Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Μοναξιά...

Σημείο των καιρών, θα μου πεις! Μπορεί και να είναι, μα ποιών καιρών; Πόσους καιρούς και πόσες αιώνες κουβαλά πάνω στη πλάτη της αυτή η λέξη; Μοναξιά… παρέα μαζί με αναμνήσεις, δάκρυα, θυμούς, εσωτερική αναζήτηση … και πόσα ακόμα συναισθήματα που δεν κρύβουν μόνο λύπη, μα και αυτογνωσία.

Η μοναξιά είναι ή όλα… ή τίποτα. Εξαρτάται πως θέλεις να βλέπεις την άλλη μέρα στον καθρέπτη το πρόσωπό σου. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να την απαξιώνεις και να την αποστρέφεσαι. Σε εκδικείται με τον τρόπο της, που πολλές φορές σε οδηγεί στον απόλυτο χαμό.

Ανέκαθεν πίστευα πως η μοναξιά είναι σαν τον απρόσκλητο επισκέπτη, που ένα βράδυ στα καλά καθούμενα σου κτυπά τη πόρτα. Αν την ανοίξεις αμέσως και τον καλοδεχτείς, αν του χαμογελάσεις και τον ‘’τρατάρεις’’ απ’ το γλυκό της καρδιάς σου, θα κάτσει για λίγο μαζί σου, θα σου κάνει παρέα κι ύστερα θα σηκωθεί και θα φύγει ήρεμα και όμορφα. Αν όμως τον αγνοήσεις και τον περιφρονήσεις, θ’ ανοίξει βίαια τη πόρτα σου κλωτσώντας την και θα σου γίνει μόνιμος συγκάτοικος, παραγκωνίζοντας ταυτόχρονα κάθε άλλη σου επιθυμία για ζωή.

Είναι σπουδαίο να νοιώθεις όμορφα στη μοναξιά σου. Όχι στην ‘’ερημία’’ είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα. Η ενδοσκόπηση του εαυτού σου, είναι το μεγάλο προσόν που σου προσφέρει και οφείλεις να το κατακτήσεις και να κερδίσεις το εντός σου. Ακόμα και το δάκρυ που πολλές φορές την συντροφεύει είναι λυτρωμός αισθημάτων, ακόμα και η αδικία που σε κάνει να αναγνωρίζεις, είναι πολύ θετικό σημάδι για τις επόμενες μέρες της ζωής σου.

Η μοναξιά, σαν επιλογή είναι θετική, όταν όμως σου επιβάλλεται είναι φυλακή και να ξεφύγεις εύκολα δεν μπορείς.

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ


Γυρισμός

Το κύμα έσβηνε τα χνάρια σου καθώς περπάταγες πάνω του,

κρατούσα στα χέρια τη καρδιά σου και μου γελούσες σαν παιδί…

κι ύστερα χάθηκες μέσα στο κόκκινο ηλιοβασίλεμα

κι ούτε ένα ίχνος σου δεν άφησες στη γη…

Πόσα καλοκαίρια σε περίμενα;

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ας μιλήσουμε για την αγάπη…

Αν ανατρέξουμε σ' όλα τα κείμενα, τις γραφές και τις φιλοσοφικές συζητήσεις, εδώ και αιώνες, ο όρος αγάπη είναι απαράβατος κανόνας δημιουργίας, σύνθεσης και συνέχεια της ζωής. Όλοι υποστηρίζουν, πως χωρίς αγάπη, ο άνθρωπος είναι μισός, πως χωρίς αγάπη οι αξίες της ζωής αποκτούν μικρότερη διάσταση, πως χωρίς αγάπη τελικά, κανείς δεν μπορεί να ζήσει. Κάπως έτσι οριοθετείται ο όρος ''αγαπώ''.

Τι είναι αγάπη;

Η γενική αρχή είναι πως αγάπη σημαίνει να δίνεις χωρίς να περιμένεις να πάρεις τίποτα, πως η απουσία ανθρώπων που αγαπάς σε πληγώνει, πως ζεις έντονα τις στιγμές που βρίσκεσαι κοντά στα αγαπημένα σου πρόσωπα, πως είσαι υπεύθυνος να διατηρήσεις όλα αυτά τα συναισθήματα που γεμίζουν τη ψυχή σου, και που χωρίς αυτά η ζωή σου κόβεται στα δυο, απογυμνωμένη από αισθήματα. Η λέξη αγάπη είναι γεμάτη ενέργεια, κρύβει μέσα της δράση και ένταση, δημιουργία και σοβαρές αποφάσεις ζωής. Οριοθετεί διαδρομές που μπορεί να χαράξουν όλη τη πορεία της ζωής μας.

Κατά τη γνώμη μου, πέρα από το γενικό κανόνα, υπάρχει μια καθημερινότητα που οφείλουμε να μην αγνοούμε, ούτε να είμαστε αιθεροβάμονες και να κυνηγάμε χίμαιρες. Τι σημαίνει λοιπόν δίνω και δεν θέλω τίποτα; Πόσο καιρό μπορείς να κάνεις ένα τέτοιο πράγμα και για πόσους ανθρώπους; Πόση ενέργεια μπορείς να έχεις για ξόδεμα; εδώ είναι θέμα φόρτισης ... και αποφόρτισης ή κατά τη κοινή έννοια του όρου ''γεμίζω μπαταρίες''. Δεν μπορείς να περιμένεις τη νεράϊδα με το μαγικό της ραβδάκι να σου δώσει την ενέργεια την οποία χαρίζεις χωρίς να σου επιστρέφεται από πουθενά. Αυτά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Γιατί τελικά είναι τραγικό στην αγάπη να μην υπάρχει ανταπόκριση. Μετά από ένα διάστημα όλη αυτή η προσφορά, στην αρχή μετατρέπεται σε ''γιατί'' και στη συνέχεια σε αμέτρητη θλίψη, στις δε μέρες μας, σε κατάθλιψη.

Ίσως η ανταπόκριση να είναι μόνο ένα χαμόγελο, ένα άγγιγμα, ένα λουλούδι, μια ανατολή που μοιράζεσαι, ή απλά μόνο μια καλημέρα...

Δεν χρειάζονται πολλά, ένα απ' όλα αυτά είναι αρκετό, αρκεί μόνο να είναι αληθινό κι αυτό το καταλαβαίνεις αμέσως.

Είναι δύσκολη τελικά η αγάπη;

Με τον τρόπο που ζούμε σήμερα είναι πολύ δύσκολη. Σε ξεγελά και νομίζεις πως είναι κάτι απλό. Πως μπορείς ν' απλώσεις το χέρι σου,α πάρεις ή να δώσεις και χαίρεσαι πρόσκαιρα... Χαμογελάς και λες ‘’αγαπώ'' κι αργότερα συνειδητοποιείς πως τελικά δεν νιώθεις γεμάτος, πως κάτι δεν πήγε σωστά... κι εδώ δεν υπάρχει ένα ηλεκτρονικό τσιπ για να το διορθώσει. Όλα πρέπει να τα κάνεις μόνος σου. Μπαίνεις στη διαδικασία αυτογνωσίας, επιμερισμού ευθυνών, αναζήτηση της αλήθειας και χάνεσαι μέσα στα ανασφαλή ερωτήματα που δημιουργείς.

Η αγάπη είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, κι όποιος την υποτίμησε το πλήρωσε πολύ ακριβά. Το αντίτιμο δεν είναι ίδιο σε όλους. Κάποιοι ζουν μια αδιάφορη, μια κενή ζωή... τι είχαμε, τι χάσαμε! δεν ξέραμε, δεν θέλαμε να μάθουμε, δεν μας ενδιαφέρει. Αυτούς τους ανθρώπους τους αφήνουμε πίσω. δεν μπορούν να δώσουν, όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά γιατί δεν έχουν τίποτα μέσα τους. Οι άλλοι όμως που ξέρουν και κάνουν πως δεν ξέρουν, πως δεν καταλαβαίνουν, που ψευτοζούν με θεωρίες που απέχουν μίλια μακριά από τη ζωή τους, που βαυκαλίζονται με ιδέες και επαναστάσεις μπροστά στα πληκτρολόγια τους, που θέλουν ''υποτίθεται'' να αλλάξουν τον κόσμο και δεν μπορούν να δώσουν ένα ψίχουλο ζεστασιάς και ειλικρίνειας; Αυτοί είναι το μεγάλο θέμα! Αυτοί που ξέρουν, που σε πληγώνουν και αυτοπληγώνονται συνειδητά.

Μα ...πως ν' αλλάξεις τον κόσμο όταν δεν τον αγαπάς; Ίσως γιαυτό, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ...

Άννα Γαλανού


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Διαπιστώσεις - Findings


Διαπιστώσεις


Διάβασα στα μάτια σου τον ψίθυρο του ανέμου

Είδα το φως του ήλιου μέσα από τις φυλλωσιές

Ρούφηξα τη δροσιά των χειλιών σου

Ίδια με τις στάλες της δροσιάς

Αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη

Ήξερα πως επιτέλους ζούσα!

-----------

Findings

I read in your eyes the whisper of the wind
I saw the sunlight through the foliage
Sucked the coolness of your lips
Same with the drops of dew
I fell asleep in your arms happy
I knew that finally lived

ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Λόγια Ανθρώπων...


... Ο γέρος κόρη μου, ήξερε πολλές μαντινάδες, μα δεν τον άκουσα ποτέ να τις τραγουδά. Τις απάγγελνε σαν ψάλτης κι ύστερα αναστέναζε βαθειά, λέγοντας πως όλα έχουν χαλάσει στις μέρες μας.

«Οι μαντινάδες οι παλιές, δεν είναι για χορούς και για πανηγύρια», μας έλεγε. »Έχουνε πόνο και καημό, γιατί μιλούνε για το σεβντά τση ψυχής και τη λεβεντιά του θανάτου, που ‘’ετοσονά’’ μοιάζουνε τα δυο ντος. Πώς να τσι τραγουδήξεις κι ετσά στα καλά καθούμενα ν’ αρχίξεις να τσι χορεύγεις κιόλας, μπορείς; Ε, δε μπορείς. Να υπάρχει αιτία πρέπει και μάλιστα σοβαρή… χαρά, καημός ή θάνατος…

… Εμείς παλιά ‘’εκαθούμαστε’’ ώρες πολλές, γύρω απ’ το σοφρά με τη ρακή στη μέση, την αγκινάρα κομμένη στα δυο, τα λουμπούνια, τις ελιές και το παξιμάδι το κρίθινο και πρώτα εψέλναμε τα στιχάκια όλοι μαζί και σαν εθυμούμαστε τα βάσανα κι εμπαϊλντίζαμε στο καημό, ‘’ετοτεσάς’’ μόνο εξεκίναγε να παίζει η βροντόλυρα το σκοπό που συνόδευε το πόνο μας κι ‘’απόης’’ εσηκωνούντανε οι ‘’ντεληκανήδες’’ να ξεθυμάνουνε με το χορό. Μα το Γιαραμπή, εκτυπούσανε τα στιβάνια κι ‘’εθάρρειες’’ πως θ’ άνοιγε η γη στα δυο. ‘’Τοσανά’’ όμορφα κορμιά, λεβέντες μοναχοί, μπαϊλντισμένοι όλοι απ’ το σεβντά και τη ρακή. Ο λυράρης δεν ετραγούδανε ποτέ, δεν ήτανε ‘’ετουτηνιά’’ η δουλειά ντου. Αυτός μόνο ήπαιζε κι ετσά κρατιούντανε η τάξη. Εδά είναι όλα μαζωμένα, χορός, γλέντι, μαντινάδες και ανεκατωμένος ο ερχόμενος… Πάει εχάλασε ο κόσμος».


ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Με σένα...


Χαμόγελα μισά που χώρεσαν σε μια στιγμή

Κι αμέσως χάθηκαν με τις βροχές από τα μάτια σου

Κρύα χέρια και τα χείλη μια καμπύλη πόνου

Να φύγεις, έτσι ήταν το σωστό…. Αυτό μου είπες..

Και η φωνή σου χάθηκε στη σκάλα…

Όλα τα χώρεσες σ’ ένα αντίο

κι άφησες το ‘’γιατί’’ να κρέμεται σαν τρίχα απ’ τα μαλλιά σου

εκεί στην άκρη του γιακά

Έτρεξα πίσω σου… είχες κι άλλα δάκρυα να ζήσουμε…


ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΧΘΕΣ

Ο Πέτρος είχε φύγει φορώντας μόνο μια ελαφριά καπαρντίνα πάνω από το πουκάμισο του. Όμως το κρύο δεν το καταλάβαινε. Το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες του… σαν ένα άλλου είδους ενέργεια να είχε δώσει φτερά στα πόδια του, που έτρεχαν με βιάση στους έρημους δρόμους της πόλης. Περνούσε μπροστά από τα μαγαζιά με τα κατεβασμένα ρολά, από την σκεπαστή αγορά, όπου μόνο σκυλιά και γάτες συναντούσε, από τις άδειες, υγρές πλατείες για να καταλήξει μετά από αρκετή ώρα στη θάλασσα. Μια θάλασσα γκρίζα, ανταριασμένη με κύματα βουνό.

Περπατούσε στην αρχή με τα χέρια στις τσέπες, μα σαν έφθασε στο δρόμο της παραλίας, ένοιωσε τόσο ανάλαφρος, τόσο χαρούμενος… ελευθέρωσε τα χέρια του κι άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι, να τα απλώνει σαν φτερά στον ορίζοντα και να τα υψώνει ψηλά θέλοντας ν’ αγγίξει τον ουρανό. Πόση ώρα είχε περάσει; Αρκετή, μα αυτό ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Η ζωή, που τόσα χρόνια τον είχε απαρνηθεί, σήμερα το πρωί, σαν να έριξε μια κλωτσιά στη πόρτα της ψυχής του κι είχε μπει ορμητική ξανά μέσα στις φλέβες του. Τι ξανά; Πιο πολύ κι από ξανά. Μέχρι τώρα ποτέ δεν είχε αισθανθεί έτσι, πραγματικά χαρούμενος, πραγματικά ευτυχισμένος και υγιής. Περπάταγε μόνος του, τραγουδούσε, μονολογούσε, χαιρόταν, απολάμβανε την κάθε στιγμή. Κατάμαυρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό και μετέτρεψαν την βροχή σε καταιγίδα. Σε δευτερόλεπτα είχε γίνει μούσκεμα. Έσταζε από παντού. Δυο-τρία περαστικά αυτοκίνητα κοντοστέκονταν και τον παρατηρούσαν, μπορεί και να τον αναγνώρισαν… κι αφού έκαναν τον σταυρό τους, οδηγοί και επιβάτες συνέχιζαν το δρόμο τους. Το ίδιο κι αυτός.

Ένα τραγούδι που μίλαγε για το ξεκίνημα μιας αγάπης, για ένα καλύτερο αύριο ερχόταν και ξαναερχόταν στα χείλη του. Η φωνή του ξεπερνούσε σε ένταση τον ήχο της καταιγίδας και των κεραυνών… Τραγουδούσε δυνατά στο σύμπαν. Τραγουδούσε, γελούσε, έκλαιγε... ζούσε!

Έτσι γιόρτασε τα τριακοστά τρίτα γενέθλια του ο Πέτρος. Ευτυχισμένος και ξένοιαστος, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. Σαν να έπεσε απότομα ένα φρικτό παραπέτασμα, που μέχρι τώρα του στερούσε την έννοια της ζωής… κι όχι μόνο των τελευταίων δύσκολων χρόνων, αλλά όλα τα περασμένα χρόνια. Ένοιωθε σήμερα, σαν να βγήκε για πρώτη φορά από το κουκούλι της μήτρας. Σαν να αντίκρισε για πρώτη φορά το φως. Βίωσε μέχρι και το πιο ισχνό του κύτταρο την πραγματική γέννησή του και το χάρηκε τόσο πολύ, που για πρώτη φορά ένοιωσε τι σημαίνει αυτό, που χρόνια άκουγε αλλά δεν γνώριζε. ‘‘ κλαίω από ευτυχία’’.

Γελούσε κι έκλαιγε ταυτόχρονα. Μάλλον ανήκε στους τυχερούς. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς ποτέ να μπορέσουν να αισθανθούν αυτό το μεγαλειώδες συναίσθημα.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ!

... τα τραγούδια του είχαν χρώματα, μυρωδιές, θάλασσες κι αστέρια μακρινά, όμως πατρίδα δεν είχαν. Πατρίδα τους ήταν ο κόσμος όλος κι αγκάλιαζαν τον κόσμο όλο. Τα λόγια της αγάπης και της μοναξιάς όλοι τα καταλαβαίνουν κι ας μην ξέρουν τη γλώσσα. Είναι σαν τα πουλιά, που ενώ ζουν σε διαφορετικές χώρες, όταν βρεθούν όλα μαζί, μοιράζονται για αναπαμό το ίδιο τέλι, όπως τα ψάρια που κολυμπούν σ' όλες τις θάλασσες, όπως τα σύννεφα, που σ' άλλες χώρες φέρνουν βροχές, σ' άλλες σκιές και σ' άλλες ανακούφιση σαν κρύβουν μέσα τους τη κάψα του ήλιου.......