύεις ξεκούτη;» Μου είπε ένας λιμοκοντόρος χειρότερος από το θείο μου το Λευτέρη
«Το ζουρλομανδύα που τον άφησες;» μου είπε ένας χοντρός, που έμοιαζε με κρεοπώλη.
Δεν προλάβαινα να βρίζω και να τους καταριέμαι, χωρίς όμως ν’ ακούγομαι από τα τρανταχτά γέλια και τις κοροϊδίες που μου έκαναν… και μέσα σ’ όλα ξεφύτρωσε κι ένας σπόρος, ίσαμε τον μικρό μου αδελφό το Θοδωρή που με τράβαγε δυνατά από το χέρι.
«Που με πας μωρέ; Άσε με να τους λιανίσω όλους… Θεέ μου εδώ δεν είναι καφενείο, είναι τρελοκομείο».
Με τράβαγε όμως δυνατά, γελούσαν οι άλλοι, κι είπα να τον αφήσω να δω που θα με πήγαινε.
Μ’ έβγαλε έξω από το μαγαζί και μου έσπρωχνε το χέρι να διαβάσω μια ταμπέλα στην είσοδο. 
‘’ Το καφενείο των γερόντων’’, έγραφε η ταμπέλα…
Πρώτη φορά την έβλεπα. Φαίνεται την έβαλαν μετά που μπήκα στο καφενείο. Αλλά ο μικρός διάολος, δεν άφηνε το χέρι μου. Με τράβαγε, με τράβαγε και με πήγε μπροστά σ’ ένα καθρέπτη. Μέσα είδα ένα γέρο σταφιδιασμένο να με κοιτάζει. Κακομούτσουνος ήταν, με μια χοντρή ελιά ακριβώς πάνω στο σαγόνι.
«Φτου σου του λέω. Ποιος είσαι πάλι εσύ;»
«Καθρέπτης είναι κυρ Μανώλη, τον εαυτό σου φτύνεις», μου είπε ο σπόρος. Αγριεύτηκα για τα καλά.
«Ποιόν θα πρωτοσκοτώσω μωρέ εδώ μέσα είπα; Ποιόν;» Και γελούσαν, γελούσαν κι εγώ κοίταζα τον άσχημο γέρο που στεκόταν μπροστά στο καθρέπτη, έβλεπα τα χείλια του να κουνιούνται κι άκουγα τη φωνή μου να μιλά με το στόμα του.
Ξέμεινες Μανώλη… ξέμεινες να παίζεις τάβλι και να ελπίζεις πως θα γίνει πόλεμος να καλέσουν τη σειρά σου… Ξέμεινες Μανώλη… Ξέμεινες!
Κείμενο: Άννα Γαλανού 

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς αναμονές


Βάλε κρασί κι ύστερα ξέχνα τη νύχτα, 
πως με ταξίδεψες τη μέρα να θυμάσαι,
πως με δυο λέξεις σου, μ' έκανες να ξεχάσω μαζεμένες πίκρες
πως μ' ένα χαμόγελο, μου χάρισες ξανά ζωή

Να σ' ευχαριστήσω θέλω
που μου έδειξες άλλο δρόμο
που με έκανες να χαμογελάσω πάλι
κι ήταν η δεύτερη φορά...
γιατί τη πρώτη ήθελα να την ξεχάσω
τότε πονούσα ακόμα ...κι έμοιαζε ψεύτικο το γέλιο
Πόσο απλό είναι να είσαι ευτυχισμένος
να λυγίζεις μέσα σε δυο χέρια πρόθυμα 
και σε λόγια τρυφερά, χωρίς αναμονές

Βάλε κρασί κι ύστερα ξέχνα τη μέρα
η νύχτα, η αγκαλιά σου, και τα τινάγματα του κορμιού σου αέρας
κι εγώ θάλασσα και τσιγγάνα ... όπως με λες

Άννα Γαλανού

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Μεγάλα λόγια


Πάντα φοβόμουν τα μεγάλα λόγια..
Μα περισσότερο φοβάμαι εκείνους που τα λένε μ' ευκολία...


Όλα δοκιμάζονται στο χρόνο ...
κι ότι δεν έχει ημερομηνία λήξεως, αυτό αξίζει...

