Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Δικαιοσύνη

Με το τέλος του 2012 οριοθετείται και το τέλος μιας ξένοιαστης εποχής για τους περισσότερους από μας. Ακόμα και αυτοί που δεν θέλησαν και απέφευγαν όλα τα προηγούμενα χρόνια να προβληματιστούν σε βάθος για τη πορεία του κόσμου, για τις αλλαγές που μεθοδικά δρομολογήθηκαν από την δεκαετία του ’90 και μετά, τώρα δεν μπορούν να μείνουν αδιάφοροι.
Θέλω να μιλήσω κατ’ αρχή για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ας μην έχουμε καμιά ψευδαίσθηση: Όλοι ‘’γουστάραμε’’ το παραμύθι της μεγαλοπρέπειας που μας τάϊσαν ηθελημένα τόσο οι πολιτικοί όσο και τα ΜΜΕ. Ακουμπήσαμε σε χρήματα που δεν ήταν δικά μας για να φτιάξουμε όχι ένα, αλλά τρία σπίτια, να κάνουμε διακοπές σε πανάκριβους προορισμούς, να σπουδάσουμε τα παιδιά μας σε πανάκριβα σχολεία, να αγοράσουμε πανάκριβα ρούχα, κοσμήματα, αυτοκίνητα, να ξεχνιόμαστε στα ψεύτικα ‘’στρας‘’ της τηλεόρασης, να ξεχάσουμε την αφετηρία μας, τη κουλτούρα μας και να μείνουμε μακριά από σκέψεις που έξυναν λίγο περισσότερο το μυαλό μας. Το ‘’ωχ αδελφέ’’, έγινε μότο σε κάθε περίπτωση που έπρεπε να σκεφτούμε λίγο παραπάνω.
Δεν ήταν όλα με ευθύνη  μας.
Το σάπισμα του μυαλού ξεκίνησε μεθοδικά, σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε και ξαφνικά έγινε τρόπος ζωής. Τρόπος που θύμιζε τα Σόδομα και Γόμορα της Αγίας Γραφής. Κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβαινε και τότε με τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Γιατί να νοιαστείς για κάτι πιο βαθύ, γιατί να προβληματιστείς, όταν η πραγματικότητα του περίγυρου σου σε προκαλούσε με τη χλιδή και τον αγώνα να φθάσεις και να ξεπεράσεις πιο πολύ εσύ το γείτονα;;
Τετριμμένα θα μου πείτε αυτά που λέω… δεν είναι όμως. Η ουσία κρύβεται εκεί. Κέρδισαν τον πρώτο γύρο κάνοντας μας να μην σκεφτόμαστε, να μην νοιαζόμαστε και ακολούθησε ο δεύτερος, αυτός του καταναλωτισμού που τον κέρδισαν κι αυτόν. Ο τρίτος ήταν ακόμα πιο εύκολος γιαυτούς… μας έχωσαν σε δάνεια για να μην χάσουμε τίποτα από την ‘’ποιότητα’’ που είχαμε μάθει να ζούμε, όταν ζορίστηκαν λίγο τα πράγματα.  Δάνεια που φαίνονταν τόσο ανώδυνα, τόσο εύκολα στις χαμογελαστές διαφημίσεις που τα προμόταραν. Κι εμείς, φυσικά, γιατί όχι, τα πήραμε όλα... Ακόμα και για να πάρουμε καινούρια τηλεόραση, για να έχει ο φοιτητής μας τον καλύτερο εξοπλισμό, την πιο ‘’in’’ καρέκλα γραφείου…
Το ΔΝΤ δεν ήρθε μόνο του, το καλέσαμε κι εμείς. Δεν αποτελεί πια τιμωρία, αποτελεί γνώση, δεν είναι οι τιμωροί μας, είναι οι ιδιοκτήτες του νου μας πλέον.
Μην ακούσω ότι ο κόσμος διασκέδασε στις γιορτές, έφαγαν απλά όλοι μαζί οικογενειακά … Μην ακούσω ότι χαλάρωσαν, ξεφάντωσαν…, ξεχάστηκαν ίσως λίγο στις μεγάλες ή μικρές πίστες που δεν έχουν καμιά πλέον λάμψη…
Αν προχωρήσουμε πέρα από το οικονομικό ζήτημα και κάνουμε μια βουτιά μέσα μας, θα βρούμε πράγματα που παλιά μας γέμιζαν και μας έκαναν να χαμογελάμε. Θα βρούμε τη κρυμμένη ψυχή μας που όσο κι προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να την ζυγίσουν σε κανένα χρηματιστήριο και σε καμιά τραπεζική συναλλαγή.  Εκεί κρύβεται και η αλήθεια μας πια, μιας και είναι το μόνο αληθινό που είχαμε δικό μας ανέκαθεν. Τα φώτα και η ψεύτικη λάμψη μιας χαμένης ζωής οδήγησαν σε σκοτάδι και απελπισία τις μέρες μας.
Η ψυχή, μας οδηγεί στο φως, αυτή ήταν πάντα εξάλλου η αποστολή της. 
Αυτή τη φορά ίσως χρειαστεί να κοπιάσουμε λίγο παραπάνω και να ματώσουμε περισσότερο μέχρι να καταφέρουμε να την ανασύρουμε από το πηγάδι της λήθης. Ίσως χρειαστεί να κάνουμε ένα διαφορετικό αγώνα γιαυτήν, να αναθεωρήσουμε για μια ύστατη φορά τα παραμύθια που μας παραπλάνησαν εδώ και χρόνια και να αγωνιστούμε για ν’ απονείμουμε δικαιοσύνη και αλήθεια. Χρειάζεται πρόθυμος κόσμος για να γίνει αυτό, χωρίς πισωγυρίσματα και επιπλέον λάθη…
Η δικαιοσύνη χρειάζεται χώρο για να μπορεί να αναπνεύσει και να εμπνεύσει μια καινούρια μορφή ιδεολογίας, μια διαφορετική αντίληψη απ’ όσα μέχρι τώρα ξέρουμε.
Αυτή είναι η ευχή μου για τη καινούρια χρονιά… Δικαιοσύνη.
Κείμενο: Άννα Γαλανού

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το παράπονό μου μια κραυγή


.... Το κεφάλι της Γκιουλ ακουμπούσε πάνω στο γυμνό στήθος του. Παραμέρισε τα μαλλιά της και της φίλησε το λαιμό. Άκουσε την ανάσα της να βγαίνει ρυθμική και ήρεμη και κατάλαβε ότι είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Δάκρυσαν τα μάτια του χωρίς να ξέρει γιατί. Ήταν τόσο μικρή, τόσο ευαίσθητη, σαν ένα πουλάκι. Είχε απλώσει τα χέρια της κι αγκάλιαζε απαλά το κορμί του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την άκουσε που αναστέναξε βαθειά. Αμέσως μετά ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε και το αγκάλιασμά της έγινε πιο δυνατό. Έριξε πάλι το κεφάλι της πάνω του και μουρμούρισε κάτι… Δεν μπόρεσε να καταλάβει τι είπε…
«Γιατί δε με ρωτάς;»
«Τι να σε ρωτήσω;»
«Τι είπα;»
«Τι είπες;»
«Ότι σ’ αγαπώ πολύ»
«Σε ποια γλώσσα το είπες;»
«Στη δική μου… ξέρεις έφτιαξα μια δικιά μου γλώσσα»
Την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά και τα χείλη του έψαξαν τη λακουβίτσα στο λαιμό της. Τον έσφιξε απότομα πάνω της.

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου ''Το παράπονό μου μια κραυγή''

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω


Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω
σ' άγνωστα μέρη σ' άδικες πατρίδες
και συ μου λες πως έπιασα παρτίδες
μ' ένα γέρο αλήτη και πρεζάκια

Βαριές ρυτίδες σκιάζουνε τα μάτια
σαν τις κουρτίνες που μποδίζουν τον αέρα
μέσα στο πανικό και στη φοβέρα
σκοτώσανε το γιό του το Σαράντα

Νύχτες γυμνές στη πρύμνη ξεχασμένος
με το τσιγάρο του σβηστό λοξά στα χείλια
τα φώτα αγνάντευε μακριά με κάποια ζήλια
για αμαρτίες και χαρές που δεν μπορούσε

Κι ύστερα πάλεψε με κύματα και ξύλα
και με τον άσπρο καρχαρία που γελούσε
μετά στο ρώσικο καράβι απορούσε
που βρήκε τη ζωή και το κουράγιο

Το ποιητή ακούω και ταξιδεύω...

Ποίηση: Άννα Γαλανού
Ποίημα έμμετρο που διακρίθηκε σε λογοτεχνικό διαγωνισμό πριν από μερικά χρόνια...

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Το Μονόγραμμα – Οδυσσέας Ελύτης (απόσπασμα)


Ο ύμνος της αγάπης, το απόλυτο δόσιμο, ο κραδασμός της καρδιάς σε λόγια χιλιοειπωμένα αλλά μοναδικά…
Ο κορεσμός του έρωτα που ηχεί κοινότυπος στις μέρες μας, απομακρύνεται όταν διαβάζεις τους στίχους του ποιητή. Κι ίσως να μην υπάρχει καθόλου πια χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη. Ίσως ο ένας να μετουσιώνεται και να ενσαρκώνει τον άλλο.
Μια θύελλα συναισθημάτων, ένας βαθύς πόνος, ένα μεγάλο αχ και μια ανασεμιά…
Υπάρχεις, είσαι εδώ… Ελπίζω!
Δεν μπορείς να περιγράψεις με πολλά λόγια το απόλυτο του ποιήματος. Δεν σου επιτρέπει να πεις γνώμη, το δέχεσαι και δακρύζεις από την ένταση και τον έρωτα.
Να μιλώ για σένα και για μένα…
Ακόμα και η ελάχιστη ανάσα σου είναι πέρασμα στον ουρανό, όλο το σύμπαν είναι φτιαγμένο για σένα και για μένα. Η νύχτα ντύνεται μέρα και φορά τον ήλιο στο  κεφάλι κι η μέρα φτερουγίζει σαν άνεμος και μπαίνει από παντού στο σώμα σου…
Να μιλώ για σένα και για μένα…
Το Μονόγραμμα (απόσπασμα) - Οδυσσέας Ελύτης
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω 
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος 
Από παντού, για το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή σεντόνια 
Να μαδάω γιασεμιά ... κι έχω τη δύναμη 
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω 
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε 

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα 
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς 
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ" 
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο 
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο 
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά 
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά 
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες 
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό πού κρυώνει 
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει 
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ 
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο 
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο 
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα 
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου 
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι 
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο 
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ για σένα και για μένα.

http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Λέω φλυτζάνι...

Ευθυμογράφημα 


Ο Κουτσοθύελλας κτύπησε τη πόρτα της Γιωργίας. Σιγά που θα του άνοιγε. Τι κι αν είχε λεφτά με το τσουβάλι, τι κι αν η μάνα του κατά πως λέγανε κληρονόμησε ένα γκαζοτενεκέ λίρες από μια άκληρη θεία της, τι κι αν η πολυκατοικία που είχε στο Ψυχικό λογαριαζόταν πως έκανε εκατομμύρια ευρώ!
Ο Κουτσοθύελλας ήταν πάντα Κουτσοθύελλας κι η Γιωργία δεν τον ήθελε για άνδρα της. 
Αυτή το είχε αποφασίσει … Θα έπαιρνε το Μανώλη της Χαρίκλειας, ένα παίδαρο ίσαμε κι πάνω, με κάτι μουστάκες, να! ... και κάτι χερούκλες να σε σφίγγουν και να βογκάς από την πεθυμιά. Αυτόν ήθελε κι ας μύριζε πάντα η αναπνοή του. Ήξερε αυτή το κόλπο να την κάνει να μοσχοβολά. Μέντα θα του έδινε να μασά πάντα, μέντα και γαρίφαλο… κι ύστερα θα τον έριχνε ανάσκελα στο στρώμα και θάβγαζε το άχτι της… Όχι παίζουμε, που θα έπαιρνε για άνδρα της τη μισοριξιά τον Κουτσοθύελλα…
            Άλλωστε της το είπε και στο φλυτζάνι η Φρόσω! Αμ αυτή κι αν ήξερε! Όλα τα εύρισκε, μέχρι και τι έφαγες μια βδομάδα πριν σου έλεγε… και της Γιωργίας της τόπε ξεκάθαρα. Ο άνδρας που θα πάρεις θάχει κάτι μουστάκες …να!
Στο χωριό εκτός από τον Μανώλη δεν είχε κανένας άλλος τέτοιες μουστάκες! Κάτι μουστακάκια σαν κουραδίτσες έβλεπε την Κυριακή στην εκκλησία, κάτι κακοψαλιδισμένα μουστακάκια με ψωροφαγωμένες γωνίες που μόνο γέλια της έφερναν και τίποτα άλλο. Ενώ ο Μανώλαρος είχε κάτι μουστάκες… Θεέ μου! Προσπαθούσε να μην κολάζεται και να μην σκέφτεται και τ’ άλλα του χαρίσματα, αλλά ήταν αδύνατον. Τότε ξεχνούσε και τα χνώτα μου που μύριζαν και τα δυο χρυσά μπροστινά του δόντια και τον ιδρώτα που έκανε άσπρες τις μασχάλες του. Η Γιωργία για άλλα νοιαζόταν κι άλλα ήθελε να δει…
Και τώρα της χτυπούσε τη πόρτα ο κακομοίρης ο Κουτσοθύελλας… Μα τι να τον κάνει αυτόν; Με το γελεκάκι του το περιποιημένο, με τα μαλλιά του λουσμένα πάντα, τα παπούτσια του γυαλισμένα στη τρίχα κι η γραβάτα πάντα κόκκινη πάνω στο σιέλ του πουκάμισο, έτσι για την αντίθεση… Κι όχι πως τον έλεγαν και Κουτσοθύελλα αυτή τον είχε ονοματίσει έτσι. Ιωάννη τον έλεγαν, όχι Γιάννη, Ιωάννη, έτσι ήθελε να τον φωνάζουν και μάλιστα όποιος δεν τον έλεγε μ’ αυτό το όνομα έτρωγε γερή κατσάδα. 
«Ιωάννης ο βαπτιστής, από κει είναι το όνομά μου, έτσι θέλω να με έχετε στο νου σας»
«Σαν βαπτιστή;» του είπε μια μέρα η Χρυσούλα η ταβερνιάρισσα. Αυτή δεν σήκωνε πολλά πολλά… «Ποιόν βάφτισες μωρέ εσύ και θέλεις να σε λέμε και Ιωάννη πανάθεμά σε».
Ο Κουτσοθύελλας παρεξηγήθηκε και από τότε δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα…
«Σιγά τη χασούρα!» κορόιδευε η Χρυσούλα. «Ευτυχώς γλυτώσαμε από δαύτον. Μισή μερίδα κοκκινιστό έτρωγε πάντα με μια πιρουνιά μακαρόνια και μια ντομάτα κομμένη στα τέσσερα. Σύνολο 4,5 ευρώ. Χα!» Ίσαμε δηλαδή ένα πακέτο τσιγάρα από τα γαλλικά που κάπνιζε. Σιγά το θέμα…
Η Φρόσω πάλι η φλυτζανού, άλλα έβλεπε στο φλυτζάνι κι άλλα έλεγε στη Γιωργία. Γιατί στο φλυτζάνι φαινόταν καθαρά ότι ο Κουτσοθύελλας και η Φρόσω θα ήταν μαζί! Δεν ήθελε να το πιστέψει κι όλο το γύριζε από δω, το γύριζε από κει… αλλά! Δεν την συνέφερε να της πει την αλήθεια γιατί ήθελε για την πάρτη της τον Κουτσοθύελλα, μαζί με όλα του τα λεφτά! Μα να τη θέλει τέτοιος άνδρας κι η βλαμμένη η Γιωργία να κοιτά και να ρέγεται το Μανώλη, που βρώμαγε ολόκληρος! Θα τον έπαιρνε αυτή κι ας διάβαζε άλλα στο καφέ. Πίστευε ότι με τη πονηριά της θα τα άλλαζε τα πράγματα. Είχε όμως και τη φοβία ότι δεν θα τα κατάφερνε κι ότι στο τέλος θα τον έχανε το γαμπρό. Γιατί αυτός ο ρημαδοκαφές της έλεγε πάντα την αλήθεια.

