Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Άννα Γαλανού - Θυσία

Όταν ανακαλύπτεις ένα μικρό διαμαντάκι…

Κριτική άποψη με την ματιά της Βασιλικής Γλένη


 Θέλω να σας πω μέσα από την καρδιά μου ένα μεγάλο ευχαριστώ για αυτό το υπέροχο ταξίδι που μου χαρίσατε μέσα από το βιβλίο σας "θυσία " οι δρόμοι της καταιγίδας.
Θα ήθελα να σας παραθέσω την κριτική μου και θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο αντικειμενική γίνεται, γιατί έχω αγαπήσει τόσο πολύ τους ήρωες και φοβάμαι μην φανώ "υπερβολική "

Αρχικά, ως προς την δομή και την γραφή :άρτια δομή, γλαφυρές και τόσο ζωντανές οι περιγραφές που νομίζει ο αναγνώστης ότι βρίσκεται σε εκείνη την εποχή.... Για την ιστορία μας γνωρίζουμε μόνο όσα μας αφήνουν να γνωρίζουμε μέσα από βιβλία και το διαδίκτυο και χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πτυχές που δεν γνώριζα.
Σκλαβοπάζαρο, πειρατεία, καραβανσάραϊ, προδοσίες κατά της πατρίδας και τις θυσίες που βιώνουν στο όνομα της εξουσίας.
Η θέση της γυναίκας: όργανο, τιμή, αγοραπωλησία, κατώτερο ον ενός άλλου θεού.

Ως προς τους ήρωες :
Ο Σεκίρ, αντιπροσωπεύει την ανυπότακτη και παλικαρίσια ψυχή που πρέπει να προσφέρει και την τελευταία σταγόνα αίματος για αυτούς που αγαπά. Μια καρδιά που δεν μοιάζει με καμία.
Ο Ιωάννης είναι όπως κάθε νέος στα πρώτα του βήματα, με δύο πατρίδες κληρονομιά και χρέη μιας γενιάς.
Η Αριάδνη είναι η μικρή μου πριγκίπισσα που θα επιτελέσει το προπύργιο μιας καινούργιας αρχής και ενός καινούργιου ταξιδιού.
Ο Νικηφόρος είναι ο Εωσφόρος που έχει χάσει τον δρόμο του θεού και βασανισμένος από εμμονές και πάθη, οδηγείται στην καταδίκη του. Λυπάσαι για ψυχές που δεν πρόκειται να λυτρωθούν.
Η Θεονύμφη, μια "μητέρα" για όλα τα τέκνα του θεού, που σε γαληνεύει σε όλο το κείμενο..
Και τέλος άφησα την λατρεμένη μου Ρούσσα, που έχει στερηθεί έχει απολέσει ότι ο θεός της είχε προσφέρει απλόχερα. Ξεριζώνεται και αρπάζει την ζωή από τα μαλλιά. Μια ηρωίδα, ύμνος για όλες τις γυναίκες. Που διεκδικεί την θέση της σε μια κατακερματισμένη εποχή. Αγαπά και αγαπιέται, θυσιάζει και θυσιάζεται, αγωνίζεται και διεκδικεί και βρίσκει την λύτρωση, υπογράφοντας και σφραγίζοντας για δεύτερη φορά την μοίρα της γενιάς Βενιέρη.
Θαυμάζεις μια μεγάλη καρδιά που έχει δοθεί από τον δημιουργό. Κράτησα την τελευταία φράση της τελευταίας ενότητας "τίποτα δεν τελειώνει όταν υπάρχει συνέχεια ", η οποία κρύβει την βαρύτητα του όρκου, της ζωής και της συνέχειας του ανθρώπου που είναι οι απόγονοι.
Ανατριχιάζεις μπροστά στο μεγαλείο της περιγραφής και της ροής του κειμένου και μένεις να θρηνεί ς και αγαλλιάζεις βουβός παρατηρητής. Η δε τελευταία σκηνή είναι η απάντηση της θείας δίκης.

Τέλος, ως προς τα μηνύματα του βιβλίου :
Ο αναγνώστης πληροφορείται την ιστορία του, γνωρίζει τα ήθη των λαών και μαθαίνει να σέβεται το ξένο, το διαφορετικό, το αλλόθρησκο. Μαθαίνει την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, το μεγαλείο της αγάπης και της οικογένειας, την δύναμη της πίστης. Εν τέλει, καλείται να ξεχωρίσει την μυθοπλασία και την αλήθεια που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Το βιβλίο σας είναι σαν ένα καράβι με προκαθορισμένο δρομολόγιο που με το τέλος του ταξιδιού του βρίσκει το λιμάνι του, μέχρι να είναι έτοιμο για το επόμενο ταξίδι του.

Σας ευχαριστώ ακόμη μια φορά που μας δίνετε μαθήματα ζωής. Να είστε πάντα καλά. Προτρέπω όλους τους βιβλιοφάγους να το έχουν στην βιβλιοθήκη τους

Team Fm - Άννα Γαλανού

Η Άννα Γαλανού στην εκπομπή "notebook" του Team Fm 102 (Ρέθυμνο) Συνέντευξη στον Μαρίνο Κουνάδη

Δρόμοι της Καταιγίδας

http://www.athensvoice.gr/politismos/books/i-pio-eyanagnosti-thysia-ehei-tin-ypografi

Η πιο ευανάγνωστη «Θυσία» έχει την υπογραφή της Άννας Γαλανού

Η συγγραφέας μιλά για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Οι δρόμοι της καταιγίδας»


Ιστορικά γεγονότα και μυθοπλασία σε μια μοναδική λογοτεχνική σύνθεση με χειροπιαστή ατμόσφαιρα εποχής. Σκλάβοι και ευγενείς, δούκες, σωματέμποροι και πειρατές, αλήθειες και ψέματα, έρωτες, πάθη και ίντριγκες: το νέο βιβλίο της Άννας Γαλανού τα έχει όλα. Η συγγραφέας μίλησε στην Athens Voice για το συναρπαστικό έργο της.
Στο «Όταν φεύγουν τα σύννεφα» του 2016 σκύψατε πάνω από ένα αρκετά σύγχρονο δίδυμο χαρακτήρων (διάσημη τηλεπαρουσιάστρια / πλούσιος επιχειρηματίας) προκειμένου να διηγηθείτε την πορεία ενός κουιντέτου ηρώων στο δρόμο του πεπρωμένου και της αγάπης. Με τη «Θυσία» ωστόσο αποφασίζετε να γυρίσετε το ημερολόγιο αρκετούς αιώνες πίσω. Γιατί;
Η σκέψη να γράψω για την εποχή της Ενετοκρατίας, ωρίμαζε πολύ καιρό μέσα μου. Δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής. Οι εικόνες που από παιδί κουβαλώ, έχουν πολλές αναφορές στο Ενετοκρατούμενο Χάνδακα, όπως οι βόλτες στον Κούλε και γύρω από τα επιβλητικά ενετικά τείχη. Επίσης τα νεώρια, τα λιοντάρια, τόπος συνάντησης όλων μας, η Βασιλική του Αγίου Μάρκου, η Λότζια, η Χανιώπορτα και πολλά άλλα, είχαν ανεγερθεί επί Ενετοκρατίας, αυτό ήταν γνωστό. Όλη η Κρήτη εξάλλου, είναι γεμάτη με φορτέτσες και Ενετικά κάστρα. Πώς έγιναν όμως; Ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή; Το 1992 διάβασα για πρώτη φορά, το βιβλίο του Θεοχάρη Δετοράκη ‘’Η ιστορία της Κρήτης’’. Κυριολεκτικά έμεινα έκπληκτη όταν μελέτησα την ενότητα ‘’Ενετοκρατία’’. Για το νησί, ήταν μια πολύ σκληρή κατοχή, που διήρκεσε πολύ. 458 χρόνια. Ο σπόρος να ασχοληθώ κάποτε μ’ εκείνη την περίοδο είχε φυτευτεί πλέον μέσα μου, ενώ παράλληλα τον τροφοδοτούσε η προφορική παράδοση που άκουγα από τους γεροντότερους, οι οποίοι μετά από πέντε σχεδόν αιώνες, είχαν να λένε ακόμη, για την σκληρότητα εκείνης της εποχής. Περιγραφές και γεγονότα που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά. Χρειάστηκαν όμως να περάσουν ακόμη περισσότερα χρόνια για να αποτολμήσω και να γράψω για το θέμα αυτό. Όταν ολοκλήρωσα το μυθοπλαστικό σκέλος της τριλογίας, περίπου δύο χρόνια πριν, τότε ξεκίνησα να διαβάζω επισταμένως ιστορικά βιβλία για την συγκεκριμένη εποχή, κρατώντας παράλληλα σημειώσεις.
Ποιες δυσκολίες παρουσιάζει ένα ιστορικό μυθιστόρημα σε σχέση με το προσαρμοσμένο στους καιρούς μας αφήγημα; Και τι γοητεύει στην περίοδο 1550 – 1570 ώστε να την επιλέξετε;
Το ιστορικό μυθιστόρημα έχει πολλές απαιτήσεις. Πάνω απ’ όλα την ακρίβεια και την διασταύρωση στοιχείων. Επειδή δεν είμαι ιστορικός, όφειλα η προσοχή μου να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Για να είμαι λοιπόν απόλυτα ακριβής όσον αφορά τις περιγραφές αλλά και τα γεγονότα, η προσπάθεια που κατέβαλα ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη. Η γλώσσα γραφής που χρησιμοποιώ στην τριλογία, συνάδει εν πολλοίς με την συγκεκριμένη γλώσσα της εποχής, ταυτόχρονα όμως είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στις λεκτικές απαιτήσεις του σήμερα. Δεν ετίθετο θέμα γοητείας της συγκεκριμένης περιόδου, δεν με ενδιέφερε τόσο αυτό. Περισσότερο με εξίταρε μια πιστή αναπαράστασή της, με βάση τις περιγραφές και τα ιστορικά στοιχεία που διάβασα.
Μια αρχοντοπούλα της Κρήτης που οδηγείται ως σκλάβα στην Κωνσταντινούπολη. Δύσκολα θέματα, νευραλγικά για τον Έλληνα ακόμη και σήμερα. Πόσο μεγάλο το ρίσκο του να ενσωματώσετε την οθωμανική αυτοκρατορία στο μυθιστορηματικό κάδρο σας χωρίς να πονέσετε υπερβολικά τον αναγνώστη;
Εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν δύο μεγάλες αυτοκρατορίες. Η Ενετική και η Οθωμανική. Η Δημοκρατία της Γαληνοτάτης έλεγχε τις θάλασσες και το εμπόριο και είχε υπό την κατοχή της όλα σχεδόν τα νησιά, με κέντρο αναφοράς τον Χάνδακα. Οι Οθωμανοί από την άλλη κυριαρχούσαν σε όλη την ηπειρωτική χώρα και τα όρια της αυτοκρατορίας τους ήταν αχανή, έφθαναν από Δύση σε Ανατολή. Η μια αυτοκρατορία εποφθαλμιούσε τις κτήσεις της άλλης και η ηρωίδα μου, η Ρούσσα, βρίσκεται άθελά της στο επίκεντρο όλων αυτών των εξελίξεων. Απέφυγα να αναφερθώ στην Οθωμανική κυριαρχία της Κρήτης, που άλλωστε έγινε αρκετά αργότερα. Αναφέρομαι μόνο στις κουρσάρικες επιδρομές στο νησί και στις καταστροφές που επέφεραν. Οι κουρσάροι, ήταν μεγάλη μάστιγα της εποχής και επί της ουσίας αποτελούσαν τον έμμισθο στόλο των Οθωμανών.
Γιατί το βιβλίο φέρει τον υπέρτιτλο «Δρόμοι της καταιγίδας #1»; Πόσους δρόμους της καταιγίδας θα διασχίσουμε και ποια έκταση θα καλύψει η ιστορική διαδρομή τους;
Ο υπέρτιτλος δεν είναι τυχαίος. ‘’Οι δρόμοι της Καταιγίδας’’, διαπλέουν το Αιγαίο για να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη κι από κει στην Αδριανούπολη, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα των Οθωμανών, ταξιδεύουν στο Ιόνιο και στην Αδριατική για να προσαράξουν στην Βενετία και διασχίζουν τόσο από θάλασσα όσο κι από στεριά όλη την Κρήτη. Στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας, έχουμε ακόμη ένα δύσκολο δρόμο, ίσως τον δυσκολότερο από όλους. Πραγματική καταιγίδα. Δυστυχώς όπως καταλαβαίνετε, ακόμη δεν μπορώ να αναφερθώ σ’ αυτόν.
Σας ενδιαφέρει να υπάρχει στο έργο σας πέρα από τα βασικά συστατικά του (συγκινήσεις, αυτοεξερεύνηση, γοητευτική πρόζα) και υλικό το οποίο θα κεντρίσει τον αναγνώστη να «ψαχτεί»; Πόσοι άραγε γνώριζαν τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρετε και ποια θα ήταν η οπτική τους για τα πράγματα διαβάζοντας το βιβλίο;
Υπέροχη ερώτηση. Ανέκαθεν αυτό το σημείο με ενδιέφερε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το προσέχω και δουλεύω πολύ πάνω σ’ αυτό. Σε όλα μου τα μυθιστορήματα υπάρχει ένα κοινωνικό υπόβαθρο κάποιας συγκεκριμένης εποχής γύρω από το οποίο τοποθετώ τους ήρωες. Στην τριλογία, ένα παραπάνω, γιατί όπως κι εσείς αναφέρατε, χρονολογικά μας πάει πολλά χρόνια πίσω. Κανένας αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες της εποχής που αναφέρομαι. Άλλωστε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξε επί της ουσίας την ιστορία. Από την ‘’Θυσία’’ όμως, όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται, μπορούν να αντλήσουν αρκετά ιστορικά στοιχεία και στην συνέχεια μπορούν να ψάξουν τα σημεία που τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Άλλωστε παραθέτω τεκμηριωμένη βιβλιογραφία 44 λημμάτων. Έως τώρα, παρότι ακόμη είναι αρκετά νωρίς, οι απόψεις των αναγνωστών είναι πολύ θετικές. Με ικανοποιεί και με ευχαριστεί πολύ το γεγονός, πως έτσι, εξ αιτίας ενός και μόνο αναγνώσματος, η αναζήτηση μετατρέπεται σε γνώση. Εισπράττω πολλά θετικά γιαυτό, που ανέκαθεν αποτελούσε για μένα μεγάλο ζητούμενο.
Διαγράψατε μια επαγγελματική σταδιοδρομία πριν στραφείτε στο γράψιμο, και από το 2011 και έπειτα, γράφετε αδιάκοπα: ποίηση, πεζογραφήματα, θεατρικά, παιδικά βιβλία. Τι σας υποκίνησε; Και πόσο σας γεμίζει αυτή η ιδιότητα;
Το 2011 εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, όπως πολύ σωστά λέτε, όμως το πρώτο μου βιβλίο, το έγραψα πολλά χρόνια  πιο πριν. Γράφω από πολύ νεαρή ηλικία, όμως δεν είχα αποφασίσει να εκδώσω. Επί της ουσίας, δεν είχα κάνει την παραμικρή προσπάθεια γιαυτό. Βραβεύτηκα αρκετές φορές στο παρελθόν με πρώτα και δεύτερα βραβεία, για διαφορετικά είδη πεζού και ποιητικού λόγου. Ούτως ή άλλως δεν είμαι ανυπόμονος ούτε βιαστικός άνθρωπος και όταν πήρα την απόφαση ότι έφθασε η ώρα τα κείμενά μου να βγουν επιτέλους στο φως, ήμουν σε ηλικία που δεν με απασχολούσαν πλέον ζητήματα βιοπορισμού. Μπορούσα και είχα πλέον την πολυτέλεια να αφιερωθώ αποκλειστικά και μόνο στα βιβλία μου.
Ποιους συγγραφείς απολαμβάνετε να διαβάζετε; Πόσο έχουν επηρεάσει τη δουλειά σας;
Προτιμώ τους κλασσικούς συγγραφείς, Έλληνες και ξένους. Πένες που χαρακτήρισαν γενιές ανθρώπων και που μέχρι σήμερα απασχολούν και είναι πάντα μπροστά. Με επηρέασε πολύ ο Νίκος Καζαντζάκης και ιδιαίτερα το βιβλίο του, ‘’Αναφορά στο Γκρέκο’’. Με έχει επηρεάσει πολύ και συνεχίζει να με επηρεάζει ο Οδυσσέας Ελύτης. Εκτός από πεζά κείμενα, διαβάζω πολύ ποίηση και ομολογώ πως χωρίς αυτήν δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γράψω. Διαβάζω πάρα πολύ, αρκετούς και διαφορετικούς συγγραφείς. Γιώργος Ιωάννου, εξαιρετικός πεζογράφος, με υπέροχη χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Στέκομαι πάρα πολύ στο θέμα χειρισμού της γλώσσας μας, που εδώ και αρκετό καιρό δέχεται μια αήθη επίθεση απλούστευσης. Δυσανασχετώ και αντιδρώ σ’ αυτό. Διαβάζω αρκετά συχνά τον Όμηρο, μακράν τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο. Νομίζω ότι πολλοί από μας, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι έχει γράψει ο Όμηρος, ίσως επειδή δεν τον έχουμε διδαχθεί όπως πρέπει. Παρακολουθώ και διαβάζω επίσης τους σύγχρονους πεζογράφους και κάποιοι εξ’ αυτών μου αρέσουν ξεχωριστά. Επειδή διαβάζω πάρα πολύ, σίγουρα αρκετοί συγγραφείς έχουν επηρεάσει την σκέψη μου, αλλά και τον τρόπο που δομώ τα δικά μου έργα. Αυτό είναι πολύ καλό και συνάμα βοηθητικό. Τους ευχαριστώ γιαυτό.
Μιλάτε με το κοινό σας; Είστε αισιόδοξη για τον ρόλο του βιβλίου σε μια καθημερινότητα γεμάτη διαδικτυακούς περισπασμούς, οικονομικές έγνοιες και συλλογική λατρεία του Survivor;
Όλα όσα αναφέρετε σαν περισπασμούς – πειρασμούς, κατά την γνώμη μου είναι εφήμερες τέρψεις. Η ψυχή θέλει ουσιαστική τροφή, κάτι που η εικόνα, όσο δελεαστική και αν είναι, αδυνατεί να δώσει. Τα συναισθήματα που ντύνουν και ζεσταίνουν την ψυχή δεν συνάδουν ούτε με το διαδίκτυο, ούτε με τις σκηνοθετικές υπερβολές. Τον επόμενο χρόνο, ίσως και πιο σύντομα, θα έχουν ξεχαστεί. Κάτι που δεν συμβαίνει με ένα καλό βιβλίο. Είναι παρήγορο να ξέρεις πως είναι κάπου κοντά σου κι ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να ξαναβουτήξεις στις σελίδες του.  Είμαι αισιόδοξη για την πορεία του βιβλίου. Έχει περάσει από πολλές κακοτοπιές, βιβλιοθήκες ολόκληρες κάηκαν και καταστράφηκαν στο παρελθόν κι όμως το βιβλίο πάντα κατάφερνε και στο τέλος κυριαρχούσε. Το ίδιο θα γίνει και τώρα. Προσπαθώ να έχω μια ουσιαστική σχέση με τους αναγνώστες μου, να είμαι συνεπής όσον αφορά τις απόψεις μου και να μην πελαγοδρομώ μπερδεύοντας τους. Ξέρουν ότι στα βιβλία μου θα διαβάσουν μια ιστορία καλά δομημένη, με σωστά ελληνικά και χωρίς περίσσιες φιοριτούρες εντυπωσιασμού.
«Ό,τι είναι γραφτό, αυτό θα γίνει. Αλλά και πάλι, πολλές φορές εμείς οι ίδιοι κάνουμε τη σκέψη μας μοίρα και την ιδέα μας γραφτό». Ταυτίζεστε με το απόφθεγμα; Ποιο σκέλος του σας εκφράζει περισσότερο;
Κάποια πράγματα είναι μοιραία κι αναπόφευκτα, όμως στα περισσότερα εμείς είμαστε οι μαέστροι που κρατάμε την μπαγκέτα. Η αλήθεια για μένα είναι κάπου στο ενδιάμεσο. Προσωπικά αφαιρώ από την ζωή μου τις συμπτώσεις, δεν θέλω να με επηρεάζουν. Προτιμώ να πορεύομαι προγραμματίζοντας κάποια πράγματα που αφορούν πάντα το άμεσο μέλλον, γιατί ποτέ δεν κάνω  μακροχρόνια σχέδια. Μου αρέσει να αγωνίζομαι για τα πιστεύω μου, αυτό με κρατά σε εγρήγορση και σκέψη. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μόνο και μόνο για να έχω κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Φοβάμαι τις μεγάλες ανατροπές του σύμπαντος, προσπαθώ να κάνω μικρά βήματα, διεκδικώντας όμως πάντα το δίκιο μου. Δυο πράγματα δεν συγχωρώ ποτέ. Την αδικία και την αχαριστία.  

koukidaki: Θυσία

koukidaki: Θυσία: Σαν μεστό, χυμώδες σύκο που η τρυφερή του σάρκα υποχωρεί αβίαστα στο άγγιγμα των δοντιών κι η ολόγλυκη γεύση του πλημμυρίζει τους κάλυκες ...

'Αννα Γαλανού - Θυσία

Με την κριτική ματιά της Ευδοξίας Κολυδάκη.

Τόπος : Ενετοκρατούμενη Κρήτη (Χάνδακας, Ρέθυμνο), Oθωμανική Ανδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη

Χρόνος : Το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, όταν δύο από τις "μεγάλες δυνάμεις" της εποχής, ήταν στο απόγειο της κυριαρχίας τους και της επιβολής τους, ως κατακτητές, αλληλο-υποβλέπονταν και εξαντλούσαν όλα τα "μέσα υποταγής" που διέθεταν στους υποταγμένους...

Ενδιαφέρουσα και απολύτως ακριβής η αντίθεση ανάμεσα στον Χάνδακα, όπου οι Ενετοί ασκούν και επιβάλλουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα με περισσή σκληρότητα σε όσους αντιστέκονται και επαναστατούν, και στο Ρέθυμνο της ίδιας χρονικής περιόδου, όπου, οι τέχνες και η άνθισή τους, υπερσκελίζουν την αίσθηση της κατοχής των Ενετών και επιτρέπουν την αρμονικότερη συμβίωση κατακτητών και γηγενών.
Οφείλω να πω, επίσης, ότι με εντυπωσίασε ακόμα περισσότερο, η λιτή (απολύτως ενταγμένη όμως στη ροή της αφήγησης) αναφορά, υπό την μορφή ενθυμήσεων, των πεπραγμένων του Οθωμανού Σουλτάνου, της ίδιας περιόδου, στοιχείο που συνεισφέρει καίρια και συνηγορεί υπέρ (και) του ιστορικού χαρακτήρα της αφήγησης, αφού, η "Θυσία" χάρη στην συγγραφική έμπνευση, συνδυάζει άψογα την μυθοπλασία με την ιστορία, χωρίς η τελευταία ωστόσο να υπερτερεί του δημιουργικού στοιχείου.


Θέμα : η ιστορία της Ρούσσας Βενιέρη, μία έφηβης, η οποία, μπορεί να φαίνεται για λίγο ως άθυρμα της ιστορίας και της τύχης του τόπου της, που επηρεάζεται από την τραγική απώλεια των δικών της ανθρώπων και παραμένει έρμαιο στις βουλήσεις τρίτων, αλλά στην πραγματικότητα, διαθέτει μία ισχυρή προσωπικότητα, εμφορούμενη από το περήφανο, ανυπότακτο και ανεξάρτητο πνεύμα της, το οποίο κυριαρχεί σε όλη την αφήγηση, που της επιτρέπει αρχικά να ξεφύγει από την προαποφασισμένη μοίρα της, και στη συνέχεια, να προσαρμοσθεί στις αντίξοες συνθήκες και στον τρόπο ζωής που της επιβάλλονται, (οι οποίες δεν στερούνται κινδύνων), να αποφασίσει την προσωπική της συνοδοιπορία με τον σύντροφό της, να έρθει αντιμέτωπη ξανά με ανεπιθύμητα πρόσωπα και οδυνηρές καταστάσεις, να συγκρουσθεί μαζί τους, και στο τέλος, να επιλέξει με τραγικό τρόπο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.
Για το συγκλονιστικό τέλος της "Θυσίας" δεν θα πω κάτι συγκεκριμένα, θα επισημάνω μόνο ότι οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου, χαρακτηρίζονται από έντονη δραματικότητα, ένταση και αγωνία η οποία κορυφώνεται σταδιακά, με μοναδικό τρόπο, "δικαιώνοντας" απόλυτα τον τίτλο του βιβλίου.

Η "Θυσία" ως πρώτο μέρος της τριλογίας "Οι δρόμοι της καταιγίδας", μεταφέρει, με ρεαλισμό και πιστότητα το πνεύμα, τις συμπεριφορές και τις κοινωνικές συνθήκες μιας παρελθούσης ιστορικής περιόδου, χρονικά οριοθετούμενης, που επηρέασαν αποφασιστικά και δραματικά τη ζωή, τη συμπεριφορά, και την ατομική πορεία ανθρώπων και ολόκληρων οικογενειών ακόμη, που δεν δέχθηκαν άκριτα και με υστεροβουλία, όλα όσα, έξωθεν τους επιβάλλονταν.
Στη "Θυσία" η δημιουργός της, σκιαγραφεί μία ολόκληρη εποχή, μετά από την καταφανή ενδελεχή έρευνα και μελέτη του ιστορικού και χρονικού πλαισίου της, όπως άλλωστε προκύπτει από την βιβλιογραφία που παρατίθεται, χάρη στην οποία, ο συνδυασμός του μύθου και της ιστορίας, αποδεικνύεται επιτυχής για τον δημιουργό και ελκυστική για τον αναγνώστη.

Εν κατακλείδι, από την "Θυσία" της Α. Γαλανού, απεκόμισα τις καλύτερες εντυπώσεις, αφού, πρόκειται για ένα πολύ καλό (και καλογραμμένο) ιστορικό μυθιστόρημα, ενταγμένο χωροχρονικά σε μία εποχή, η οποία δεν έχει τύχει αντίστοιχης ενασχόλησης στην ελληνική λογοτεχνία συγκριτικά, με άλλες κρίσιμες (από άποψη στορικής βαρύτητας) περιόδους, το οποίο κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία του σελίδα, με τον τρόπο γραφής του, την πλοκή του, την οποία προσωπικά βρήκα αριστοτεχνικά δομημένη και τα εκφραστικά του μέσα και για όλα όσα ως αναγνώστρια, υποκειμενικά πάντα, κρίνω ότι ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μου.


Μπορεί να ακούγεται χιλιοειπωμένο μεν, αλλά ανυπομονώ για το δεύτερο μέρος της τριλογίας που εύχομαι να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο συναρπαστικό από το πρώτο.

Book Review Θυσία - Άννα Γαλανού

http://www.bookcity.gr/reviews/23033-book-review-%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D


Η «Θυσία» είναι το πρώτο μέρος της ιστορικής τριλογίας της Άννας Γαλανού, με γενικό τίτλο «Οι Δρόμοι της Καταιγίδας».
Τα γεγονότα που αφηγείται η συγγραφέας διαδραματίζονται στην Ενετοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως η Πόλη και η Αδριανούπολη, κατά τα έτη 1550-1570.
Είμαι εξαιρετικά χαρούμενη που η Άννα Γαλανού αποφάσισε να ασχοληθεί με την εποχή αυτή, που είναι αρκετά παραμελημένη από την ελληνική μυθοπλασία. Και είμαι ακόμη πιο χαρούμενη που το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της είναι κάτι παραπάνω από επιτυχημένο!
Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι μια αρχοντοπούλα από την Κρήτη, η όμορφη κοκκινομάλλα Ρούσσα, την οποία συναντάμε στα δεκατέσσερά της χρόνια και συμπορευόμαστε μαζί της για τα επόμενα είκοσι, μέσα από τη γλαφυρή πένα της συγγραφέα. Οι ανατροπές στη ζωή της Ρούσσας είναι διαρκείς και απρόσμενες: προσωπικά αγωνιούσα διαρκώς για την τύχη της και μου ήταν αδύνατο να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Δε θέλω να αποκαλύψω περισσότερα για την πλοκή της ιστορίας, γιατί πραγματικά αξίζει ο κάθε αναγνώστης να την ανακαλύψει μόνος του. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι παράλληλα με τις περιπέτειες της ηρωίδας, ξεδιπλώνεται μπροστά μας ένας ολόκληρος  κόσμος. Η Κρήτη των αρχόντων, αλλά και του απλού λαού, η μοίρα των εκτοπισμένων και των απαχθέντων από τους κουρσάρους, η Πόλη με τις ίντριγκες των πασάδων και των σουλτάνων. Είναι φανερό πως η συγγραφέας αφιέρωσε πολύ χρόνο για την έρευνα των ιστορικών στοιχείων και η προσπάθειά της δικαιώθηκε. Η «Θυσία» ξεχωρίζει και για την συναρπαστική πλοκή της, αλλά και για το ιστορικό της υπόβαθρο που αναδύεται μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωες και σε καμία περίπτωση δε δίνεται με ύφος κουραστικά ακαδημαϊκό.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο. Με συνεπήρε, με ταξίδεψε και διατήρησε το ενδιαφέρον μου αμείωτο και στις 540 σελίδες. Αναμένω με ανυπομονησία το δεύτερο μέρος της τριλογίας- ο πήχης έχει τεθεί πολύ ψηλά, αλλά είμαι βέβαιη πως η Άννα Γαλανού δε θα έχει πρόβλημα να ξεπεράσει και πάλι τις προσδοκίες μας.

Ελίζα Νάστου

Συνέντευξη - Χανιώτικα Νέα


Άννα Γαλανού : Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια


Γράφει η Ελένη Φουντουλάκη

«Το κάθε κείμενο, η κάθε γραπτή άποψη μπορεί να αλλάξει την σκέψη και την αντίληψη , αλλά και την δράση πολλών ανθρώπων. Αρκεί να είναι τεκμηριωμένο, να υπάρχει λόγος που γράφηκε και να μην ανταγωνίζεται εφήμερα γεγονότα εντυπωσιασμού. Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια» λέει στις «διαδρομές» η συγγραφέας Άννα Γαλανού η οποία πρόσφατα βρέθηκε στα Χανιά στο πλαίσιο παρουσίασης του νέου της μυθιστορήματος ”Θυσία” που αποτελεί το πρώτο βιβλίο της τριλογίας ‘’Οι δρόμοι της καταιγίδας’’. Η Ηρακλειώτισσα συγγραφέας ”δένει’’ ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1550-1570 με τη μυθοπλασία, συνθέτοντας μια μοναδική ατμόσφαιρα εποχής με ”άρωμα” Κρήτης.
H ιστορία της τριλογίας, αποτέλεσε την αφορμή να μιλήσουμε με την συγγραφέα για το νέο της μυθιστόρημα που αναφέρεται στην κατοχή των Ενετών στην Κρήτη, για το μέλλον του βιβλίου, την σημασία της λογοτεχνίας στην ζωή μας και πολλά άλλα…
Τι υπήρξε η πηγή έμπνευσης για αυτό το ταξίδι σε σοκάκια αλλοτινών καιρών; 
Δεν ήταν απλά θέμα έμπνευσης, ήταν επιλογή να γράψω και να αναφερθώ στην συγκεκριμένη εποχή. Η Ενετοκρατούμενη Κρήτη με κατοχή μεγαλύτερη κι από εκείνη των Οθωμανών, (458 χρόνια) είναι μια περίοδος που λογοτεχνικά δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα. Και όμως ήταν μια πολύ σκληρή εποχή και επέφερε πολλά δεινά στο νησί μας. Πολλά χρόνια πριν διάβασα το βιβλίο του Θεοχάρη Δετοράκη, ‘’Ιστορία της Κρήτης’’ και έμεινα έκπληκτη όταν διάβασα για την ‘’Ενετοκρατία’’. Ανατρίχιασα. Μέχρι τότε έβλεπα και θαύμαζα κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, τα μνημεία, τα κάστρα και τα τείχη που περίζωναν τις Κρητικές πόλεις. Δεν είχα ιδέα πως έγιναν όλα αυτά. Από τότε και μετά η σκέψη που γυρόφερνε στον νου μου, ήταν να γράψω για την κατοχή των Ενετών στην Κρήτη.
Εχετε μεγαλώσει στο Ηράκλειο; Πιστεύετε πως επηρεάζουν οι τόποι το έργο; Τον χαρακτήρα μας;
Σίγουρα μας επηρεάζουν και πολλές φορές καθοδηγούν και την σκέψη μας. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η Κρήτη έχει υποστεί πολλούς κατακτητές, έχει περάσει πολλές συμφορές, έχει πληγεί από σεισμούς, επιδημίες, σιτοδείες και σφοδρές κουρσάρικες επιδρομές. Όλα αυτά υπάρχουν και κυριαρχούν στο DNA μας και ακόμη κι αν θέλουμε να τα αφήσουμε στην λήθη του παρελθόντος, η ιστορία του νησιού μας είναι τόσο έντονη, όπως και οι μνήμες, κι έτσι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ο χαρακτήρας μου έχει διαμορφωθεί από τις προφορικές αφηγήσεις των γεροντότερων, από τα ιστορικά βιβλία που αναφέρονται στην Κρήτη, ακόμη κι από  τα μοιρολόγια που γράφτηκαν για την κάθε συμφορά που έχει περάσει και έχει χαράξει εποχές, πόλεις και ανθρώπους.
Γράφετε μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθια. Γιατί έχει νόημα το να διαβάζουμε λογοτεχνία; 
Γράφω όλα τα είδη του πεζού λόγου, ανεξάρτητα με το τι έχει ως τώρα εκδοθεί. Ευτυχώς υπάρχει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό που με παρακολουθεί από το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο, περνώντας τα χρόνια και βλέποντας την συνέπεια που χαρακτηρίζει τα κείμενά μου, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.
Έχει μεγάλη σημασία ο κάθε άνθρωπος να διαβάζει εκείνο που τον εκφράζει, όχι απαραίτητα μόνο λογοτεχνία. Επί του συγκεκριμένου όμως, η απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία, αρχής γενομένης από τον Όμηρο, τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο, είναι μια μορφή πεζού λόγου που απευθύνεται σε όλους. Αν το μυθιστόρημα είναι σωστά δομημένο, με καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας, ο αναγνώστης μπορεί να εισπράξει πάρα πολλά. Δεν είναι μόνο ο μύθος, είναι ο λόγος, τα συναισθήματα, οι περιγραφές, οι διάλογοι και τόσα άλλα. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα περιλαμβάνει όλα τα είδη της πεζογραφίας, μηδέ της ποίησης εξαιρουμένης.
Τι μπορεί να κάνει η τέχνη σήμερα; Η γραφή μπορεί ν’ αλλάξει τη σκέψη των ανθρώπων και κατά προέκταση τον κόσμο;
Ο γραπτός λόγος είναι ένα ισχυρό όπλο το οποίο ενίοτε προκαλεί εκτός από θαυμασμό και φόβο. «Verba volant, scripta manent» δηλαδή τα λόγια πετούν, αλλά τα γραπτά μένουν. Αν κάνουμε μια προέκταση στο σήμερα, στην εποχή της εικόνας που τρέχει τόσο γρήγορα, θα το επιβεβαιώσουμε απόλυτα. Οι εικόνες έρχονται και παρέρχονται, ένα κείμενο όμως ποτέ δεν χάνει την αξία του και χρόνο με το χρόνο αποκτά όλο και περισσότερη σημασία. Το κάθε κείμενο, η κάθε γραπτή άποψη μπορεί να αλλάξει την σκέψη και την αντίληψη,αλλά και την δράση πολλών ανθρώπων. Αρκεί να είναι τεκμηριωμένο, να υπάρχει λόγος που γράφηκε και  να μην ανταγωνίζεται εφήμερα γεγονότα εντυπωσιασμού. Ο γραπτός λόγος είναι η μόνη αλήθεια.
Ποια είναι η γνώμη σας για το μέλλον του βιβλίου στην ψηφιακή εποχή; 
Υπάρχει ένα φανατικό κοινό που διαβάζει βιβλία. Δεν είναι μικρό, όσο κι αν κάποιοι θέλουν και προσπαθούν να το μειώνουν καθημερινά.Λόγω της οικονομικής κατάστασης μπορεί να μην έχουν όλοι την δυνατότητα ν’ αγοράζουν βιβλία, οι αναγνώστες όμως, πάντα βρίσκουν τον τρόπο να διαβάζουν. Αυτό το ξέρω πολύ καλά, τόσο από τις παρουσιάσεις μου, που με χαρά και συγκίνηση βλέπω νέα παιδιά να έρχονται και να τις παρακολουθούν. Το βιβλίο έχει περάσει πολλά δεινά στο παρελθόν. Χιλιάδες τόμοι, βιβλιοθήκες ολόκληρες, κάηκαν κατά καιρούς, όμως το βιβλίο είναι πάντα εκεί, όρθιο. Είμαι αισιόδοξη για την πορεία και το μέλλον του.
Eχετε λάβει, μεταξύ άλλων, δύο σημαντικές διακρίσεις για τη μελέτη σας στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Ποια είναι τα μηνύματα που περνάει μέσα από τα βιβλία του ο Νίκος Καζαντζάκης;
Ο Καζαντζάκης εκτός από σπουδαίος λογοτέχνης, είναι και μεγάλος φιλόσοφος, με πανανθρώπινο πνεύμα. Τίποτε δεν έγραψε τυχαία. Όλα του τα βιβλία έχουν πάρα πολλά μηνύματα. Σαν αγωνιστής της ζωής ο ίδιος, το μήνυμα που διακατέχει όλα του τα κείμενα είναι κι αυτό που προσπαθεί να περάσει. «Αγωνίσου, πολέμα. Απ’ όποιο μετερίζι κι αν βρίσκεσαι. Μάθε να διεκδικείς το δίκιο σου, μην υποχωρείς σε πειρασμούς, μειώνουν την ενέργεια και το πνεύμα σου». Κάθε φορά που τον διαβάζω, και το κάνω αρκετά συχνά, πάντα βρίσκω και κάτι καινούριο, που δεν είχα προσέξει. Αυτή είναι η μαγική δύναμη ενός μεγάλου συγγραφέα, που καταφέρνει να μετουσιώνει την ανώτερη πνευματικότητα του σε λέξεις και σε προτροπές, που εξυψώνουν το πνεύμα.
Η “Θυσία” είναι το το πρώτο βιβλίο της τριλογίας “Οι δρόμοι της καταιγίδας”. Τι μας επιφυλλάσει η συνέχεια;
Ο υπέρτιτλος της τριλογίας “Δρόμοι της Καταιγίδας”, δεν είναι τυχαίος. Η ιστορία του α’ βιβλίου “Θυσία” συνεχίζεται σε όλες τις πόλεις της Κρήτης, διασχίζει την Μεσόγειο και φθάνει στην Μπαρμπαριά, την Αδριατική και προσαράζει στην Βενετία, το Αιγαίο και φθάνει στην Κωνσταντινούπολη και στα δυο επόμενα βιβλία της τριλογίας, υπάρχουν κι άλλοι δύσβατοι και ματωμένοι δρόμοι που οι ήρωες καλούνται να περπατήσουν.