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Το παράπονο μου μια κραυγή - Ebru art - Sitemim bir çığlık


Η θεία της σταμάτησε να μιλά και σηκώθηκε απ’ τη καρέκλα. Άνοιξε τη ντουλάπα κι από το βάθος της τράβηξε έξω ένα όμορφο, ξυλόγλυπτο κασελάκι. Το άνοιξε. Μυρωδιά από τριαντάφυλλο γέμισε το δωμάτιο. Έβγαλε από μέσα ένα πακέτο τυλιγμένο σε μεταξωτό κόκκινο βελούδο. Ήταν πίνακες φτιαγμένοι με τη τεχνοτροπία του εμπρού. Ο καθένας ήταν καλά τυλιγμένος με ριζόχαρτο. Τους ξετύλιξε έναν έναν και τους άπλωσε πάνω στο κρεβάτι. Γέμισε το δωμάτιο με χρώματα, που σου αιχμαλώτιζαν κάθε φαντασία. Κανείς τους δεν έμοιαζε με τον άλλο, όμως αμέσως μπορούσες να καταλάβεις πως όλοι ήταν φτιαγμένοι από τα χέρια του ίδιου καλλιτέχνη.  Δεν θα μπορούσες να τους μπερδέψεις με κανενός άλλου. Τους έπιανε στα χέρια της και τους χάιδευε, σαν να ήταν παιδιά της κι ύστερα τους ακούμπαγε πάλι στη σειρά, με τον  ίδιο τρόπο. Τους άφησε απλωμένους, τους κοίταζε και συνέχισε να μιλά με απαλή κι ακόμα πιο ψιθυριστή φωνή. Η Γκιουλ δεν έπαιζε ούτε τα μάτια της. Φοβόταν πως με τη παραμικρή της παρέμβαση, η θεία της θα σταματούσε να μιλάει…
«… Τον είδα ένα απομεσήμερο στο κήπο, που ανακάτευε κάτι σ’ ένα ταψί. Νόμιζα πως έφτιαχνε κάποιο φαγητό. Τόσο ανίδεη ήμουν… και τόσο ψηλομύτα. Τον παρακολουθούσα ώσπου κάποια στιγμή τον φώναξαν και έφυγε. Γεμάτη περιέργεια πλησίασα να δω τι ήταν αυτό που έφτιαχνε. Είδα μέσα στο ταψί αυτό…» πήρε μία ζωγραφιά, και την κράτησε στα χέρια της. Ήταν ένα μπουκέτο τουλίπες, κόκκινες τουλίπες με τα λουλούδια τους να έχουν διατηρήσει το όμορφο χρώμα της πρώτης άνοιξης, τα κοτσάνια τους τρυφερά, λεπτά, καταπράσινα… Πανέμορφες.
«… Τα έχασα. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Θαρρείς επέπλεαν  στο νερό, δεν είχε προλάβει ακόμα να τις περάσει στο χαρτί. Έβαλα το χέρι μου μέσα. Ήθελα να βεβαιωθώ πως πράγματι αυτό που έβλεπα ήταν αληθινό. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να το ανακατέψω, θα το κατάστρεφα… κι ήταν το  πρώτο δώρο που μου έκανε. Είχε έρθει από πίσω μου και χωρίς να με τρομάξει, μου έπιασε απαλά το χέρι και με σταμάτησε.
«Σου αρέσει το εμπρού;»
«Τι ακριβώς είναι το εμπρού;» του είπα με τον αέρα της πλούσιας γαλλοαναθρεμμένης αριστοκράτισσας.
«Αυτό που βλέπεις είναι. Μην το υποτιμάς, δεν είναι τόσο απλό»
«…Μα αν κάνω έτσι με το χέρι μου, καταστρέφω όλη τη τέχνη σου» είπα με το ίδιο ακριβώς ύφος. «… δεν μένει τίποτα μετά, είναι σαν να μην το έκανες»
«Κοίτα όμως πριν το κάνεις…» Τότε άπλωσε πάνω στη ζωγραφιά ένα χοντρό χαρτί, είχε πολλά κομμένα μέσα σε μια πέτσινη τσάντα, και το έβαλε από πάνω. Το πάτησε καλά στις γωνίες, το άφησε κάμποση ώρα και μετά το τράβηξε με μια κίνηση. Ό,τι έβλεπα πριν να επιπλέει στο νερό, τώρα είχε μεταφερθεί ατόφιο πάνω στο χαρτί. Ήταν εκπληκτικό, απίθανο. Σαν μαγικό κόλπο. Το κρέμασε σ’ ένα δένδρο να στεγνώσει… «Θα στο χαρίσω, μου είπε. Πώς σε λένε;». Τότε δεν του είπα. Εκείνη την πρώτη φορά, τον αγνόησα κι έφυγα σαν κυνηγημένη.