«Λέω φλυτζάνι, έλα να πω και το δικό σου», έγραψε στο χαρτί που έδωσε του Μανώλη, αμέσως μετά το σχόλασμα της εκκλησίας. Ήξερε να διαβάζει άραγε ο βρωμιάρης; Μάλλον ναι, γιατί την κοίταξε πονηρά κι οι μουστάκες από τη χαρά που πήρε του έφθασαν ως το πηγούνι.
«Χμ, να έρθω τότε να μου πεις το καφέ κι εμένα. Θες;»
Ναι του έγνεψε με νόημα.
«Πότε να έρθω;»
«Το απόγευμα» του είπε και του χαμογέλασε με το ζόρι, κάνοντας ένα βήμα πιο πίσω. Βρώμαγε πάλι ο άτιμος.
«Καλά, να με περιμένεις και να ξέρεις πως τον πίνω με 3 κουταλιές ζάχαρη… χούμελη τον θέλω.
Ο Μανώλης ήθελε σαν τρελός τη Φρόσω, αλλά αυτή ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει. Όλο αυτό το σιχαμένο τον Ιωάννη γυρόφερνε, ενώ αυτός δεν είχε μάτια για καμιά άλλη παρά μόνο για τη Γιωργία… Άλλη κι αυτή. Όποτε έβλεπε το Μανώλη του έγλυφε με νόημα τα χείλια της κι αυτός ένοιωθε σιχαμάρα όταν τα έβλεπε σαλιωμένα. «Ου, να μου χαθείς σιχαμένη» σκεφτόταν, «Η γυναίκα που θέλω είναι άλλη, είναι μόνο η Φρόσω. Έτσι, με αξύριστη μασχάλη και κότσο μαλλί. Να θυμίζει τη μάνα και τη γιαγιά μου…» κι όλο τη γυρόφερνε τη Φρόσω, κι αυτή με τρόπο όλο τον έδιωχνε μακριά της.  Τώρα γιατί τον κάλεσε να του πει το καφέ, μόνο ο Θεός κι η ψυχή της το ήξερε. Κάτι θα είχε στο νου της, σκέφτηκε, μα δεν τον ένοιαζε ότι κι αν ήταν. Αυτός μια ευκαιρία ήθελε μόνο, για να τη ρίξει στο κρεβάτι και ν’ αναστενάξουν τα σομιέ.
Η Φρόσω πού να ξέρει τι έκρυβε το πονηρό γελάκι που της έριξε ο Μανώλαρος, και κούνησε το κεφάλι της. Η ίδια σκεφτόταν τη Γιωργία!
«Θα σε φτιάξω καλά εγώ Παρθενόπη, θα σου φτιάξω το χουνέρι της ζωής σου». Μια και δυο πάει στο σπίτι της και της λέει ότι το απόγευμα να έρθει από νωρίς και να κρυφτεί στη ντουλάπα. «Θα πω φλυτζάνι στο Μανώλη και θέλω να είσαι εκεί. Θα του τα πω με τέτοιο τρόπο που μόλις σε δει μπροστά του θα σε αρπάξει και δεν πρόκειται να σε αφήσει ποτέ. Γιαυτό θέλω να είσαι εκεί, μη κρυώσει το πράμα κι αλλάξει γνώμη…» Μωρέ, θα σας σμίξω εγώ θέλετε δε θέλετε, σκέφτηκε μοχθηρά την ίδια ώρα που η Γιωργία πηδούσε από τη χαρά της και της έλεγε ότι είναι η καλύτερη φίλη της.
Ντύθηκε στολίστηκε κι από νωρίς πήγε και κρύφτηκε στη ντουλάπα της Φρόσως. Περίμενε με αγωνία το Μανώλη. Της είχε εμπιστοσύνη, ήξερε πόσο καταφερτζού ήταν η φίλη της η φλυτζανού κι ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα μετά γιαυτήν. Το χτυποκάρδι της όμως είχε φθάσει ως το λαιμό και την έπνιγε.
Πάνω στη τρίτη φουσκάλα που έκανε ο καφές, ο Μανώλης μπήκε μέσα. Η Φρόσω, ίσα που πρόλαβε να τραβήξει το μπρίκι από τη φωτιά και δεν κατάλαβε πως βρέθηκε στο πάτωμα να παλεύει με το ξεκούμπωτο παντελόνι του Μανώλαρου. Όχι να φωνάξει δεν μπόρεσε, μα ούτε αχ δεν κατάφερε να πει, γιατί με τη χερούκλα του της έκλεισε το στόμα και της σήκωσε ψηλά ψηλά τη φούστα. Ευτυχώς που δεν φορούσε κάλτσες γιατί με τη βιάση του θα τις έκανε χίλια κομμάτια … κι άντε να τρέχει μετά και να βρει το νούμερο της… 60 φόραγε!
Βρώμαγε ο άτιμος σαν γίδι, αλλά κατά τα άλλα ήταν ταύρος. Μια, και δυο, και τρεις κι η Φρόσω γλάρωσε κι έμεινε στο πάτωμα και στο ταβάνι έβλεπε τον ουρανό με τ’ άστρα.
Η Γιωργία ούτε κι αυτή πρόλαβε να βγάλει κιχ, γιατί λιποθύμησε αμέσως μόλις είδε το σκηνικό κι όταν μετά από ώρα άνοιξε τα μάτια της είδε ότι τα κιλά της Φρόσως της έκοβαν τελείως τη θέα. Είχε κάτσει πάνω στο Μανώλη κι ολόκληρο άνδρα τον είχε εξαφανίσει με τα ξεχειλιστά πάχη της… και γελούσε κι από πάνω η άτιμη… Κι αυτός προβατίνα μου, κι αγελαδίτσα μου τη φώναζε κι έσκουζε …και δώστου και πάλι και ξανά κι η Γιωργία αφού συνήλθε από τη τρίτη λιποθυμιά κατάφερε επιτέλους ν’ ανοίξει τη ντουλάπα και να βγει έξω. Ήταν τόσο δυστυχισμένη, αλλά πιο πολύ επειδή δεν μπόρεσε να δει το μέγεθος του Μανώλη. Ήταν άραγε όπως το είχε φανταστεί; Μπα μεγαλύτερο θα ήταν, αφού η βρωμιάρα η Φρόσω έσκουζε με τέτοιο τρόπο… Και της έκανε και τη φίλη!
Μόλις έκανε πέντε βήματα παραπέρα να σου μπροστά της ο Κουτσοθύελλας. Στράβωσε τα μούτρα της, μα ήταν τόσο ξαναμμένη που δεν άντεχε άλλο. ‘’Ας είναι κι αυτός για τώρα’’, σκέφτηκε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. ‘’Δεν βαριέσαι θα μου μείνουν τα καλά, τα λεφτά, τα σπίτια κι οι λίρες της μάνας του’’ ξανασκέφτηκε την ίδια ώρα που ο Κουτσοθύελλας της τράβαγε με φούρια το εσώρουχο.
«Μωρ’ τι είναι τούτο;», είπε σκιαγμένη η Γιωργία. «Αυτό έβλεπα τόσο καιρό στον ύπνο μου και νόμιζα πώς ήταν του Μανώλη; Αυτό είναι καλύτερο κι από την πιο τρελή φαντασία μου», έλεγε και σήκωνε ακόμα πιο ψηλά, φούστα και πόδια.
«Αχ Κουτσοθύελλα μου και σε είχα παρεξηγήσει» του είπε κι αυτός σταμάτησε αμέσως. Σε μαρούλι μεταμορφώθηκε η χάρη του, κι ακόμα πιο μικρό…
«Ιωάννη θα με λες Γιωργία μου, αλλιώς χάρες γιοκ», της είπε θυμωμένος κι έκανε να ντυθεί. Τρελάθηκε η Γιωργία, και λεφτά και σπίτια και λίρες και… τέτοιο θησαυρό και θα τον έχανε; Ούτε για αστείο! Έσκυψε στα γόνατα κι άρχισε να λέει δυνατά, σαν προσευχή!
«Ιωάννη μου, Ιωάννη μου, Ιωάννη μου…»
«Σκέτο Ιωάννη θα λες, να λείπουν τα ‘’μου’’»
«Ναι Ιωάννη, Ιωάννη και δώστου πάλι και ξανά μανά Ιωάννη και Ιωάννη…» και το μαρουλόφυλλο έγινε μεμιάς σαν κορμός δένδρου… «Αχ Ιωάννη, απ’ όλα τα καλά που κουβαλάς, τ’ όνομά σου είναι το καλύτερο δώρο αφού με κάνει και νοιώθω σαν βασίλισσα»… Τέρμα ο Κουτσοθύελλας, βλάκας ήταν η Γιωργία; Δεν ήταν!
Ιωάννης ο βαπτιστής. Εικόνισμα θα του έκανε.
Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Έρωτας κλέφτης…


Συνηθισμένο θα μου πείτε… Κι εγώ συμφωνώ και μάλιστα πολύ. Όμως τι να κάνουμε που όταν εισβάλει σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και βάζουμε στο τσουβάλι που κρατά ό,τι μας ανήκει… Ναι, σωστά. Ό,τι μας ανήκει! Έτσι πιστεύουμε ότι θα τον δελεάσουμε και θα μας φερθεί δίκαια, θα μας ανταμείψει… Σιγά που θα μας ανταμείψει… Θα τα πάρει όλα και θα μας γυρίσει μεγαλοπρεπώς τη πλάτη,  σφυρίζοντας αδιάφορα… Κι αυτό το ξέρουμε, δεν πιστεύουμε ποτέ όμως ότι θα συμβεί και σε μας… Αυτά, είναι μόνο για τους άλλους.


Έτσι την πάτησε η Ρόζα, που δεν ήταν μεν ναζιάρα, είχε όμως σγουρά μαλλιά και μεγάλα αμυγδαλωτά  μαύρα μάτια. Κτύπησε ο έρωτας τη πόρτα της και παρέλυσε ολόκληρη… κι αφού τον καλοδέχτηκε, τον τάισε, τον γλύκανε με το νεραντζάκι απ’ τα χεράκια της, τον κοίμισε στο κρεβάτι της… χαμογέλασε. ‘’Δεν μου ξεφεύγεις με τίποτα τώρα πια σκέφτηκε’’.

Αμ’ έφυγε κι η Ρόζα έκοψε τα μαλλιά της και τα σκόρπισε στον αέρα μαζί με κατάρες και ευχές. Μια μανία την έπιασε να βρει και να σκοτώσει τον έρωτα κι ας πέθαινε μετά… 
Δεν την ένοιαζε καθόλου. Και μεταμορφώθηκε σε σύννεφο κι άρχισε να περπατά στον ουρανό, να κρύβεται στα βουνά, να τρέχει βροχή στα δένδρα, να γίνεται ομίχλη στις πλαγιές… Ο έρωτας όμως είχε γίνει άφαντος.

Σ’ αυτή τη περιπλάνηση γνώρισε κι άλλες δυστυχισμένες υπάρξεις, πάλι από τον έρωτα, και κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να τριγυρνά έτσι χωρίς λόγο. Ο έρωτας ήταν αέρας, δεν θα τον εύρισκε ποτέ, ούτε θα μπορούσε να τον εκδικηθεί.
Ξαναγύρισε στο χωριό της, ήταν όμως μεγάλη πια. Κανείς δεν την θυμόταν, αλλά ούτε κι αυτή γνώριζε κανένα. Πέρασαν τόσα χρόνια κι έψαχνε μάταια θλιμμένη και πικραμένη, ζητώντας εκδίκηση.

Περπάτησε ως την άκρη του χωριού και κάθισε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει τη κούραση της. Ένας αέρας δροσερός ήρθε σαν ανάσα και της δρόσισε το πρόσωπο …Κι ύστερα σαν ένοιωσε τη μυρωδιά του στο κορμί της, θυμήθηκε αμέσως την αγκαλιά του… Ήταν ο έρωτας. Είχε ξανάρθει…
«Που ήσουν τόσα χρόνια και σ’ έψαχνα;» τον ρώτησε θυμωμένη, μα με καμιά διάθεση πια να τον εκδικηθεί.
«Δεν με πίστεψες κι έφυγα» της απάντησε κι αυτή γέλασε θλιμμένα
«Ξέρεις πόσοι μου είπαν για σένα; Ξέρεις πόσα έμαθα όλα αυτά τα χρόνια που σε έψαχνα; Κοροϊδεύεις συνέχεια τους ανθρώπους κι αυτοί στο τέλος σε μισούν. Κανείς δεν σ’ αγαπά» του είπε η Ρόζα, που δεν είχε πια υγρά μάτια. Είχαν στεγνώσει από δάκρυα.
«Ξέρεις πόσο μόνος νοιώθω; Κανείς δεν με πιστεύει, ούτε κι εσύ…»
«Θέλω να σε πιστέψω αλλά πέρασαν τόσα χρόνια απουσίας σου… Εσύ ακόμα μπορείς και πετάς, ενώ εγώ δεν έχω πια φτερά …»
«Πάρε τα δικά μου και πάμε μαζί… Πάμε να πετάξουμε μαζί. Θέλεις;»
Η Ρόζα παραξενεύτηκε και τον κοίταξε… Μια σκιά στον αέρα ήταν, ένα φέγγισμα του ήλιου… «Πάλι με κοροϊδεύει», σκέφτηκε, αλλά του έγνεψε ναι και τον ακολούθησε. 
Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν.
Κείμενο: Άννα Γαλανού
http://apopseiskaieikones.blogspot.gr/

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Έρημο Κορμί


Κορμί που δεν το ζέστανε η αγάπη
περιπλανιέται στα λερά σεντόνια κρεβατιών
Γελά με τη κατάντια του τις νύχτες
και ψάχνει έρωτες σε σοκάκια και στιχάκια άλλων

Αγάπες, άγνωστες  μ' ένα στριφτό τσιγάρο
του κλείνουν πρόστυχα το μάτι και τρέχει πάντα 
μπορεί να είναι τυχερό κάποια απ' αυτές τις μέρες...
κι ύστερα αναμοχλεύει μοναξιές σε κρύες κάμερες

Νιάτα το προσπερνούνε βιαστικά και σκάβουν τις ρυτίδες του
θαμπό το φως, δεν βλέπει πια καλά... κι ακόμα ψάχνει 
...Είναι εκείνο το κορμί που δεν το ζέστανε καμιά αγάπη
κι ακόμα τη γυρεύει στα λερά σεντόνια κρεβατιών
Άννα Γαλανού

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Το πάρτι


Τριάντα χρόνια πριν, κάπου στο κόσμο…

Λαμπερές  άσπρες λιμουζίνες με σοφέρ, σταματούσαν η μια κατόπιν της άλλης μπροστά στη λαμπρή είσοδο του μεγάρου. Όλη η αφρόκρεμα του κόσμου ήταν καλεσμένη σ’ αυτό το πάρτι. Οι πλούσιοι και οι ισχυροί που μ’ ένα τους μόνο νεύμα ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, πτώχευαν κράτη, άρχιζαν πολέμους, πουλούσαν κι αγόραζαν τη γη, ήταν καλεσμένοι εδώ. Ποτέ δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο ως τώρα και ποτέ δεν είχε δοθεί τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Πολλές μέρες πριν τα ΜΜΕ όλου του κόσμου, αναφέρονταν στην αποψινή βραδιά.

Όλοι κάτι προσδοκούσαν, όλοι σε κάτι ήλπιζαν… και το βασικότερο όλων έτρεμε το φυλλοκάρδι τους. Άραγε θα επικρατούσαν χαμόγελα μετά το μπαλ μασκέ πάρτι ή θα έτρεχαν κόκκινα δάκρυα στο μεταξωτό άσπρο χαλί.

Το πάρτι είχε όλη τη λάμψη και τη μεγαλοπρέπεια που απαιτείτο. Για να επιτραπεί η είσοδος στους λίγους μα εκλεκτούς καλεσμένους, έπρεπε το ύφασμα των στολών τους να είναι από καθαρό μετάξι, τα κοσμήματα όλα από ατόφιο χρυσάφι με διαμαντόπετρες, τα παπούτσια από βιζόν και οπωσδήποτε το πρόσωπο έπρεπε να καλύπτεται από χειροποίητη μάσκα, που ήταν φτιαγμένη με τα φτερά ενός σπάνιου πουλιού που ζούσε στο δάσος του Αμαζονίου… και φυσικά λευκή λιμουζίνα. Κανένα άλλο χρώμα δεν ήταν επιθυμητό.

Το πρωτόκολλο ‘’ετηρείτο’’ με θρησκευτική ευλάβεια. Υπήρχαν ειδικοί άνθρωποι στην είσοδο που ήλεγχαν τα πάντα. Σε μια ψηλή ‘’δούκισσα’’ του 18ου αιώνα δεν της επιτράπηκε η είσοδος γιατί ο ελεγκτής του δέρματος έκρινε πως το βιζόν δεν ήταν καλής ποιότητας… Έφυγε κλαίγοντας με γοερούς λυγμούς, και μπήκε στην κάτασπρη λιμουζίνα καταντροπιασμένη… όλων τα μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της.

Εκείνο που δεν κατάλαβε ο παρατηρητής ήταν γιατί η φωνή της ακούστηκε περίεργη, ούτε ανδρική, ούτε γυναικεία… Κάτι σαν κρώξιμο.

Τελικά οι πόρτες του μεγάρου έκλεισαν και οι καλεσμένοι επιτέλους αναστέναξαν ανακουφισμένοι κάτω από τις μάσκες τους. Είχαν ξεφύγει από τα φλάς των φωτογράφων, τους καμεραμάν και τους μπλαμπλάδες δημοσιογράφους, που έκαναν σαν να περιέγραφαν ποδοσφαιρικό αγώνα.

Μόλις κάθισαν όλοι σ’ ένα τεράστιο μακρόστενο τραπέζι, άναψαν τεράστιοι προβολείς έξω από το μέγαρο και από μεγάφωνα άρχισε να ακούγεται μια επιβλητική συμφωνική μουσική. 

Αντίθετα μέσα στο  σαλόνι τα φώτα έκλεισαν και επεκράτησε απόλυτη σιωπή. Στην κορυφή του τραπεζιού καθόταν μια μικροκαμωμένη φιγούρα καλυμμένη εξ’ ολοκλήρου μ’ ένα τεράστιο μαύρο μεταξωτό ύφασμα.
Δεξιά κι αριστερά του καθόταν δυο τεράστιοι καλεσμένοι. Ένας αυτοκράτορας κι ένας Γότθος πολεμιστής.

Εκείνο που έκανε εντύπωση στο παρατηρητή ήταν πως οι γυναικείες στολές ήταν ελάχιστες και από την κοψιά και μόνο, συμπέρανε πως και οι προσκεκλημένες κυρίες ήταν λιγοστές.

Το λόγο πήρε η στολή του αυτοκράτορα… Μπλα, μπλα, μπλα… Όλοι άκουγαν σκυθρωποί. Δεν τον χειροκρότησε κανείς.

Μετά μίλησε η στολή της βασίλισσας Βικτωρίας. Κι αυτή μπλα και μπλα και πάλι μπλα… Ούτε κι αυτή χειροκροτήθηκε.

Το λόγο πήρε η στολή ενός Σεΐχη με γαλάζια κελεμπία… Καθόταν δίπλα στη στολή του Ναπολέοντα. Κι αυτός μπλα, μπλα, μπλα κι ο Ναπολέοντας το ίδιο… Κι ύστερα άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί… Η στολή ενός αγριωπού Σαμουράι, μιας βενετσιάνας Κόμισσας, ενός Τσάρου, μιας Ισαβέλλας, ενός Φλαμανδού, μιας θεόρατης Κέλτισσας και η στολή Θεάς Αθηνάς…

Ένα ατέλειωτο μπλα, μπλα, μπλα, ακουγόταν τώρα και κανείς δεν καταλάβαινε κανένα. Οι περισσότεροι είχαν σηκωθεί όρθιοι και κτύπαγαν γροθιές στο τραπέζι, άλλοι κτύπαγαν τους διπλανούς τους κι άλλοι έσκιζαν με μανία το μετάξι που φορούσαν…

Όταν σηκώθηκε όρθια η στολή του Γότθου, θεόρατη, διπλάσια σε μέγεθος απ’ όλες, σταμάτησε απότομα κάθε θόρυβος κι όλοι κάθισαν στις θέσεις τους…
ΜΠΛΑ, ΜΠΛΑ, ΜΠΛΑ… έλεγε κι όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν χαρούμενοι ενώ μέσα από τις στολές ξεπρόβαλαν χέρια σιδερένια, σαν κοντάρια που άρχισαν να χειροκροτούν με στριγκό ήχο.

Η μικροκαμωμένη κοντή φιγούρα στη κορφή του τραπεζιού σηκώθηκε όρθια.
‘’Βγάλτε όλοι τις μάσκες σας φώναξε, δείξτε μου τα πρόσωπά σας…’’
Όλοι πέτρωσαν απότομα κι ύστερα ένας ένας, σιγά σιγά έβγαζε τη μάσκα από το πρόσωπό του… Ποιο πρόσωπο! Δεν υπήρχε πρόσωπο.
Ο αυτοκράτορας είχε για πρόσωπο ……….Το Δολάριο
Η βασίλισσα Βικτωρία είχε ……….Την Εγγλέζικη Λίρα
Ο Σεΐχης είχε........... Το Ριάλι
Ο Ναπολέοντας είχε ………… Το Γαλλικό Φράγκο
Ο Σαμουράι είχε …………Το Γιέν
Η Κόμισσα είχε………… Την Ιταλική Λίρα
Ο Τσάρος είχε ……………Το Ρούβλι
Η Ισαβέλλα είχε………… Τη πεσέτα
Ο Φλαμανδός είχε …………Το Ελβετικό φράγκο
Η Κέλτισσα είχε …………Τη Κορώνα
Η Θεά Αθηνά είχε………… Τη Δραχμή

Καμιά στολή δεν είχε πρόσωπο, όλες ήταν νομίσματα, χαρτιά, και κέρματα. Σαν ένα κακόγουστο πάζλ καρφωμένο σ’ ένα πρόσωπο που έχασκε σαν μαύρη τρύπα, στη θέση των ματιών και του στόματος.

Ο μόνος που δεν υπάκουσε στην εντολή του μικροκαμωμένου ανθρώπου στη κορφή του τραπεζιού ήταν ο Γότθος…
«Δεν θ’ αποτελέσεις εξαίρεση εσύ. Βγάλε γρήγορα τη μάσκα σου, γιατί θα σε πετάξω έξω… Άκουσες; 
Η διαταγή δεν σήκωνε αντιρρήσεις και ο Γότθος συμμορφώθηκε αμέσως.
Μόλις πέταξε τη μάσκα του, ένα τεράστιο ΜΠΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ, ακούστηκε μέσα στο σαλόνι. Ο Γότθος είχε δυο πρόσωπα.
Το ένα ήταν Το Μάρκο και… το άλλο Το Ευρώ……

Η μικροκαμωμένη φιγούρα τους άφησε να ουρλιάξουν όλοι χαρούμενοι για λίγο και να χειροκροτήσουν το Γότθο που φαινόταν ο νικητής του μπαλ μασκέ πάρτι. Ύστερα σηκώθηκε και πέταξε τη μαύρη καλύπτρα από πάνω του. Αμέσως σταμάτησαν τα ουρλιαχτά και τα χειροκροτήματα. Μόλις κατάλαβαν ποιος ήταν, η μαύρη τρύπα που είχαν για στόμα τους άνοιξε τόσο και όλα τα νομίσματα που αποτελούσαν το πρόσωπο τους άρχισαν να πέφτουν εκεί μέσα. Σε λίγο κανείς τους δεν είχε κεφάλι. Η μαύρη τρύπα έγινε ένα με τη φανταχτερή στολή που φορούσαν. Μέσα της εξαφανίστηκαν τα μετάξια, τα διαμαντικά, τα χρυσάφια και τα πανάκριβα δέρματα που αποτελούσαν το  καμουφλάζ τους.

Απόλυτη ησυχία βασίλεψε στην αίθουσα. Ο νικητής του μπαλ μασκέ ήταν η  κοντή μαυροφορεμένη φιγούρα.

Ο παρατηρητής δεν άντεξε. Τον πλησίασε μετά φόβου, είχε όμως περιέργεια, έπρεπε να ξέρει. Γιατί, ο παρατηρητής ήταν η Ιστορία, κι αυτή έπρεπε να γραφτεί κάποια στιγμή…
«Ποιος είσαι;» Τον ρώτησε, «Ο θεός;»
Ο άλλος τον κοίταξε απαξιωτικά και γέλασε σαρδόνια…
«Δεν κατάλαβες τίποτε έ; Τότε θα το γράψεις όπως σου το πω…  
Είμαι ‘’Ο Τραπεζίτης’’… 

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν έχουν γένος, είναι ουδέτεροι, το δολάριο, το μάρκο, το φράγκο, το ρούβλι, το γιέν, το  ριάλι, … κι οι γυναίκες δεν έχουν ισχύ, πφ, μόνο η εγγλέζικη λίρα ίσως, μα κι αυτή τελικά έκανε ότι της είπα, δεν άντεξε τη πίεση. Όλες οι άλλες η κορώνα, η πεσέτα, η ιταλική λίρα, η δραχμή πως μπορούσαν να μ’ αντιμετωπίσουν; Λέγε πώς;»
«Μα ο Γότθος είχε κι ένα ακόμα καινούριο πρόσωπο, το Ευρώ… Είδες πόσο χειροκροτήθηκε γιαυτό; Το είδες, δεν μπορεί να μην σε ένοιαζε ούτε αυτό;»
«Περαστική αρρώστια  είναι… άντεξε λίγο περισσότερο, μα το έφαγε κι αυτό η τρύπα… Το είδες κι εσύ…»
«Και τώρα τι θα κάνεις; Έμεινες μόνος σου χωρίς νομίσματα, χωρίς στολές, χωρίς κανένα. Ούτε κι εσύ θ’ αντέξεις. Νομίζω πως έκανες το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου…»
Ο τραπεζίτης γέλασε με την καρδιά του.
«Για δες…» σήκωσε τη κάπα που είχε πετάξει καταγής και κάτω απ’ αυτήν είχαν μαζευτεί όλα τα νομίσματα, τα διαμαντικά και το χρυσάφι που είχαν πάνω τους οι στολές...»

Ο Παρατηρητής – Ιστορία έμεινε με το στόμα ανοικτό.
«Πως τα κατάφερες; Αυτό, θέλω να μου το πεις»
«Πριν εξαφανιστούν ένας ένας ήρθε κοντά μου. Ζητούσε επιείκεια. Εγώ μόνο το κεφάλι μου κούνησα κι αυτοί για αντάλλαγμα μου χάρισαν τον πλούτο που κουβαλούσαν. Το είδες αυτό;…»

Ο Παρατηρητής - Ιστορία κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Λες ψέματα, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αν γινόταν θα το έβλεπα…»
«Δεν θα μπορούσες ποτέ να το δεις. Είσαι η ιστορία και η ιστορία δεν πρέπει να γράφει ποτέ την αλήθεια»

(Η ιδέα μου ήρθε όταν σκέφτηκα ότι τα νομίσματα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ουδετέρου γένους. Και μόνο ελάχιστα απ’ αυτά θηλυκού. Ο μόνος αρσενικού γένους, δεν μπορεί να είναι άλλος από ένα Παγκόσμιο Τραπεζίτη)
Κείμενο: Άννα Γαλανού

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Το στέκι των γερόντων - Χρονογράφημα


…Και ξαφνικά τρόμαξα με την ένταση της φωνής. Καθόμουν, που λέτε αμέριμνος κι έπινα το πρώτο πικρό καφέ της μέρας. Το καφενείο μικρό και αδειανό, όταν μπήκα, αλλά έτσι όπως ήμουν χωμένος στην εφημερίδα μου, δεν κατάλαβα ούτε την ώρα που περνούσε, ούτε αυτούς που έμπαιναν, χαιρετούσαν και παράγγελναν. Όλα αυτά μέχρι που άκουσα εκείνη τη φωνή, που με τρόμαξε…
«Πάλι ντόρτια ρε πούστη μου… Γαμώ τη τύχη μου…»
Ένας γέρος ήταν, που έπαιζε τάβλι. Είδα ανοικτό μπροστά του το τάβλι, το καφέ σε κουρουπωτό φλυτζάνι δίπλα του, το τσιγάρο, δυο φούμες καμένο πάνω στο τασάκι και απέναντι του …κανένα. Μα με ποιόν έπαιζε; Χαμογέλασα μουλωχτά, ‘’Το κακομοίρη σκέφτηκα, τάχει χαμένα!’’
Έριξα μια ματιά τριγύρω και τι να δω; Όλοι γέροι! Μα πως βρέθηκα εγώ εδώ; Πως μπήκα σ’ ένα τέτοιο μαγαζί, πόση ώρα καθόμουν και δεν το πήρα μυρωδιά;
            Με λένε Μανώλη κι είμαι δεκαεννιά και μισό, ίσα που με παίρνει να καταταγώ μόνιμος στο στρατό. Όλοι λένε πως μόνο εκεί θα κάνω καριέρα, πως μόνο εκεί θα λαδώνει συνέχεια το άντερό μου, γιατί πώς να το κάνομε; ‘’Όλα μπορούν να γκρεμιστούν, τα στρατά ποτέ…’’ Αυτά τα λέει ο δικός μου γέρος, ο πατέρας μου, αλλά συμφωνώ κι εγώ.
Στο χωριό, δεν έκανα τίποτα. Όλη μέρα τριγυρνούσα από δω κι από κει, κανένα ποδοσφαιράκι ή στοιχήματα και πρέφα με τους άλλους στο καφενείο. Που και που όταν ερχόμουν στη πόλη εύρισκα και κάνα γκομενάκι.
Δουλειά, μα τι λες τώρα; Τι δουλειά; Που να βρω δουλειά; Εδώ ο αδελφός μου τελειόφοιτος γυμνασίου και τα ξύνει κι αυτός στο σπίτι… Μία από τα ίδια κι είναι και δυο χρόνια μεγαλύτερος… Αλλά αυτηνού του έχουν τάξει να τον κάνουν ταχυδρόμο, έτσι του είπε ο πατέρας μου, που μίλησε με τον τοπικό μας… το βουλευτή ντε.
            Ο γέρος μου έριξε μια ματιά και μου έκανε νόημα να κάτσω απέναντι του. Τι εγώ να παίξω με το ραμολί; Α, πα πα… Του έκανα όχι με το κεφάλι, μα τον είδα να ανασηκώνεται νευριασμένος και θέλοντας και μη κάθισα απέναντι του.
«Ξέρεις τάβλι;» μου λέει.
« Εγώ αν ξέρω; Πρώτος!» του είπα και χαμογέλασα μοχθηρά.
«Για να δούμε λοιπόν τι ξέρεις» μου ξαναείπε κι έστρωσε με δυο κινήσεις τα πούλια
Ξεκινήσαμε το τάβλι, πόρτες. Μ’ έσκισε αμέσως, δεν πρόλαβα ούτε μια πόρτα να κάνω.
«Παίζεις άλλη μια;» μου λέει ειρωνικά
Μ’ έπιασε το πείσμα μου να φάω το γέρο.
«Παίζω του λέω, για τη ρεβάνς» Γέλασε πάλι
«Κααλάααα!»
Με έσκισε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, δέκατη φορά, εικοστή, ούτε ξέρω πόσες φορές παίξαμε… κι έχασα το τρένο. Το άκουσα που έφευγε σφυρίζοντας. Και να έτρεχα, πάλι δεν θα το προλάβαινα γιατί είμαστε στην απέναντι πλευρά του σταθμού.
Είδα το γέρο να σηκώνεται και ταράχτηκα. Έριξα μια ματιά στο καφενείο, άδειο. Μα τι στο διάολο, τι έγιναν όλοι οι γέροι; Πριν από λίγο ήταν γεμάτο με δαύτους. ‘’Λες να πέρασε ο χάρος;’’  και με το που το σκέφτηκα μ’ έπιασε ένα νευρικό γέλιο, άλλο πράμα.
«Που πας; Κάτσε να παίξουμε κι άλλο…» λέω του γέρου που έκλεισε με θόρυβο το τάβλι κι ύστερα έβγαλε κάτι κέρματα και τ’ άφησε πάνω στο πιατάκι του καφέ.
«Κερνώ και τον δικό σου» μου λέει, «έτσι για το γούρι»
«Κάτσε, μη φεύγεις. Εγώ τόχασα το τρένο και το άλλο περνά το απόγευμα. Ευτυχώς μπορώ να παρουσιαστώ μέχρι αργά, δεν έχω πρόβλημα…»
«Που παρουσιάζεσαι, φαντάρος είσαι;» μου είπε ειρωνικά, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να γελά.
«Όχι ακόμα, αλλά θα γίνω. Πάω να καταταγώ για μόνιμος», του είπα συγκρατώντας το θυμό μου, γιατί σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να μείνει μαζί μου θα είχα και το μεσημεριανό μου φαγητό τσάμπα.
«Μόνιμος πας; Τι; Στρατιώτης μόνιμος;» Τον είδα να με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω κι ύστερα να βάζει κάτι γέλια, μα κάτι γέλια, που μου ήρθε να του αστράψω μια και να δει τον ουρανό με τ’ άστρα. Τι αστείο δηλαδή έβλεπε και ξεκαρδιζόταν τόσο;
Με κοίταξε πάλι καλά καλά, και γέλασε ακόμα πιο πολύ με τη κοιλιά του να χορεύει πάνω κάτω.
«Εσύ πας να γίνεις μόνιμος; Χα χα χα… Που; Παίρνουν γέρους στο στρατό και δεν τόξερα;»
«Εγώ είμαι γέρος;...Παππού, σέβομαι την ηλικία σου, αλλιώς θα σου τάλεγα χοντρά. Δεν ντρέπεσαι να γελάς και να με κοροϊδεύεις; Δεκαεννιά μισό είμαι, και μάλιστα με το ζόρι».  Τώρα ήμουν κι εγώ πολύ  θυμωμένος.
Τι ήταν να το πω; Το γέλιο του ακούστηκε ως έξω… και ξαφνικά ξαναγέμισε με γέρους το μαγαζί. Μας κοίταζαν όλοι, άκουσαν και τη συνομιλία που είχαμε κι άρχισαν να γελάνε όλοι μαζί;
«Από πιο παραμύθι βγήκες εσύ;» Μου είπε ένας θεόστραβος κοντόκαννης
«Μας κοροϊδεύεις ξεκούτη;» Μου είπε ένας λιμοκοντόρος χειρότερος από το θείο μου το Λευτέρη
«Το ζουρλομανδύα που τον άφησες;» μου είπε ένας χοντρός, που έμοιαζε με κρεοπώλη.
Δεν προλάβαινα να βρίζω και να τους καταριέμαι, χωρίς όμως ν’ ακούγομαι από τα τρανταχτά γέλια και τις κοροϊδίες που μου έκαναν… και μέσα σ’ όλα ξεφύτρωσε κι ένας σπόρος, ίσαμε τον μικρό μου αδελφό το Θοδωρή που με τράβαγε δυνατά από το χέρι.
«Που με πας μωρέ; Άσε με να τους λιανίσω όλους… Θεέ μου εδώ δεν είναι καφενείο, είναι τρελοκομείο».
Με τράβαγε όμως δυνατά, γελούσαν οι άλλοι, κι είπα να τον αφήσω να δω που θα με πήγαινε.
Μ’ έβγαλε έξω από το μαγαζί και μου έσπρωχνε το χέρι να διαβάσω μια ταμπέλα στην είσοδο. 
‘’ Το καφενείο των γερόντων’’, έγραφε η ταμπέλα…
Πρώτη φορά την έβλεπα. Φαίνεται την έβαλαν μετά που μπήκα στο καφενείο. Αλλά ο μικρός διάολος, δεν άφηνε το χέρι μου. Με τράβαγε, με τράβαγε και με πήγε μπροστά σ’ ένα καθρέπτη. Μέσα είδα ένα γέρο σταφιδιασμένο να με κοιτάζει. Κακομούτσουνος ήταν, με μια χοντρή ελιά ακριβώς πάνω στο σαγόνι.
«Φτου σου του λέω. Ποιος είσαι πάλι εσύ;»
«Καθρέπτης είναι κυρ Μανώλη, τον εαυτό σου φτύνεις», μου είπε ο σπόρος. Αγριεύτηκα για τα καλά.
«Ποιόν θα πρωτοσκοτώσω μωρέ εδώ μέσα είπα; Ποιόν;» Και γελούσαν, γελούσαν κι εγώ κοίταζα τον άσχημο γέρο που στεκόταν μπροστά στο καθρέπτη, έβλεπα τα χείλια του να κουνιούνται κι άκουγα τη φωνή μου να μιλά με το στόμα του.
Ξέμεινες Μανώλη… ξέμεινες να παίζεις τάβλι και να ελπίζεις πως θα γίνει πόλεμος να καλέσουν τη σειρά σου… Ξέμεινες Μανώλη… Ξέμεινες!
Κείμενο: Άννα Γαλανού 

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Χωρίς αναμονές


Βάλε κρασί κι ύστερα ξέχνα τη νύχτα, 
πως με ταξίδεψες τη μέρα να θυμάσαι,
πως με δυο λέξεις σου, μ' έκανες να ξεχάσω μαζεμένες πίκρες
πως μ' ένα χαμόγελο, μου χάρισες ξανά ζωή

Να σ' ευχαριστήσω θέλω
που μου έδειξες άλλο δρόμο
που με έκανες να χαμογελάσω πάλι
κι ήταν η δεύτερη φορά...
γιατί τη πρώτη ήθελα να την ξεχάσω
τότε πονούσα ακόμα ...κι έμοιαζε ψεύτικο το γέλιο
Πόσο απλό είναι να είσαι ευτυχισμένος
να λυγίζεις μέσα σε δυο χέρια πρόθυμα 
και σε λόγια τρυφερά, χωρίς αναμονές

Βάλε κρασί κι ύστερα ξέχνα τη μέρα
η νύχτα, η αγκαλιά σου, και τα τινάγματα του κορμιού σου αέρας
κι εγώ θάλασσα και τσιγγάνα ... όπως με λες

Άννα Γαλανού

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Μεγάλα λόγια


Πάντα φοβόμουν τα μεγάλα λόγια..
Μα περισσότερο φοβάμαι εκείνους που τα λένε μ' ευκολία...


Όλα δοκιμάζονται στο χρόνο ...
κι ότι δεν έχει ημερομηνία λήξεως, αυτό αξίζει...

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Το παράπονο μου μια κραυγή - Ebru art - Sitemim bir çığlık


Η θεία της σταμάτησε να μιλά και σηκώθηκε απ’ τη καρέκλα. Άνοιξε τη ντουλάπα κι από το βάθος της τράβηξε έξω ένα όμορφο, ξυλόγλυπτο κασελάκι. Το άνοιξε. Μυρωδιά από τριαντάφυλλο γέμισε το δωμάτιο. Έβγαλε από μέσα ένα πακέτο τυλιγμένο σε μεταξωτό κόκκινο βελούδο. Ήταν πίνακες φτιαγμένοι με τη τεχνοτροπία του εμπρού. Ο καθένας ήταν καλά τυλιγμένος με ριζόχαρτο. Τους ξετύλιξε έναν έναν και τους άπλωσε πάνω στο κρεβάτι. Γέμισε το δωμάτιο με χρώματα, που σου αιχμαλώτιζαν κάθε φαντασία. Κανείς τους δεν έμοιαζε με τον άλλο, όμως αμέσως μπορούσες να καταλάβεις πως όλοι ήταν φτιαγμένοι από τα χέρια του ίδιου καλλιτέχνη.  Δεν θα μπορούσες να τους μπερδέψεις με κανενός άλλου. Τους έπιανε στα χέρια της και τους χάιδευε, σαν να ήταν παιδιά της κι ύστερα τους ακούμπαγε πάλι στη σειρά, με τον  ίδιο τρόπο. Τους άφησε απλωμένους, τους κοίταζε και συνέχισε να μιλά με απαλή κι ακόμα πιο ψιθυριστή φωνή. Η Γκιουλ δεν έπαιζε ούτε τα μάτια της. Φοβόταν πως με τη παραμικρή της παρέμβαση, η θεία της θα σταματούσε να μιλάει…
«… Τον είδα ένα απομεσήμερο στο κήπο, που ανακάτευε κάτι σ’ ένα ταψί. Νόμιζα πως έφτιαχνε κάποιο φαγητό. Τόσο ανίδεη ήμουν… και τόσο ψηλομύτα. Τον παρακολουθούσα ώσπου κάποια στιγμή τον φώναξαν και έφυγε. Γεμάτη περιέργεια πλησίασα να δω τι ήταν αυτό που έφτιαχνε. Είδα μέσα στο ταψί αυτό…» πήρε μία ζωγραφιά, και την κράτησε στα χέρια της. Ήταν ένα μπουκέτο τουλίπες, κόκκινες τουλίπες με τα λουλούδια τους να έχουν διατηρήσει το όμορφο χρώμα της πρώτης άνοιξης, τα κοτσάνια τους τρυφερά, λεπτά, καταπράσινα… Πανέμορφες.
«… Τα έχασα. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Θαρρείς επέπλεαν  στο νερό, δεν είχε προλάβει ακόμα να τις περάσει στο χαρτί. Έβαλα το χέρι μου μέσα. Ήθελα να βεβαιωθώ πως πράγματι αυτό που έβλεπα ήταν αληθινό. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να το ανακατέψω, θα το κατάστρεφα… κι ήταν το  πρώτο δώρο που μου έκανε. Είχε έρθει από πίσω μου και χωρίς να με τρομάξει, μου έπιασε απαλά το χέρι και με σταμάτησε.
«Σου αρέσει το εμπρού;»
«Τι ακριβώς είναι το εμπρού;» του είπα με τον αέρα της πλούσιας γαλλοαναθρεμμένης αριστοκράτισσας.
«Αυτό που βλέπεις είναι. Μην το υποτιμάς, δεν είναι τόσο απλό»
«…Μα αν κάνω έτσι με το χέρι μου, καταστρέφω όλη τη τέχνη σου» είπα με το ίδιο ακριβώς ύφος. «… δεν μένει τίποτα μετά, είναι σαν να μην το έκανες»
«Κοίτα όμως πριν το κάνεις…» Τότε άπλωσε πάνω στη ζωγραφιά ένα χοντρό χαρτί, είχε πολλά κομμένα μέσα σε μια πέτσινη τσάντα, και το έβαλε από πάνω. Το πάτησε καλά στις γωνίες, το άφησε κάμποση ώρα και μετά το τράβηξε με μια κίνηση. Ό,τι έβλεπα πριν να επιπλέει στο νερό, τώρα είχε μεταφερθεί ατόφιο πάνω στο χαρτί. Ήταν εκπληκτικό, απίθανο. Σαν μαγικό κόλπο. Το κρέμασε σ’ ένα δένδρο να στεγνώσει… «Θα στο χαρίσω, μου είπε. Πώς σε λένε;». Τότε δεν του είπα. Εκείνη την πρώτη φορά, τον αγνόησα κι έφυγα σαν κυνηγημένη.

Teyzesi sustu ve sandalyeden kalktı. Dolabın derinlerinden işlemeli, güzel bir kutu çıkardı. Kutuyu açtı. Odayı gül kokusu doldurdu. Kutunun içinden ipeksi kadifeye sarılı bir paket çıkardı. Ebru levhacıklarıydı. Her biri güzelce aydingerlere sarılmıştı. Her birini tek tek açıp yatağın üzerine serdi. Oda, insanı hayallere esir eden renklerle dolmuştu. Hiçbiri bir diğerine benzemiyordu ama aynı sanatçının ellerinden çıktığı hemen belli oluyordu. Başka birinin işlerine benzemiyordu. Ebruları elleriyle tutup çocuklarıymış gibi okşuyor ve ardından aynı şekilde hepsini sıraya koyuyordu. Bir süre hepsini odaya yayıp baktıktan sonra fısıldar gibi yumuşak bir sesle konuşmaya başladı. Gül, en küçük bir hareketinde teyzesinin konuşmayı keseceği korkusuyla gözlerini bile kıpırdatmıyordu.
''... Onu, bir ikindi vakti bahçede tepsi içinde birşeyler karıştırırken gördüm. Yemek falan yapıyor sandım. O kadar alakasız... ve o kadar burnu havalardaydım. Birileri onu çağırınca gitmesine değin onu izledim. Merak içinde yaklaştım yaptığı şeyin ne olduğunu görmek için. Tepsinin içinde bunu gördüm...'' bir ebru aldı, elleriyle tuttu. Bir lale buketiydi resmedilen. Bahar başı renklerini korumuş kırmızı çiçekleriyle, şefkatli, ince, yemyeşil taçlarıyla  güzelim laleler.
''... Çarpıldım. İlk defa böyle birşey görüyordum. Renkler suyun üzerinde yüzüyor sanırdınız. Henüz kağıda geçmeye fırsat bulamamıştı. Elimi içine soktum. Karşımda duran şeyin gerçek olduğundan emin olmak istedim. Neyseki karıştırmaya, bozmaya fırsatım olmamıştı. Üstelik, bana verdiği ilk hediyeydi. Arkamdan yanaşmış, ürkütmeden, yumuşakça elimi tutmuş ve beni durdurmuştu.
''Ebru sever misin?''
Fransız eğitimi almış zengin bir aristokrat havasıyla, ''Tam olarak nedir ebru?'' diye sordum.
''İşte bu gördüğündür ebru. Küçümseme, göründüğü kadar basit değil.''
''Ama elimle şöyle yaptığımda bütün sanatını bozuyorum'' dedim aynı ifadeyle; ''hiçbir şey yapmamışsın gibi, geriye hiçbirşey kalmıyor.''
''Öyle yapmadan önce bir bak...'' Tepsiyi kalın bir kağıtla örttü. Deri bir çantada bir sürü kağıt parçası vardı. Kenarlarından iyice boyaya bastırıp bir süre öylece bıraktı. Daha sonra tek bir hareketiyle kağıdı tepsidem çıkardı.  Az önce suyun üzerinde yüzerken gördüğüm ne varsa, olduğu gibi kağıdın üzerine taşınmıştı. Şaşırtıcı, olağanüstüydü. Sihirli bir numara gibiydi. Kuruması için ebruyu bir ağaca astı. ''Bunu sana hediye edeceğim'' dedi ve ekledi; ''adın ne?'' Adımı ona söylemedim. O ilk seferde onu duymazdan geldim ve bir kovalayan varmış gibi gittim oradan. 

Μετάφραση - Çeviri Caner Yılmaz