Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΧΘΕΣ

Ο Πέτρος είχε φύγει φορώντας μόνο μια ελαφριά καπαρντίνα πάνω από το πουκάμισο του. Όμως το κρύο δεν το καταλάβαινε. Το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες του… σαν ένα άλλου είδους ενέργεια να είχε δώσει φτερά στα πόδια του, που έτρεχαν με βιάση στους έρημους δρόμους της πόλης. Περνούσε μπροστά από τα μαγαζιά με τα κατεβασμένα ρολά, από την σκεπαστή αγορά, όπου μόνο σκυλιά και γάτες συναντούσε, από τις άδειες, υγρές πλατείες για να καταλήξει μετά από αρκετή ώρα στη θάλασσα. Μια θάλασσα γκρίζα, ανταριασμένη με κύματα βουνό.

Περπατούσε στην αρχή με τα χέρια στις τσέπες, μα σαν έφθασε στο δρόμο της παραλίας, ένοιωσε τόσο ανάλαφρος, τόσο χαρούμενος… ελευθέρωσε τα χέρια του κι άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι, να τα απλώνει σαν φτερά στον ορίζοντα και να τα υψώνει ψηλά θέλοντας ν’ αγγίξει τον ουρανό. Πόση ώρα είχε περάσει; Αρκετή, μα αυτό ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Η ζωή, που τόσα χρόνια τον είχε απαρνηθεί, σήμερα το πρωί, σαν να έριξε μια κλωτσιά στη πόρτα της ψυχής του κι είχε μπει ορμητική ξανά μέσα στις φλέβες του. Τι ξανά; Πιο πολύ κι από ξανά. Μέχρι τώρα ποτέ δεν είχε αισθανθεί έτσι, πραγματικά χαρούμενος, πραγματικά ευτυχισμένος και υγιής. Περπάταγε μόνος του, τραγουδούσε, μονολογούσε, χαιρόταν, απολάμβανε την κάθε στιγμή. Κατάμαυρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό και μετέτρεψαν την βροχή σε καταιγίδα. Σε δευτερόλεπτα είχε γίνει μούσκεμα. Έσταζε από παντού. Δυο-τρία περαστικά αυτοκίνητα κοντοστέκονταν και τον παρατηρούσαν, μπορεί και να τον αναγνώρισαν… κι αφού έκαναν τον σταυρό τους, οδηγοί και επιβάτες συνέχιζαν το δρόμο τους. Το ίδιο κι αυτός.

Ένα τραγούδι που μίλαγε για το ξεκίνημα μιας αγάπης, για ένα καλύτερο αύριο ερχόταν και ξαναερχόταν στα χείλη του. Η φωνή του ξεπερνούσε σε ένταση τον ήχο της καταιγίδας και των κεραυνών… Τραγουδούσε δυνατά στο σύμπαν. Τραγουδούσε, γελούσε, έκλαιγε... ζούσε!

Έτσι γιόρτασε τα τριακοστά τρίτα γενέθλια του ο Πέτρος. Ευτυχισμένος και ξένοιαστος, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. Σαν να έπεσε απότομα ένα φρικτό παραπέτασμα, που μέχρι τώρα του στερούσε την έννοια της ζωής… κι όχι μόνο των τελευταίων δύσκολων χρόνων, αλλά όλα τα περασμένα χρόνια. Ένοιωθε σήμερα, σαν να βγήκε για πρώτη φορά από το κουκούλι της μήτρας. Σαν να αντίκρισε για πρώτη φορά το φως. Βίωσε μέχρι και το πιο ισχνό του κύτταρο την πραγματική γέννησή του και το χάρηκε τόσο πολύ, που για πρώτη φορά ένοιωσε τι σημαίνει αυτό, που χρόνια άκουγε αλλά δεν γνώριζε. ‘‘ κλαίω από ευτυχία’’.

Γελούσε κι έκλαιγε ταυτόχρονα. Μάλλον ανήκε στους τυχερούς. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς ποτέ να μπορέσουν να αισθανθούν αυτό το μεγαλειώδες συναίσθημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου