Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΕΥΑΝΘΙΑ



                                              Χρονογράφημα


Κοντοστάθηκε λίγο πριν από το στενό που έβγαζε στη κεντρική λεωφόρο. Ο ιδρώτας κυλούσε σαν ποτάμι ανάμεσα στα χοντρά της στήθια και τα μαλλιά της κολλούσαν ιδρωμένα πάνω στο κούτελο της. Άφησε τις δυο βαριές σακούλες που κρατούσε σε κάθε χέρι της, σ’ ένα σκαλοπατάκι μιας κλειστής πόρτας και έκανε αέρα με τα χέρια της.
«Τι μέρα κι αυτή, τι μέρα κι αυτή» το ίδιο έλεγε κάθε Τετάρτη που πήγαινε στη λαϊκή. Δύσκολη μέρα η Τετάρτη, γιατί της Ευανθίας, της έπεφτε πολύ μακριά από το σπίτι της η λαϊκή αγορά. Αυτοκίνητο δεν είχε, ούτε καν να οδηγεί δεν ήξερε, μα κι ούτε ένα καρότσι λαϊκής δεν είχε αξιωθεί να αγοράσει. Όλο έλεγε, να πάρω καρότσι, να θυμηθώ να πάρω καρότσι κι όλο χανόταν εξ’ αρχής στους πάγκους, φορτωνόταν σαν γαϊδούρι και δεν έφτανε ποτέ στο τέλος της λαϊκής, όπου ήταν οι πάγκοι που πουλούσαν τα καρότσια.
«Πάρτην ανάποδα τη λαϊκή μια φορά βρε παιδάκι μου…» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της κάθε Τετάρτη αγκομαχώντας, »..αγόρασε πρώτα το καρότσι κι ύστερα περπατώντας προς τα κάτω το φορτώνεις…Tην άλλη φορά οπωσδήποτε θα γίνει έτσι» μονολογούσε. Όμως η κάθε άλλη φορά πάλι υπόσχεση γινόταν για την επόμενη εβδομάδα.
Είχε κάνει τη μισή διαδρομή, έπρεπε να βγει στη λεωφόρο να προχωρήσει κατά μήκος της κι εκεί πριν το φανάρι του Παπουτσή, να μπει στο αδιέξοδο σοκάκι που έμενε. Τον θυμόταν η Ευανθία τον Παπουτσή, ήταν κι ομορφάντρας ο μπαγάσας. Μια ολόκληρη γειτονιά ακίνητα είχε στο Μοσχάτο. Κι αυτό του Παπουτσή, και το άλλο του Παπουτσή και το παράλλο δίπλα, σπίτια ακίνητα και μαγαζιά, όλα δικά του. Μαυραγορίτης ήταν ο πατέρας του, χαραμοφάης ο γιός. «Οι παροιμίες παιδάκι μου πάντα έχουν βάση» σκεφτόταν κάθε φορά που τον έφερνε στο νου της. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα, αυτό έγινε και στην περίπτωσή του. Από τα μπουζούκια της εθνικής οδού, που σκόρπαγε αλόγιστα όλα τα έσοδα από τα νοίκια του σε λουλούδια και ζαρτιέρες, βρέθηκε στη συνέχεια στα καζίνο. Εκεί ήταν που παίχτηκε και το μεγάλο δράμα. Ένα ένα τα ακίνητα του έκαναν φτερά και τώρα …μόνο η στάση απόμεινε να τον μνημονεύει, μόνο από  κει τον θυμόντουσαν.
Ας είναι, τι την ένοιαζε την Ευανθία για το αν ο Παπουτσής πέθανε στο φτωχοκομείο… «Γηροκομείο βρε μάννα», της έλεγε η κόρη της…
«Δεν υπάρχουν γηροκομεία, εμείς φτωχοκομεία τα λέγαμε στην εποχή μου και δεν άλλαξε τίποτα από τότε» της απαντούσε κοιτώντας την απειλητικά και με νόημα.
Έσκυψε να πάρει τις σακούλες της και να φύγει. Ποιες σακούλες, δεν υπήρχαν σακούλες στα πόδια της. Με την άκρη του ματιού της ίσα που πρόλαβε και είδε τον ξανθούλη που έστριβε τρέχοντας στη γωνία κρατώντας τες στα χέρια του. «Μωρέ μπράβο, εμένα μου έκοψαν τα χέρια κι αυτός τρέχει λες και κρατάει πούπουλα» ήταν η πρώτη της σκέψη. Μετά ήρθε η συνειδητοποίηση… «Πάνε, πέταξαν τα ευρώ μου … και δεν θα έχω αγγούρια για μια βδομάδα…» Όλα τα άλλα ψώνια δεν την ένοιαζαν και πολύ,  αλλά με τα φρέσκα αγγουράκια του κυρ- Μανόλη είχε ένα θέμα και μάλιστα μεγάλο. Είχε τρομερά μεγάλη αδυναμία στα αγγούρια του κυρ- Μανόλη. Μετά αισθάνθηκε θυμό, μεγάλο θυμό και πολλά νεύρα. Της άλλαζε και το πρόγραμμα του φαγητού… «Δηλαδή δεν θα φάω το ‘’τουρλού’’ μου αύριο; Και τι θα φάω;; Πανάθεμά τον ξανθούλη».
