Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Στην Ελλάδα του 2012




Αναπολώ τις εποχές που έβλεπα γύρω μου ανθρώπους ζωντανούς. Χαμογελαστούς ή νευριασμένους, ζευγάρια ερωτευμένα, παιδικά ξεφωνητά και ποδόσφαιρο στις πυλωτές, ηλικιωμένους που γκρίνιαζαν στις ουρές των σούπερ μάρκετ, μαγαζιά γεμάτα κόσμο, μουσική δυνατή στα καφέ, νεολαία με πειράγματα στους δρόμους …και η ζωή ξεχείλιζε από παντού.
Μας έκλεψαν το χαμόγελο ή το παραχωρήσαμε έναντι της λέξης ‘’ Είμαι Ευρωπαίος πολίτης’’. Μας ψεκάζουν όντως ή δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται ο κάθε μήνας. Περιμένουμε να γίνει το θαύμα κι όταν έρχεται η ώρα, γυρνάμε πάλι πίσω το κεφάλι γιατί δεν έχουμε συνηθίσει σε θαύματα; 
Αναρωτιέμαι τι φταίει;  
-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτα απ’ όλα το κρασί!
«Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;... κανένα στόμα
δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα... Αυτά λέει στο ποίημα του ‘’οι μοιραίοι’’ ο ποιητής μας Κώστας Βάρναλης.

Μας γέμισαν με ψευδοδιλλήματα για να αγοράζουμε κι εμείς το καρπούζι με τη φέτα; Θυμάστε που το κοροϊδεύαμε όταν το βλέπαμε στην Ευρώπη ή βλέπαμε τους τουρίστες εδώ να παραγγέλνουν μια σαλάτα, την ώρα που το δικό μας τραπέζι ξεχείλιζε..
Ας μιλήσουμε για τα ψευδοδιλλήματα… 
Αυτή η καταστροφολογία, το τέλος του κόσμου που πάντα, μα πάντα θα ξεκινήσει από την Ελλάδα, οι μετανάστες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και τους χρησιμοποιούμε όμως για όλες τις δουλειές που εμείς δεν καταδεχόμαστε να κάνουμε, το χάος που θα επικρατήσει αν η Ελλάδα βγει από το Ευρώ, μωρέ τι μας λες;  Σάμπως και μας ρώτησαν όταν μας έβαλαν αν θέλαμε.. ή μήπως το ξεχάσατε. Στις 31 Δεκεμβρίου αγοράζαμε το μαϊντανό 10 δραχμές και στις 2 Ιανουαρίου, έκανε 50 λεπτά του ευρώ… δηλαδή 170 δραχμές… Δεν ξέραμε πως αυτό, με απλή αναγωγή στη μονάδα που θα οδηγούσε; Αλλά βλέπεις είχαμε Ολυμπιακούς μπροστά μας, εθνικά μεγαλεία και παράτες, πανάκριβα πούρα και υγραντήρες των 1000+ ευρώ, πόρσε καγιέν αυτοκίνητα και διακοπές στο Ντουμπάι και σε άλλους ‘’in’’ προορισμούς. 
Οι Αλβανοί καλλιεργούσαν τα χωράφια …πφ… τι λες τώρα, στο χωριό, οι Φιλιππινέζες μεγάλωναν τα παιδιά μας, εμείς ψωνίζαμε μόνο επώνυμα ρούχα και παπούτσια και βλέπαμε ατέλειωτα show στην τηλεόραση, ανάλογου περιεχομένου με τη ζωή που είχαμε.
Ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδας δεν είχε να πει μισή κουβέντα. Οι καλλιτέχνες σε καλοκαιρινές συναυλίες με πανάκριβο εισιτήριο, προσπαθούσαν να μας αφυπνίσουν και να μας επιδείξουν την διαφορετική ποιοτική τους πορεία.. Εμείς χτυπούσαμε με τον ίδιο ρυθμό παλαμάκια και στα νυχτερινά κέντρα και στις συναυλίες, αρκεί να είμαστε μέσα στο γίγνεσθαι.
Οι ξύλινες γλώσσες των αριστερών κομμάτων είχαν πεθάνει πρώτα μέσα μας, γιατί ψάχναμε Έλληνες οικοδόμους να μας φτιάξουν το φράχτη στο χωριό, και δεν υπήρχε κανείς… Μόνο Αλβανοί ή άλλοι μετανάστες. Τα κόμματα εξουσίας μας έσπαγαν τα νεύρα στα παράθυρα, ο ένας εναντίον του άλλου για το ίδιο αστείο, για το ίδιο κομμάτι της πίτας και … η ζωή συνεχιζόταν…
Τώρα είναι η σειρά του ΔΝΤ… και το κουβάρι μόλις άρχισε να ξετυλίγεται… 
ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Συνέντευξη στο περιοδικό Mag News


Ευχαριστώ πολύ την κ. Μαρία Προδρόμου


1. Άννα μου, μίλησε μου λίγο για σένα. Τα παιδικά σου χρόνια, ταεφηβικά σου όνειρα. Εξ όσων γνωρίζω έχεις σπουδάσει Οικονομικά και έχεις ασχοληθεί με τη διαφήμιση και το σχεδιασμό εντύπων. Η συγγραφή πώς προέκυψε; 
Κατ’ αρχήν θέλω να σας ευχαριστήσω πολύ, να έχετε πάντα επιτυχίες και να είστε πάντα υγιείς. 
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Πεζά, ένα χωριό στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μεγάλωσα σε μια φτωχή οικογένεια, όμως με πολλή αγάπη και πολλές αγκαλιές. Η μητέρα μου από πολύ νωρίς άμβλυνε τη φαντασία μου λέγοντας μου παραμύθια που έφτιαχνε η ίδια. Δεν ήταν ακριβώς παραμύθια, ιστορίες ήταν και μάλιστα σοβαρές για την ηλικία εκείνη. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας μου, με τον οποίο ακούγαμε θεατρικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Τα πρώτα εναύσματα ήταν αυτά. Τα βράδυα σχεδίαζα τις συνέχειες στο μυαλό μου, έπλαθα τους δικούς μου ήρωες και τους έδινα δικά μου πρόσωπα και χαρακτήρες. Η πρώτη φορά που έγραψα κείμενο ήταν στη Ε’ τάξη του Δημοτικού. Ήταν ένα μικρό παραμύθι, το οποίο παίχτηκε στο τέλος της χρονιάς από τα ίδια τα παιδιά. Πολλές διακρίσεις υπήρξαν και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, τόσο σε Παγκρήτιους όσο και σε Πανελλαδικούς διαγωνισμούς ποίησης και λογοτεχνίας. 
Σπούδαζα Οικονομικά, ενώ παράλληλα δούλευα, χωρίς να σταματήσω να γράφω. Πιστεύω πως το επάγγελμα που κάνουμε δεν έχει καμία σχέση με το πώς θέλουμε να εκφραστούμε. Κάποιος είναι μαθηματικός και ταυτόχρονα μουσικός, κάποιος άλλος είναι φιλόλογος και ταυτόχρονα ζωγραφίζει, ένας άλλος είναι εργάτης και ταυτόχρονα ποιητής… Κατά τη γνώμη μου, άλλο ο βιοπορισμός και άλλο η ανάγκη εσωτερικής έκφρασης. Όποιος μπερδέψει αυτά τα δυο και κάνει την ψυχή του επάγγελμα, είναι το λιγότερο ‘’άτυχος’’.
2. Τι σημαίνει για σένα η συγγραφή; Τι είναι εκείνο που σε εμπνέει για να γράψεις; Τι είναι αυτό που κάνει τελικά ένα λογοτέχνη να θέλει να δημιουργήσει;
Θα σας μιλήσω για μένα, γιατί ο κάθε λογοτέχνης έχει διαφορετικές αφετηρίες και άλλες συνιστώσες. Για μένα λοιπόν, η συγγραφή είναι αποκλειστικά εσωτερική ανάγκη έκφρασης. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Όμως είναι ένα μεγαλειώδες συναίσθημα που δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο. Είναι μια αναζήτηση του εσωτερικού μου κόσμου και όταν φτάνει η ‘’ώρα’’ νοιώθω σαν να υπάρχει ένα πουλί φυλακισμένο μέσα μου, που πεταρίζει συνεχώς και που ζητά απεγνωσμένα να του ανοίξω το παράθυρο της ψυχής μου για να πετάξει μακριά. Αυτό είναι για μένα το γράψιμο. 
3. Έχεις πάρει το δεύτερο βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα σε πανελλήνιο διαγωνισμό, με το Θεατρικό έργο Το τέλος μιας κωμωδίας. Πόσο σημαντικό είναι αυτό για σένα;
Προηγούντο όπως σας είπα και άλλα βραβεία και διακρίσεις. Το ποίημα μου ‘’Άδειος κόσμος’’ είχε πάρει πρώτο βραβείο σε πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης λίγα χρόνια πριν το Θεατρικό μου έργο. Τα βραβεία για μένα δημιουργούν υποχρέωση, και μάλιστα μεγάλη. Μου προκαλούν συγκίνηση, γιατί επιλέγεται το έργο σου, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα έργα, από ανθρώπους που σέβεσαι, τιμάς, θαυμάζεις και δεν γνωρίζεις. Το ελάχιστο που μπορείς να κάνεις λοιπόν είναι να μην τους διαψεύσεις.

4. Έχεις επίσης γράψει ποίηση, πεζογραφήματα και παιδικά παραμύθια. Γράφεις συνήθως οργανωμένα και προσχεδιασμένα ή λειτουργείς με μία αιφνίδια έμπνευση;
Δεν γράφω ποτέ οργανωμένα. ‘’Ωράριο στο γράψιμο’’ δεν υπάρχει για μένα. Όταν ακούω κάτι τέτοιο, απλά χαμογελώ. Ο συγγραφέας δεν είναι υπάλληλος για να έχει ωράριο. Η έμπνευση δεν κτυπά καμιά κάρτα. Η έχεις κάτι να πεις ή όχι. Συμβαίνει πολλές φορές, ενώ είμαι στη μέση κάποιου βιβλίου να αλλάξω τη ρότα της ιστορίας, επειδή οι ήρωες μου διαλέγουν άλλους δρόμους. Ξέρετε, όσο κι αν σας φαίνεται υπερβολικό, είναι αλήθεια. Οι δικοί μου ήρωες, επιλέγουν μόνοι τους πως θέλουν να ζήσουν. Καμιά φορά, με τρομάζει αυτό και το λέω απόλυτα ειλικρινά. Τους αφήνω όμως, δεν μπορώ να τους έχω να μου ψιθυρίζουν μυστικά τα βράδια ξενυχτώντας με.
5. Μίλησε μου λίγο για το νέο σου βιβλίο Το παράπονό μου μια κραυγή. Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσης σου; Βασίζεται μήπως σε πραγματικά γεγονότα; 
Το βιβλίο αυτό είναι πολύ αγαπημένο μου. Ίσως περισσότερο από όλα τα άλλα. Δεν βασίζεται σε κανένα πραγματικό γεγονός, ούτε σε κανένα υπαρκτό πρόσωπο. Είναι καθαρά μυθιστοριογραφία. Εκείνο τον καιρό, ενώ έγραφα κάτι τελείως διαφορετικό, ξαφνικά σταμάτησα απότομα. Στο μυαλό μου δημιουργήθηκε μια άλλη ιστορία, άλλες εικόνες, άλλες μυρωδιές… Έγραψα αμέσως τρεις σελίδες με αυτές τις εικόνες και έδωσα και τον τίτλο… ’’Το παράπονό μου μια κραυγή’’. Εκείνο το βράδυ, μα και πολλά βράδια στη συνέχεια δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Το βιβλίο ‘’ζωγραφιζόταν’’ μέσα μου και οι ήρωες του έπαιρναν υπόσταση. Για ένα μεγάλο διάστημα λειτουργούσα μηχανικά, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό. Μια βαθιά θλίψη, με χάραξε όλες εκείνες τις μέρες, που η ιστορία αυτή έπαιρνε σάρκα και οστά. Ήξερα πως θα πονούσα πολύ. Πράγματι, έτσι ακριβώς έγινε. Είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είναι μια ιστορία με μεγάλους έρωτες και απύθμενη αγάπη, αλλά και με απρόβλεπτες καταστάσεις. Εδώ δυστυχώς, δεν υπάρχει ο ‘’από μηχανής Θεός’’, ούτε ομπρέλα προστασίας για να διαφυλάξει αυτούς τους μεγάλους έρωτες. Υπάρχουν τραγικά γεγονότα και ανατροπές που ακουμπούν τα άκρα. Υπάρχει όμως και δικαίωση. Σε όλα μου τα βιβλία υπάρχει. Η Νέμεσις μπορεί μεν να αργεί, αλλά δεν λείπει ποτέ, για να αποδώσει στο τέλος δικαιοσύνη 
6. Στο βιβλίο λοιπόν σημαντικό ρόλο παίζει ο έρωτας. Ο παράφορος έρωτας. Τι σημαίνει για σένα;
Παράφορος έρωτας, ίσον τρέλα. Παράφορος έρωτας μαζί με αγάπη είναι η απόλυτη αρμονία. Είναι Θεϊκό συναίσθημα, που δεν έχει ποτέ ημερομηνία λήξεως, που δεν μπαίνει σε καλούπια και δεν υφίσταται τη φθορά της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι που βιώνουν κάτι τέτοιο, είναι οι μικροί Θεοί, που όλοι μας επιθυμηθούμε να γίνουμε έστω μια φορά στη ζωή μας.
7. Γκιουλ. Η ηρωίδα του βιβλίου σου. Πόσο ταυτίστηκες μαζί της όσο έγραφες το βιβλίο;

Στα βιβλία μου δεν έχω ποτέ ένα ήρωα. Είναι όλοι ήρωες. Καθένας έχει κάτι να πει και κανείς δεν μοιάζει με κανένα. Το βιβλίο είναι πολυπρόσωπο και η Γκιουλ είναι ένα κεντρικό και τραγικό μαζί πρόσωπο αυτής της ιστορίας. Δεν μου επέτρεψε να ταυτιστώ μαζί της. Είχε να ζήσει πράγματα που εγώ δεν θα μπορούσα να καταφέρω να ζήσω ποτέ. Με εκείνη που πραγματικά ταυτίστηκα σε πολλά σημεία, είναι η θεία της Γκιουλ, η Ζεϋνέπ. Ναι… με αυτήν ταυτίστηκα πάρα πολύ.
8. Πώς νιώθεις μετά από την ολοκλήρωση της συγγραφής; Λύτρωση, πνευματική κόπωση ή ψυχική ευφορία;

Νοιώθω μεγάλη συγκίνηση. Ξεφυλλίζω το βιβλίο και θυμάμαι ακριβώς πως ήμουν την κάθε στιγμή που έγραφα την ιστορία. Σας ομολογώ πως γράφοντας το έκλαψα πολύ.
9. Τι πιστεύεις για το «συγγραφικό φθόνο»; Είναι κάτι υπαρκτό ή μήπως βρίσκεται στη φαντασία ορισμένων; Πόσο η λογοτεχνία απελευθερώνει την ανθρώπινη ψυχή, και πόσο μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;
Ρωτάτε τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο. Δεν έχω νοιώσει ποτέ ζήλεια στη ζωή μου για τίποτα. Δεν ξέρω τι σημαίνει να ζηλεύεις. Αγαπώ και εκτιμώ όλους τους συγγραφείς. Είναι πολύ δύσκολο να γράψεις ένα απλό σημείωμα, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο βιβλίο. Σέβομαι τη δουλειά του κάθε συγγραφέα, έχω όμως το δικαίωμα να επιλέξω ποιους συγγραφείς θα διαβάσω. Ξέρω, πως σίγουρα θα υπάρχουν και τέτοιου είδους ‘’φθόνοι’’. Πιστεύω όμως πως καλλιεργούνται από άλλους παράγοντες και όχι από τους ίδιους τους συγγραφείς. Ο συγγραφέας έχει άλλη δουλειά να κάνει. Οφείλει να ‘’κοινωνεί’’ με τους αναγνώστες του και μόνο αυτό. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει ποτέ ένα μόνο βιβλίο και είναι ο μόνος που μπορεί να δικαιώσει τον συγγραφέα και τη διάρκεια του στο χρόνο.
10. Πώς βιώνεις την επαφή με τους αναγνώστες σου στις παρουσιάσεις του βιβλίου σου, αλλά και στο Διαδίκτυο;
Έχω μια ειλικρινή σχέση με τους αναγνώστες μου. Από τη φύση μου είμαι ανοικτός άνθρωπος, και πάντα στη ζωή μου είχα σαν οδηγό την ειλικρίνεια. Δεν μου αρέσουν ούτε οι σνομπισμοί, ούτε οι δήθεν σχέσεις, ούτε τα συμβατικά χαμόγελα. Με τους αναγνώστες μου είμαι η Άννα Γαλανού και με τους φίλους μου η Άννα… Μη νομίζετε δεν υπάρχει καμιά μεγάλη διαφορά! Αν χαμογελάς το πρωί στο καθρέπτη, να ξέρεις πως όλος ο κόσμος θα σου χαμογελάσει.
11. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου λογοτέχνες; Πιστεύεις ότι τα αναγνώσματα ενός συγγραφέα επηρεάζουν τη γραφή του;
Η ζωή του κάθε λογοτέχνη πρέπει να συμβαδίζει με τα πιστεύω του. Αυτό αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο για μένα. Τα βιβλία που διαβάζει ο καθένας μας, σαφώς πιστεύω πως επηρεάζουν πρωταρχικά τη σκέψη μας και στη συνέχεια διαμορφώνουν και τη συγγραφική μας γλώσσα. Ο Καζαντζάκης αποτελεί για μένα ξεχωριστό Κεφάλαιο ζωής. Διαβάζω τουλάχιστον δυο ή τρία βιβλία του κάθε χρόνο. Γενικά είμαι της ‘’παλιάς σχολής’’. Μου αρέσει πολύ η γλώσσα του Στρατή Μυριβήλη, του Μ. Καραγάτση, του Τάκη Αθανασιάδη, του Άγγελου Τερζάκη. Από τους πιο σύγχρονους Μενέλαος Λουντέμης, Γιώργος Ιωάννου, Ρέα Γαλανάκη, Ιωάννα Καρυστιάνη. Ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης έχει όλα τα χρώματα που με αυτά ζωγραφίζω τους κήπους, τις θάλασσες και τα βουνά στα βιβλία μου. Ο Ελύτης πάντα με ταξιδεύει και με κάνει να δακρύζω.
12. Τώρα γράφεις κάτι;
Αυτό τον καιρό βρίσκομαι σε μια φάση περισυλλογής και χαλάρωσης. Διαβάζω πάρα πολύ. 
13. Στην Ελλάδα υπάρχει μία σύγχυση σε σχέση με τα καλλιτεχνικά και πνευματικά μεγέθη. Πώς αισθάνεσαι σε ένα τοπίο όπου κάθε στιγμή τα πράγματα τείνουν να σε ισοπεδώσουν;
Έχω άλλη γνώμη. Δεν νοιώθω πως βρίσκομαι σε ανταγωνισμό με το σήμερα ή πως πρέπει να αποδείξω κάτι. Αυτού του είδους οι ανασφάλειες δεν με ακουμπούν γιατί δεν χειρίζομαι τίποτα. Δεν μου αρέσουν οι αποκλεισμοί και η ισοπέδωση. Όταν υπάρχουν αξίες μέσα σου ποτέ και κανείς δεν μπορεί να σου πάρει ούτε ένα τόσο δα κομματάκι. Η ψυχή μου δεν μπαίνει ποτέ σε κανενός είδους πλειστηριασμό.
14. Ένας συγγραφέας στις μέρες μας μπορεί να ζήσει από το γράψιμο;
Η Ελληνική αγορά δεν είναι τόσο μεγάλη και τώρα με την οικονομική κρίση, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Πιστεύω όμως πως παρ’ όλα αυτά, ναι μπορεί.
15. Κατά τη γνώμη σου, τι είναι αυτό που, αν δε ζήσει κάποιος, θα είναι σαν να μην έχει ζήσει;
Ένας μεγάλος έρωτας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται
16. Ποια είναι η μεγαλύτερη υπερβολή που έχεις επιτρέψει στον εαυτό σου;

Για ένα καφέ στη Γλυφάδα ξεκίνησα και βρέθηκα στο αεροπλάνο για τη Ρώμη, χωρίς βαλίτσα και χωρίς αποσκευές.
17. Τα μελλοντικά σου σχέδια;
Θα σας φανεί παράξενο ίσως, μα είναι αληθινό. Δεν κάνω ποτέ σχέδια.
18. Τι ονειρεύεσαι;
Ένα όμορφο κόσμο με παιδιά που ζουν σαν παιδιά και με ανθρώπους που χαίρονται τη ζωή. Ένα κόσμο με χρώματα και χαμόγελα πολλά… Μακάρι να γινόταν.

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