Teyzesi sustu ve sandalyeden kalktı. Dolabın derinlerinden işlemeli, güzel bir kutu çıkardı. Kutuyu açtı. Odayı gül kokusu doldurdu. Kutunun içinden ipeksi kadifeye sarılı bir paket çıkardı. Ebru levhacıklarıydı. Her biri güzelce aydingerlere sarılmıştı. Her birini tek tek açıp yatağın üzerine serdi. Oda, insanı hayallere esir eden renklerle dolmuştu. Hiçbiri bir diğerine benzemiyordu ama aynı sanatçının ellerinden çıktığı hemen belli oluyordu. Başka birinin işlerine benzemiyordu. Ebruları elleriyle tutup çocuklarıymış gibi okşuyor ve ardından aynı şekilde hepsini sıraya koyuyordu. Bir süre hepsini odaya yayıp baktıktan sonra fısıldar gibi yumuşak bir sesle konuşmaya başladı. Gül, en küçük bir hareketinde teyzesinin konuşmayı keseceği korkusuyla gözlerini bile kıpırdatmıyordu.
''... Onu, bir ikindi vakti bahçede tepsi içinde birşeyler karıştırırken gördüm. Yemek falan yapıyor sandım. O kadar alakasız... ve o kadar burnu havalardaydım. Birileri onu çağırınca gitmesine değin onu izledim. Merak içinde yaklaştım yaptığı şeyin ne olduğunu görmek için. Tepsinin içinde bunu gördüm...'' bir ebru aldı, elleriyle tuttu. Bir lale buketiydi resmedilen. Bahar başı renklerini korumuş kırmızı çiçekleriyle, şefkatli, ince, yemyeşil taçlarıyla  güzelim laleler.
''... Çarpıldım. İlk defa böyle birşey görüyordum. Renkler suyun üzerinde yüzüyor sanırdınız. Henüz kağıda geçmeye fırsat bulamamıştı. Elimi içine soktum. Karşımda duran şeyin gerçek olduğundan emin olmak istedim. Neyseki karıştırmaya, bozmaya fırsatım olmamıştı. Üstelik, bana verdiği ilk hediyeydi. Arkamdan yanaşmış, ürkütmeden, yumuşakça elimi tutmuş ve beni durdurmuştu.
''Ebru sever misin?''
Fransız eğitimi almış zengin bir aristokrat havasıyla, ''Tam olarak nedir ebru?'' diye sordum.
''İşte bu gördüğündür ebru. Küçümseme, göründüğü kadar basit değil.''
''Ama elimle şöyle yaptığımda bütün sanatını bozuyorum'' dedim aynı ifadeyle; ''hiçbir şey yapmamışsın gibi, geriye hiçbirşey kalmıyor.''
''Öyle yapmadan önce bir bak...'' Tepsiyi kalın bir kağıtla örttü. Deri bir çantada bir sürü kağıt parçası vardı. Kenarlarından iyice boyaya bastırıp bir süre öylece bıraktı. Daha sonra tek bir hareketiyle kağıdı tepsidem çıkardı.  Az önce suyun üzerinde yüzerken gördüğüm ne varsa, olduğu gibi kağıdın üzerine taşınmıştı. Şaşırtıcı, olağanüstüydü. Sihirli bir numara gibiydi. Kuruması için ebruyu bir ağaca astı. ''Bunu sana hediye edeceğim'' dedi ve ekledi; ''adın ne?'' Adımı ona söylemedim. O ilk seferde onu duymazdan geldim ve bir kovalayan varmış gibi gittim oradan. 

Μετάφραση - Çeviri Caner Yılmaz

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Λένα Μαντά, για το Παράπονο μου μια κραυγή

Ευχαριστώ πολύ τη γνωστή και βραβευμένη συγγραφέα κ. ΛΕΝΑ ΜΑΝΤΑ που μου έκανε την τιμή να αναφερθεί με τόσο κολακευτικά λόγια στο βιβλίο μου. 
Η συγκίνηση και η χαρά μου είναι πολύ μεγάλη, και ιδιαίτερα γιατί στην εποχή μας, λιγόστεψαν πολύ οι μεγαλόκαρδοι άνθρωποι!!!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ



9 Σεπτεμβρίου 2012


Το παράπονό μου μια κραυγή... Άννα Γαλανού (ΩΚΕΑΝΙΔΑ)


Το βιβλίο μου το σύστησε η βιβλιοπώλισσα μου 
στο Μαρούσι και έχοντάς της απόλυτη εμπιστοσύνη 
το αγόρασα και για άλλη μια φορά δεν το μετάνιωσα. 
Πρώτη φορά διαβάζω βιβλίο της Άννας Γαλανού, 
αλλά μάλλον δεν θα είναι και η τελευταία.

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Τι να πρωτοπεί κανείς για τις 603 σελίδες που διάβασα 
σχεδόν απνευστί!

Ο Δημήτρης και η Γκιούλ…. Ένας έρωτας μοναδικός
 και σπάνιος. Εκείνη Τουρκάλα, εκείνος Χριστιανός. 
Εκείνη πάμπλουτη, εκείνος ένας φτωχός πιανίστας που
καλείται να της διδάξει πιάνο και τελικά της μαθαίνει
 πως μπορεί να είναι ένας μεγάλος έρωτας. 
Ο πατέρας της Γκιούλ, ο Ορχάν, ένας επικίνδυνος 
άνθρωπος, στην αρχή τουλάχιστον δεν ξέρει τίποτα
 για την σχέση τους και ευτυχώς. 
Μόνο η θεία της Γκιούλ, η Ζεϊνέπ ξέρει και βοηθάει,
στην μνήμη του δικού της καταδικασμένου έρωτα που
τερμάτισε βίαια ο αδελφός της Ορχάν. Η Γκιούλ 
φοβάται και ειδικά όταν καταλαβαίνει ότι ο 
πατέρας της είναι ο δολοφόνος της όμορφης Φρανσίς
που τον εκβιάζει. Καταλαβαίνει ότι κινδυνεύουν και
ακόμη περισσότερο όταν διαπιστώνει ότι μένει έγκυος
στο παιδί του Δημήτρη. Από την πλευρά της η Ζεϊνέπ, 
στέκεται δίπλα στο ζευγάρι με όση δύναμη έχει, 
αλλά οι ανατροπές είναι συγκλονιστικές, 
τα μυστικά που αναδύονται τραγικά, ο θάνατος 
παραμονεύει και η Αγγελική η πρώην αγαπημένη 
του Δημήτρη που αρνείται να δεχτεί τον χωρισμό τους 
εξαιτίας της Γκιουλ, θα δρομολογήσει τις εξελίξεις 
που θα σας αφήσουν με κομμένη την ανάσα!

Πραγματικά το απόλαυσα και σας είπα πολύ λίγα για να 
μην χαλάσω την ομορφιά και την αγωνία ενός βιβλίου 
που ξεκινάει στο σήμερα, κάνει την αναδρομή του και 
καταλήγει σ’ ένα ανατρεπτικό παρόν.
Κάτι που λάτρεψα, ήταν οι μαγικές περιγραφές, 
σύντομες, αλλά τόσο περιεκτικές, τόσο γεμάτες 
από τις εικόνες του Βοσπόρου, τόσο πληθωρικές 
σε χρώματα που μου γέμισαν τα μάτια όσο τις διάβαζα! 
Αν το διαβάσετε θα με θυμηθείτε και νομίζω θα 
μ’ ευχαριστήσετε που σαν γνώρισα ένα τόσο 
όμορφο βιβλίο που θα χαθείτε στις σελίδες του!
Θεωρώ ότι το εξώφυλλο το αδικεί κατάφορα, 
θυμίζει λίγο Πολίτικη κουζίνα με τις κόκκινες ομπρέλες 
που δεσπόζουν, αλλά μην σταθείτε εκεί! 
Το περιεχόμενο θα σας ανταμείψει και η τιμή του 
εξαιρετικά καλή στα 14 Ευρώ.

Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Άννα Γαλανού γεννήθηκε και μεγάλωσε 
στα Πεζά Ηρακλείου Κρήτης. 
Σπούδασε Οικονομικά και ασχολήθηκε με τη Διαφήμιση 
και το σχεδιασμό εντύπων.
 Έχει πάρει το δεύτερο βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου 
συγγραφέα σε πανελλήνιο διαγωνισμό, με το Θεατρικό έργο 
Το τέλος μιας κωμωδίας. Επίσης έχει γράψει ποίηση, 
πεζογραφήματα και παιδικά παραμύθια. 
Το πρώτο της μυθιστόρημα Αντιμέτωποι με το χθες 
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Απόσπασμα...

Δεν είναι που μου λείπει το κορμί σου... 
το τραγούδι σου μου λείπει...


... Ο δυνατός ήλιος της ανατολής της τύφλωνε τα μάτια κι έβαλε το χέρι της αντήλιο. Δεν μπορούσε να διακρίνει σχεδόν τίποτα. Το καράβι ήταν δεμένο εδώ και λίγη ώρα στην αποβάθρα και άνθρωποι πηγαινοέρχονταν και φώναζαν μπροστά από την μπουκαπόρτα του. Κάποιος απ' όλους ήταν ο Μάριος, αλλά η Σάλλυ δεν τον έβλεπε, μέχρι που  ξαφνικά τον ένοιωσε δίπλα της. Ένοιωσε την αύρα του, μύρισε τη μυρωδιά του και τον είδε δυο βήματα πιο κει να την παρατηρεί. Προχώρησε διστακτικά προς το μέρος του και τον αγκάλιασε. Τον έσφιξε πάνω της κι ένοιωσε τα μάτια της να τσούζουν από τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκρατήσει. Δεν ήθελε να την δει να κλαίει, η Σάλλυ ήξερε πως δεν του άρεσαν τα δάκρυα. Τον αγκάλιασε, αυτός όχι, τα χέρια του κρέμονταν από τους ώμους στο πλάι του κορμιού του.
"Καλώς ήρθες" η φωνή της ακούστηκε τόσο τυπική που νευρίασε με τον εαυτό της.

Ήταν ερωτευμένη μαζί του, αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως τον αγαπούσε, τον αγαπούσε πολύ. Το ήξερε από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πως η αγάπη που περίμενε όλη της τη ζωή, ναι μεν άργησε πολύ να έρθει,  μα τελικά δεν την είχε ξεχάσει. Ο Μάριος ήταν όλη της η ζωή, όλα της τα όνειρα, κάθε στιγμή της καθημερινότητας της, κάθε λεπτό του ανελέητου χρόνου που κυλούσε αδιάφορος κι άφηνε τα σημάδια στο πρόσωπο και στο κορμί της. 

Ο Μάριος δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της, ίσως την αγαπούσε λίγο, τόσο, όσο του επέτρεπε το πάθος που είχε για τη Ζωή. Η Ζωή, ήταν ο έρωτας του, η ανάμνηση του, η προσδοκία της επιστροφής της, για την Ζωή έγραφε τραγούδια και σχεδίαζε πρόσωπα στο χαρτί... Ζούσε μόνο για να μπορέσει να την σφίξει και πάλι στην αγκαλιά του. Έτσι έλεγε στη Σάλλυ. Καθόταν και τον άκουγε να της λέει όλα αυτά,  πόσο πολύ του έλειπε η αγαπημένη του, πόσο άδεια ήταν η ζωή του, τον έβλεπε να κοιτάζει βουρκωμένος τις φωτογραφίες της, να κατηγορεί αναίτια τον εαυτό του και μετά να γέρνει στη μεριά του καναπέ, που είχε πια πάρει το σχήμα του κεφαλιού του.
...κι η Σάλλυ, τον παρηγορούσε στην αγκαλιά της, ήταν άλλωστε η καλύτερη του φίλη, η μοναδική του φίλη, όπως της έλεγε. Τον άφηνε να ξεχνιέται μέσα στο κορμί της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει λίγο από τις αναμνήσεις του. Όμως αυτό δεν ήταν έρωτας, ένα πικρό διάλειμμα ήταν που την διέλυε κυριολεκτικά... Παρ' όλα αυτά, η Σάλλυ τον άφηνε.

Δεν τολμούσε να του πει πόσο τον αγαπούσε, πόσο πολύ πόναγε που δεχόταν το κορμί του στεγνό, στερημένο από το πάθος του έρωτα, το φιλί της αγκαλιάς και τα ψιχαλιστά λόγια  μιας χαμένης τρυφερότητας να υγραίνουν το αυτί της. Καταλάβαινε πως θα τον έχανε αμέσως την επόμενη στιγμή. Γιατί αν ο Μάριος μπορούσε να γνωρίζει το πάθος που έκρυβε μέσα της, δεν θα καθόταν κοντά της ούτε δευτερόλεπτο. Η Σάλλυ το ήξερε και γιαυτό υπέμενε και υπέφερε, υπέφερε... Υπέφερε πολύ... 

Τις μέρες που ο Μάριος έλειπε στο Παρίσι, η Ιρλανδία της φαινόταν διαφορετική, άδεια, μια αλλιώτικη χώρα χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ζωή, χωρίς πρωινά. Ένα ανούσιο πέρασμα ημερών με ακύκλωτη ημερομηνία επιστροφής πάνω στο ημερολόγιο της κουζίνας. Κοίταζε μόνο τις φωτογραφίες και σημείωνε στο μυαλό της, τις μυρωδιές και τα χρώματα που έκρυβαν μέσα τους. Δεν υπήρχε ούτε μια φωτογραφία που να είναι μαζί οι δυο τους. Πάντα ο ένας παραχωρούσε τη θέση του στον άλλο, για την πόζα, μη χάσουν την γωνία του ήλιου και τους καταπράσινους λόφους... Αστείο!... κι ύστερα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής, μέσα από τα στενά δρομάκια, παρακάμπτοντας πάντα τον κεντρικό δρόμο. Και τότε ... ο Μάριος της τραγουδούσε. 

Όμορφα, μα θλιμμένα ήταν τα τραγούδια του και πάντα στα Ελληνικά. Η Σάλλυ, μπορούσε να κάθεται με τις ώρες και να τον ακούει να της τραγουδά χωρίς να μιλά, χωρίς να κουνά ούτε το βλέφαρό της. Η φωνή του ήταν ζεστή και το πάθος του την έκανε ν' ανατριχιάζει ολόκληρη. Ίσως να μην τραγουδούσε επειδή του το είχε ζητήσει, σίγουρα το είχε ανάγκη ο ίδιος, όμως αυτό δεν την ένοιαζε καθόλου. Του ζητούσε να της πει ένα τραγούδι και πάντα ήταν πρόθυμος, πάντα της έκανε το χατίρι. Η Σάλλυ δεν καταλάβαινε τα λόγια, η Ελληνική γλώσσα της φαινόταν μεν τόσο οικεία, μα  ταυτόχρονα  τόσο άγνωστη. Όταν του ζητούσε να της μάθει Ελληνικά, πάντα της απαντούσε σε άψογα Αγγλικά, πως χωρίς δάσκαλο δεν θα μπορούσε να τα μάθει ποτέ.
''Γίνε εσύ ο δάσκαλος μου" του έλεγε, μεταξύ σοβαρού κι αστείου κι ο Μάριος πάντα γελούσε σκανδαλιάρικα κι άρχιζε να τραγουδά το επόμενο τραγούδι.

Ένοιωσε τα χέρια του να την σφίγγουν δυνατά, εκεί στην μέση της αποβάθρας. Απομακρύνθηκε έκπληκτη από την αγκαλιά του και είδε μέσα στα μάτια του κάτι διαφορετικό, είδε ζεστασιά... αλλά, όχι μόνο. Την τράβηξε κοντά του και την φίλησε με ορμή. Ήταν το πρώτο φιλί που αφορούσε αυτήν κι όχι τις αναμνήσεις  του. Η Σάλλυ το κατάλαβε αμέσως....

Κείμενο: Άννα Γαλανού 
Απόσπασμα από το καινούριο μου βιβλίο- Εκδόσεις Ωκεανίδα