Μηχανικά έστριβε, ξέστριβε τα χέρια της, ώσπου ξαφνικά της ήρθε το λυτρωτικό και γλυκό χαμόγελο της εκδίκησης… «Θα βρωμίσει ο γαύρος, αχ… ναι θα βρωμίσει… Καλά να πάθει ο αλήτης». Ήδη ο γαύρος βρωμούσε όταν τον αγόρασε με μισό ευρώ το κιλό. Μέχρι να ανοίξουν τη σακούλα θα είχε γίνει ζουμί και θα λέρωνε και όλα τα υπόλοιπα. Ήταν σίγουρη πως έτσι θα γινόταν. Ουφ, ένας αναστεναγμός ικανοποίησης έφυγε από μέσα της… και μετά… Μετά στάθηκε αμήχανη. Τι θα έκανε; Ήταν δυνατόν να κάνει τόσο δρόμο τζάμπα και να γυρίσει στο σπίτι χωρίς σακούλες; Δεν ήταν δυνατόν, αποκλείεται… κάτι έπρεπε να σκεφτεί.
Μια ξεθεωμένη γυναικούλα στάθηκε παραδίπλα της. Ακούμπησε τις σακούλες της σε μια γωνιά και άρχισε να κάνει κι αυτή αέρα με τα χέρια της. Τέσσερις σακούλες άφησε καταγής. Άστραψε με μιας το μάτι της Ευανθίας. Την θυμήθηκε… «Μαζί ψωνίζαμε τα αγγουράκια στο πάγκο του κυρ – Μανόλη» σκέφτηκε, γέλασε με νόημα και την ξανακοίταξε. Ναι αυτή ήταν, δεν έκανε λάθος. Με ύπουλο χαμόγελο ξεκόλλησε από τη γωνιά της και προχώρησε προς το μέρος της γυναικούλας. Στάθηκε δίπλα της και μια και δυο άρχισε να της λέει για τον παλιόκαιρο και την υγρασία που τους είχε κόψει τα γόνατα. Η άλλη στην αρχή την κοίταξε παραξενεμένη κι ύστερα από λίγο, άρχισε να της λέει κι αυτή για τα αρθριτικά της που την ‘’πέθαιναν’’ στο πόνο. Μα δεν σταματούσε πια, λες κι έψαχνε να βρει άνθρωπο να πει το καημό της. Η Ευανθία κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι της συμφωνώντας κι ύστερα από λίγη ώρα έσκυψε δήθεν να δέσει το κορδόνι της. Με τρόπο ‘’έριξε’’ μια ματιά στις σακούλες, μπας και δει σε πια απ’ όλες ήταν τα αγγουράκια.  Δεν φαινόταν τίποτα. Όλες ήταν παραφουσκωμένες και κλειστές με δυο διπλούς κόμπους για σιγουριά. Η άλλη γυναίκα το είχε ρίξει τώρα στους αναστεναγμούς. Ήταν σαν να έψαχνε η καημένη να βρει ακροατήριο, σκέφτηκε η Ευανθία, που με μια κίνηση σηκώθηκε απότομα, βούτηξε τις σακούλες κι ‘’έκοψε’’ να τρέχει σαν κοριτσάκι.
Οι φωνές της γυναίκας με τα αρθριτικά ουδόλως την πτόησαν… άλλωστε το έλεγε και το Ευαγγέλιο και μέρες που ήταν το θυμήθηκε αμέσως. ‘’Οφθαλμό αντί οφθαλμού…’’ έτσι δεν έλεγε η θρησκεία; Όλα λοιπόν έγιναν κατά πως έπρεπε και η Ευανθία έφθασε στη στάση του Παπουτσή ανάλαφρη σαν πούπουλο και ευχαριστημένη που μια φορά έκανε κι αυτή αυτό που πρόσταζε η Αγία Γραφή. Το ‘’Ου κλέψεις’’, ουδόλως της πέρασε από το μυαλό.
Πίστευε απόλυτα, πως έκανε το μεγαλύτερο καλό στην πολυλογού φουκαριάρα που ναι μεν δεν είχε ούτε κι αυτή καρότσι, όμως είχε αρθριτικά και μάλιστα πολλά… Η ίδια η Ευανθία αρθριτικά δεν είχε!

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου