Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Φτου και βγαίνω....



Την αλήθεια την ''φτιάχνει'' κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα
                                                                                            (Οδυσσέας Ελύτης)



Όλα τα παιχνίδια έχουν το μέτρημα τους. Από την αρχή ως το τέλος κάθε παιχνίδι είναι μια αναμέτρηση με στόχο πάντα ποιος θα το κερδίσει. Κάποιοι εξ’ αρχής όλα τα παιχνίδια τα παίρνουν πάντα πολύ σοβαρά και κάποιοι άλλοι κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Ακόμα και τα παιχνίδια ανάμεσα στα παιδιά, έχουν αγριάδα, ανταγωνισμό, θυμό και πονηριά, κρύβουν πολλές αντιζηλίες, κακίες και εκδίκηση. Κανείς δεν είναι αθώος ξεκινώντας να παίξει, και το ξέρει πολύ καλά.
Μεγαλώνοντας κι έχοντας μάθει να κρατάς πάντα ένα άσσο κρυμμένο στο μανίκι σου, μπαίνεις σε μεγαλύτερα παιχνίδια, που εδώ όμως δεν υπάρχουν εμφανείς νικητές. Όλοι νικητές θεωρούν εξ’ αρχής τον εαυτό τους και το ‘’ρεγάλο’’ είναι σημαντικό. Αλλιώς, γιατί να μπει κανείς στο κόπο;
Παιχνίδια καριέρας, αναγνώρισης και προβολής, δύναμης και εξουσίας, παιχνίδια καρδιάς και συναισθημάτων… Παιχνίδια ζωής!
Αυτά τα παιχνίδια της ζωής, που νομίζουμε πολλές φορές πως τα έχουμε δει όλα, τα έχουμε παίξει όλα κι έχουμε νικήσει σε όλα… Η ουτοπία του νικητή και ποτέ του χαμένου. Είναι αδίκημα σήμερα να είσαι χαμένος, μπαίνεις αυτόματα στο περιθώριο, χάνεις την αυτοεκτίμηση σου και ζεις ένα δράμα μέσα σ’ ένα κουκούλι απομόνωσης. Γιατί είναι σκληρή η ζωή και η κοινωνία τους χαμένους τους θεωρεί ‘’περιθώριο’’.
Πολλές φορές με τερτίπια και ‘’εξυπνάδες’’ κάποιοι νομίζουν πως πάντα θα κερδίζουν. Άλλοι πουλώντας στυλ, άλλοι πλούτη, άλλοι δύναμη, άλλοι θλίψη και άλλοι ψεύτικες αγάπες. Αυτό το πουλάω κάτι για να κερδίσω κάτι άλλο, ανέκαθεν με ενοχλούσε και μου δημιουργούσε μεγάλο αίσθημα αποστροφής. Πολλές φορές δεν μπορείς να το αποφύγεις, ενώ καταλαβαίνεις πολύ καλά τι συμβαίνει, είτε από αδυναμία, είτε από αδιαφορία, αλλά τις περισσότερες φορές από μια ανόητη αυτοπεποίθηση πως μπορείς να καταφέρεις το ακατόρθωτο.
Όμως τελικά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, ακόμα και τότε που τους αποκαλύπτεις, το μόνο που μπορούν να παραδεχτούν είναι πως τελικά…‘’ είσαι πολύ έξυπνος’’, να σου χαμογελάσουν συγκαταβατικά και να συνεχίσουν ή να αρχίσουν ένα ακόμα παιχνίδι μαζί σου. Με το μυαλό σου, αυτή τη φορά. Είναι αυτοί που ψάχνουν ένα καλό ακροατήριο, για να πουν τον καημό τους, όταν κάποιοι τους έχουν γυρίσει τη πλάτη, τους έχουν πληγώσει, τους έχουν απογοητεύσει. Ξέρουν πολύ καλά, πως η στεναχώρια αποτελεί πάντα ένα καλό εφαλτήριο, στο παιχνίδι που μόλις ξεκίνησαν. Κι όταν σε βάλουν σ’ αυτόν το κύκλο είσαι ήδη χαμένος, χωρίς να το  έχεις καταλάβει.
Αυτό είναι και το πιο σκληρό παιχνίδι, γιατί αφορά σε ανθρώπινες καρδιές και συναισθήματα, και σε αφήνουν ανελέητα στο τέλος ‘’μισό’’. Απομυζούν ενέργεια, αγάπη, καλοσύνη, δόσιμο και στο τέλος με το άκαρδο χαμόγελο τους, ‘’σε κέρδισα’’, μόνο ανθρώπινα ερείπια αφήνουν πίσω τους.
Είναι πολύ διαδεδομένο τούτο το παιχνίδι στις μέρες μας, όπου όλοι μας ψάχνουμε περισσότερο τα αισθήματα, αγάπη, κατανόηση, τρυφερότητα, παρά οτιδήποτε άλλο. Καλό είναι να μην τα ξεπουλάμε εύκολα, γιατί το άδειασμα της ψυχής είναι οδυνηρό και δεν αναπληρώνεται. 
Ας επιλέξουμε καλύτερα το μοναχικό δρόμο, από το ξόδεμα με καιροσκόπους και αδιάφορους, σκληρούς ανθρώπους. Την ψυχή μας το μεγαλύτερο αγαθό, ας την κρατήσουμε για όσους πραγματικά αξίζουν. Όταν έρθει η ώρα να την ανοίξουμε σαν τριαντάφυλλο, πρέπει να μοσχοβολά, να μην έχει στεγνώσει. Θα το καταλάβουμε σαν έρθει εκείνη η ώρα, από το ζεστό χέρι που θα κρατήσουμε, από το χαμόγελο που θα μας χαρίσουν και από την γλυκιά γεύση που θα έχει το φιλί.
Σε όλα τα άλλα παιχνίδια, πρέπει από την αρχή να μάθουμε να λέμε…''Φτου και βγαίνω’’.
ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

ΠΩΣ;


Πώς να φύγω χωρίς να ξέρεις; Η απουσία σου δηλώνει παρών


Πώς να φύγω χωρίς να ξέρεις, ένα ανομολόγητο μυστικό;  Πώς;
Πώς να ζεστάνω την ανάσα μου;


Πώς να κρατηθείς στο όνειρο
μιας ακόμα χαμένης νύχτας;
Πώς να γεμίσεις τα χέρια σου με τις μπογιές
ενός κόκκινου δειλινού μοναξιάς;
Πώς να υπακούσεις στις φωνές που ακούς μόνο εσύ;
Ηθελημένη αυταπάτη όλο αυτό το όνειρο ζωής... ή στόχος;

Ένα παρελθόν με κυνηγά
Σαν σκοινί τεντωμένο το μέλλον
κι εγώ ακροβάτης δεν είμαι
Ανησυχώ…
Πώς να σε φθάσω εκεί ψηλά;

Το παρόν ανέφικτες ελπίδες
Η απουσία σου ζωγραφίζει με μαύρο
όλες τις σκιές της μέρας
Σ’ ακολουθώ κι ας μην ξέρω να τρέχω
Ο δρόμος μου ας γίνει ποτάμι επιτέλους…
Άννα Γαλανού

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ



ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΑ PUBLIC



Ομίχλη πάλι. Πόλη της ομίχλης και της θλίψης ήταν η Πόλη του τούτα τ’ άσπρα βράδια. Του άρεσε όμως, όπως και να ήταν την αγαπούσε. Όταν ξεχείλιζε ο Βόσπορος και γέμιζε το δρόμο μπροστά στο Ορτάκιοϊ, όταν το χιόνι έφθανε το μισό μέτρο στα στενά της και μόνο οι τρελοί κι οι ονειροπόλοι έβγαιναν να περπατήσουν στα καλντερίμια, όταν ο αέρας που κατέβαινε απ’ τα στενά περάσματα μ’ ορμή, σήκωνε ολόκληρα σπίτια στο διάβα του, αλλά κι όταν ο ήλιος έκαιγε τη πέτρα… τότε τη λάτρευε ακόμα πιο πολύ. Τότε ήταν που του έδινε πολλά περιθώρια μοναξιάς κι ελευθερίας, φαντασίας και ηδονικής δημιουργίας.
Η ίδια η Πόλη αποτελούσε μια μεγάλη υπερβολή, σ’ όλες τις εποχές. Δεν είχε τίποτα συμβατικό, δεν έμπαινε σε κανένα καλούπι, δεν άκουγε σε καμιά γλώσσα, ενώ τις ήξερε όλες, δεν χόρευε μόνο σε χαρέμια και σε οντάδες, χόρευε και πάνω στις ταράτσες, στις γειτονιές με τους τσίγκους και τις λαμαρίνες, πάνω στα ρεύματα της θάλασσας που δεν είχε ποτέ το ίδιο χρώμα, πίσω απ’ τις μαρμάρινες κολώνες κι έξω από τις εκκλησιές όλου του κόσμου. Αυτή ήταν η Πόλη του. Ό,τι δεν μπορούσε να έχει αυτός, του το πρόσφερε απλόχερα και μάλιστα με αντάλλαγμα μονάχα … ένα κλικ. Το κλικ του μυαλού του, την αποθήκη της αρμονίας και της μνήμης, που δεν ξεθωριάζει στο χρόνο, που κρατά μυρωδιές, που διαλύει βρόχινα σύννεφα, φανερώνοντας ένα λαμπερό ήλιο, για να φωτίζει τους δρόμους της καρδιάς.

                       ~~~~~~~~~~~~~~~~~

Yine sis. Böyle beyaz gecelerde sisin ve kederin şehriydi. Ama nasıl olursa olsun İstanbul'u seviyordu. Ortaköy'de taşan Boğaz'ın suları yolları kapattığında, yüksek yerlerinde kar yarım metreye vardığında, sadece deliler ve hayalperestler yürümek için kaldırımlara çıktığında, rüzgar dar geçitlerinden şiddetle estiğinde koca koca evleri kaldırıyordu. Ama yakıcı sıcaklarını da seviyordu. O zaman daha çok seviyordu. Çünkü yalnızlığına, özgürlüğüne, düşgücüne ve şehvetli yaratıcılığa daha fazla vakit ayırabiliyordu.
Aynı İstanbul, büyük bir abartı teşkil ediyordu her çağda. Hiçbir ölçüye gelmez, hiçbir kalıba girmezdi. Hiçbir dili duymaz, her dili bilirdi. Sadece haremlerde, odalarda değil, çatılarda, çinko saclarla dolu mahallelerde, hiçbir zaman aynı renge sahip olmayan denizin akıntılarında, mermer sütunların gerisinde ve bütün dünyanın kiliselerinin dışında dansediyordu. Buydu İstanbul'u. Sadece parmağını şıklatması karşılığında sahip olamayacağı herşeyi önüne sunuyordu. Beyninde, kokuları unutmayan, kalbinin yollarını aydınlatmak için parlak bir güneş göstererek yağmur bulutlarını dağıtan, zamanın solduramadığı uyum ve hafızanın deposunda bir kıvılcım çakardı o anda. 


 Çeviri Caner Yılmaz

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΕΥΑΝΘΙΑ



                                              Χρονογράφημα


Κοντοστάθηκε λίγο πριν από το στενό που έβγαζε στη κεντρική λεωφόρο. Ο ιδρώτας κυλούσε σαν ποτάμι ανάμεσα στα χοντρά της στήθια και τα μαλλιά της κολλούσαν ιδρωμένα πάνω στο κούτελο της. Άφησε τις δυο βαριές σακούλες που κρατούσε σε κάθε χέρι της, σ’ ένα σκαλοπατάκι μιας κλειστής πόρτας και έκανε αέρα με τα χέρια της.
«Τι μέρα κι αυτή, τι μέρα κι αυτή» το ίδιο έλεγε κάθε Τετάρτη που πήγαινε στη λαϊκή. Δύσκολη μέρα η Τετάρτη, γιατί της Ευανθίας, της έπεφτε πολύ μακριά από το σπίτι της η λαϊκή αγορά. Αυτοκίνητο δεν είχε, ούτε καν να οδηγεί δεν ήξερε, μα κι ούτε ένα καρότσι λαϊκής δεν είχε αξιωθεί να αγοράσει. Όλο έλεγε, να πάρω καρότσι, να θυμηθώ να πάρω καρότσι κι όλο χανόταν εξ’ αρχής στους πάγκους, φορτωνόταν σαν γαϊδούρι και δεν έφτανε ποτέ στο τέλος της λαϊκής, όπου ήταν οι πάγκοι που πουλούσαν τα καρότσια.
«Πάρτην ανάποδα τη λαϊκή μια φορά βρε παιδάκι μου…» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της κάθε Τετάρτη αγκομαχώντας, »..αγόρασε πρώτα το καρότσι κι ύστερα περπατώντας προς τα κάτω το φορτώνεις…Tην άλλη φορά οπωσδήποτε θα γίνει έτσι» μονολογούσε. Όμως η κάθε άλλη φορά πάλι υπόσχεση γινόταν για την επόμενη εβδομάδα.
Είχε κάνει τη μισή διαδρομή, έπρεπε να βγει στη λεωφόρο να προχωρήσει κατά μήκος της κι εκεί πριν το φανάρι του Παπουτσή, να μπει στο αδιέξοδο σοκάκι που έμενε. Τον θυμόταν η Ευανθία τον Παπουτσή, ήταν κι ομορφάντρας ο μπαγάσας. Μια ολόκληρη γειτονιά ακίνητα είχε στο Μοσχάτο. Κι αυτό του Παπουτσή, και το άλλο του Παπουτσή και το παράλλο δίπλα, σπίτια ακίνητα και μαγαζιά, όλα δικά του. Μαυραγορίτης ήταν ο πατέρας του, χαραμοφάης ο γιός. «Οι παροιμίες παιδάκι μου πάντα έχουν βάση» σκεφτόταν κάθε φορά που τον έφερνε στο νου της. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα, αυτό έγινε και στην περίπτωσή του. Από τα μπουζούκια της εθνικής οδού, που σκόρπαγε αλόγιστα όλα τα έσοδα από τα νοίκια του σε λουλούδια και ζαρτιέρες, βρέθηκε στη συνέχεια στα καζίνο. Εκεί ήταν που παίχτηκε και το μεγάλο δράμα. Ένα ένα τα ακίνητα του έκαναν φτερά και τώρα …μόνο η στάση απόμεινε να τον μνημονεύει, μόνο από  κει τον θυμόντουσαν.
Ας είναι, τι την ένοιαζε την Ευανθία για το αν ο Παπουτσής πέθανε στο φτωχοκομείο… «Γηροκομείο βρε μάννα», της έλεγε η κόρη της…
«Δεν υπάρχουν γηροκομεία, εμείς φτωχοκομεία τα λέγαμε στην εποχή μου και δεν άλλαξε τίποτα από τότε» της απαντούσε κοιτώντας την απειλητικά και με νόημα.
Έσκυψε να πάρει τις σακούλες της και να φύγει. Ποιες σακούλες, δεν υπήρχαν σακούλες στα πόδια της. Με την άκρη του ματιού της ίσα που πρόλαβε και είδε τον ξανθούλη που έστριβε τρέχοντας στη γωνία κρατώντας τες στα χέρια του. «Μωρέ μπράβο, εμένα μου έκοψαν τα χέρια κι αυτός τρέχει λες και κρατάει πούπουλα» ήταν η πρώτη της σκέψη. Μετά ήρθε η συνειδητοποίηση… «Πάνε, πέταξαν τα ευρώ μου … και δεν θα έχω αγγούρια για μια βδομάδα…» Όλα τα άλλα ψώνια δεν την ένοιαζαν και πολύ,  αλλά με τα φρέσκα αγγουράκια του κυρ- Μανόλη είχε ένα θέμα και μάλιστα μεγάλο. Είχε τρομερά μεγάλη αδυναμία στα αγγούρια του κυρ- Μανόλη. Μετά αισθάνθηκε θυμό, μεγάλο θυμό και πολλά νεύρα. Της άλλαζε και το πρόγραμμα του φαγητού… «Δηλαδή δεν θα φάω το ‘’τουρλού’’ μου αύριο; Και τι θα φάω;; Πανάθεμά τον ξανθούλη».
Μηχανικά έστριβε, ξέστριβε τα χέρια της, ώσπου ξαφνικά της ήρθε το λυτρωτικό και γλυκό χαμόγελο της εκδίκησης… «Θα βρωμίσει ο γαύρος, αχ… ναι θα βρωμίσει… Καλά να πάθει ο αλήτης». Ήδη ο γαύρος βρωμούσε όταν τον αγόρασε με μισό ευρώ το κιλό. Μέχρι να ανοίξουν τη σακούλα θα είχε γίνει ζουμί και θα λέρωνε και όλα τα υπόλοιπα. Ήταν σίγουρη πως έτσι θα γινόταν. Ουφ, ένας αναστεναγμός ικανοποίησης έφυγε από μέσα της… και μετά… Μετά στάθηκε αμήχανη. Τι θα έκανε; Ήταν δυνατόν να κάνει τόσο δρόμο τζάμπα και να γυρίσει στο σπίτι χωρίς σακούλες; Δεν ήταν δυνατόν, αποκλείεται… κάτι έπρεπε να σκεφτεί.
Μια ξεθεωμένη γυναικούλα στάθηκε παραδίπλα της. Ακούμπησε τις σακούλες της σε μια γωνιά και άρχισε να κάνει κι αυτή αέρα με τα χέρια της. Τέσσερις σακούλες άφησε καταγής. Άστραψε με μιας το μάτι της Ευανθίας. Την θυμήθηκε… «Μαζί ψωνίζαμε τα αγγουράκια στο πάγκο του κυρ – Μανόλη» σκέφτηκε, γέλασε με νόημα και την ξανακοίταξε. Ναι αυτή ήταν, δεν έκανε λάθος. Με ύπουλο χαμόγελο ξεκόλλησε από τη γωνιά της και προχώρησε προς το μέρος της γυναικούλας. Στάθηκε δίπλα της και μια και δυο άρχισε να της λέει για τον παλιόκαιρο και την υγρασία που τους είχε κόψει τα γόνατα. Η άλλη στην αρχή την κοίταξε παραξενεμένη κι ύστερα από λίγο, άρχισε να της λέει κι αυτή για τα αρθριτικά της που την ‘’πέθαιναν’’ στο πόνο. Μα δεν σταματούσε πια, λες κι έψαχνε να βρει άνθρωπο να πει το καημό της. Η Ευανθία κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι της συμφωνώντας κι ύστερα από λίγη ώρα έσκυψε δήθεν να δέσει το κορδόνι της. Με τρόπο ‘’έριξε’’ μια ματιά στις σακούλες, μπας και δει σε πια απ’ όλες ήταν τα αγγουράκια.  Δεν φαινόταν τίποτα. Όλες ήταν παραφουσκωμένες και κλειστές με δυο διπλούς κόμπους για σιγουριά. Η άλλη γυναίκα το είχε ρίξει τώρα στους αναστεναγμούς. Ήταν σαν να έψαχνε η καημένη να βρει ακροατήριο, σκέφτηκε η Ευανθία, που με μια κίνηση σηκώθηκε απότομα, βούτηξε τις σακούλες κι ‘’έκοψε’’ να τρέχει σαν κοριτσάκι.
Οι φωνές της γυναίκας με τα αρθριτικά ουδόλως την πτόησαν… άλλωστε το έλεγε και το Ευαγγέλιο και μέρες που ήταν το θυμήθηκε αμέσως. ‘’Οφθαλμό αντί οφθαλμού…’’ έτσι δεν έλεγε η θρησκεία; Όλα λοιπόν έγιναν κατά πως έπρεπε και η Ευανθία έφθασε στη στάση του Παπουτσή ανάλαφρη σαν πούπουλο και ευχαριστημένη που μια φορά έκανε κι αυτή αυτό που πρόσταζε η Αγία Γραφή. Το ‘’Ου κλέψεις’’, ουδόλως της πέρασε από το μυαλό.
Πίστευε απόλυτα, πως έκανε το μεγαλύτερο καλό στην πολυλογού φουκαριάρα που ναι μεν δεν είχε ούτε κι αυτή καρότσι, όμως είχε αρθριτικά και μάλιστα πολλά… Η ίδια η Ευανθία αρθριτικά δεν είχε!

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