''Θυσία'' - Κριτική βιβλίου


Γράφει ο Πάνος Τουρλής

https://tovivlio.net/%CE%98%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%9F%CE%B9-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CF%82-1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%86%CE%BD/

1550-1570. Ενετοκρατία στην Κρήτη και κυριαρχία του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αρχοντοπούλα Ρούσσα ζει και μεγαλώνει στον Χάνδακα, μες στα χρυσάφια και τις ανέσεις, χωρίς να νιώθει τη βρώμικη ανάσα του κατακτητή στον σβέρκο της. Ο πατέρας της όμως, που έχει κι αυτός δυσανασχετήσει από τη σκληρότητα των τυράννων, οργανώνει επανάσταση, η οποία πνίγεται στο αίμα, ο ίδιος σκοτώνεται και η οικογένειά του εκτοπίζεται. Έντρομη η Ρούσσα από τη μια μέρα στην άλλη γίνεται έρμαιο της κακής της τύχης και επιβιβάζεται στη γαλέρα που θα την οδηγήσει στην Άνδρο. Αυτή είναι η αρχή της συναρπαστικής τριλογίας με την οποία επέστρεψε η κυρία Άννα Γαλανού και η ανωτέρω περίληψη δεν είναι τίποτα μπροστά στα όσα συμβαίνουν στις σελίδες του βιβλίου.
Με αυτό το μυθιστόρημα η συγγραφέας έχει προχωρήσει πολλά βήματα μπροστά ως προς την υλοποίηση της κεντρικής ιδέας, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, τον σχεδιασμό της πλοκής και την απόδοση της εποχής και των τόπων. Η γραφή της δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα βιβλία που μας χάρισε, αντίθετα την ένιωσα πιο μεστή, αρκετά μελετημένη και αφοσιωμένη σε ένα πρωτόγνωρο πάθος! Η κυρία Γαλανού για χρόνια πάλευε με τη βιβλιογραφία, την έρευνα και το στυλ της κι ήρθε η ώρα να δώσει το πρώτο δείγμα στο κοινό. Ντοπιολαλιά, ήθη και έθιμα, ιστορικές συγκυρίες, σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, ο τρόπος σκέψης των απλών και των πάμπλουτων ανθρώπων είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένα νήματα που στήνουν σαϊτιά τη σαϊτιά την ιστορία στον αργαλειό του βιβλίου.
Η Ρούσσα είναι μια πανέξυπνη, κατ’ εξαίρεσιν μορφωμένη, 15χρονη κοπέλα, ευαίσθητη και παρορμητική. Η ζωή της κάνει μια σκληρή στροφή 180 μοιρών και ο χαρακτήρας της σμιλεύεται στα αμπάρια των γαλερών, στα τρισάθλια υπόγεια των καραβάνσαραϊ και στα απομονωμένα μιτάτα της βόρειας Κρήτης. Οι συνθήκες την αναγκάζουν να μυηθεί στα μυστικά της μεταμφίεσης για να κρύβει την ανυπέρβλητη ομορφιά της και να καταφέρει να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου οι ευγενείς και οι άρχοντες ζουν παραδεισένια ενώ οι φτωχοί απλώς πεθαίνουν. Και όταν ο έρωτας της χτυπάει την πόρτα με τη μορφή του Σεκίρ, του κατά σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερού της αρχισταβλίτη και ευνοούμενου του Αχμέτ πασά, αρχίζει να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο, φωτεινότερο και πιο αισιόδοξο. Ναι, καλά!
Από τον Χάνδακα στην Κωνσταντινούπολη, στην Αδριανούπολη και στο Ρέθυμνο, αναπαριστώνται με σαφήνεια, ακρίβεια και πιστότητα η εποχή και οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Αστρονομία, ζωγραφική, κτηνοτροφία, εμπόριο, πειρατεία, σκλαβοπάζαρα είναι ελάχιστα μόνο από τα γεγονότα και τις επιστήμες που ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Οι ήρωες ζουν και δρούνε σχεδόν στα απόνερα της Ιστορίας, μιας και η συγγραφέας δεν ενέταξε με τη βία τους ήρωές της στην εποχή, αντίθετα, οι αλλαγές στην εποχή επηρεάζουν και τις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Η πλοκή με κέρδισε από την αρχή, γιατί ενώ φαντάστηκα ότι θα διαβάσω άλλο ένα ιστορικό ρομάντσο (που και πάλι, αν το πιάσει η κυρία Γαλανού στα χέρια της του δίνει άλλη διάσταση), με τους δύο πρωταγωνιστές να ζουν τον έρωτά τους γεμάτοι πλούτο και χλιδή, η πλοκή κάνει τα δικά της τερτίπια. Η «Θυσία» είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο ανατροπές, με στρωτή αλλά πολυδιάστατη αφήγηση και με διαρκείς εκπλήξεις, που σχεδόν αντιβαίνουν στον καθιερωμένο κανόνα τέτοιων κειμένων! Η ιστορία της Ρούσσας ξεκινάει αλλιώς, συνεχίζεται αλλιώς και καταλήγει εντελώς αλλιώς! Και όλα αυτά δοσμένα όχι μόνο με την ενδελέχεια και τη διεισδυτικότητα της συγγραφέως αλλά και με πλούτο καλολογικών στοιχείων, παρομοιώσεων και μεταφορών, που δε χόρταινα να διαβάζω και να σχηματίζω τις εικόνες στο μυαλό μου.
Συνεχής αγωνία, ανατροπές στις ζωές του Σεκίρ και της Ρούσσας, αληθοφανή εμπόδια, σημαντικές δυσκολίες και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει το περιθώριο να σκιαγραφηθούν άψογα οι χαρακτήρες και να μη φανούν ούτε στιγμή «χάρτινοι» ή άβουλοι. Ειλικρινά, μακάρι να μπορούσα να γράψω πιο αναλυτικά για τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η εξέλιξη της πλοκής, όμως θα ήταν άδικο για όσους δεν το έχουν διαβάσει ακόμη. Και το τελευταίο κεφάλαιο, αχ, αυτό…..να δείχνει με ωμότητα και τραγική αλήθεια περίτρανα τον τίτλο του πρώτου βιβλίου της τριλογίας και να μου φέρνει δάκρυα στα μάτια αλλά και μια μεγάλη απορία: αφού φτάσαμε ως εδώ, τι θα μας απασχολήσει στο δεύτερο βιβλίο της σειράς; Ποιος είναι ο κεντρικός θεματικός άξονας; Τι έχει στο μυαλό της η συγγραφέας, εκτός από το να με ξενυχτήσει; Ερωτήματα που πρέπει να περιμένουν ως το επόμενο βιβλίο των «Δρόμων της καταιγίδας».
Η «Θυσία» είναι ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, εντελώς διαφορετικό από κάθε τι που έχω διαβάσει ως τώρα, ευρηματικό, όχι υπερβολικά συναισθηματικό, στιβαρό, καλοδουλεμένο, άψογα σχεδιασμένο και εύχομαι ολόψυχα η αφήγηση να προχωρήσει και στα επόμενα βιβλία με την ίδια ένταση. Τέλος, ας μου επιτραπεί να κάνω και μια ιδιαίτερη μνεία στην πανέμορφη φωτογραφία του εξωφύλλου.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Φίλοι Της Λογοτεχνίας: Συνέντευξη με την ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσ...

Φίλοι Της Λογοτεχνίας: Συνέντευξη με την ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσ...: Άννα Γαλανού  

Το νέο βιβλίο της εξαίρετης Άννας Γαλανού με τίτλο «Θυσία» κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις αγαπημένες...

Ολόκληρη η συνέντευξη

1.      Αγαπητή κ. Γαλανού, τις θερμές ευχές μας για το νέο μυθιστόρημά σας, που αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας σας «Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα με τίτλο «Θυσία». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας. Εύχομαι υγεία και καλή δύναμη να συνεχίζετε με διάθεση και πραγματική αγάπη το έργο σας. Όσον αφορά το ερώτημά σας. Από πολύ μικρή ηλικία, εξομολογούσα τον εαυτό μου, παρατηρώντας τον και γράφοντας τις σκέψεις μου σε τρίτο πρόσωπο. Σαν να ήμουν προσωπικός αφηγητής κάποιου άλλου. Έτσι ξεκίνησε η επαφή μου με την λευκή σελίδα, και το καλά ξυσμένο μολύβι.

2.      Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Έμπνευση για μένα σημαίνει να ανακαλύψω τον μύθο γύρω από τον οποίο θα στήσω την ιστορία για την οποία θέλω να γράψω. Στην συνέχεια προχωρώ στην δόμησή της και εφόσον περιέχει ιστορικές περιόδους στις οποίες θα πρέπει να αναφερθώ ξεκινώ το διάβασμα. Άλλωστε τα πάω πολύ καλά με την ιστορία, αφού ανέκαθεν ήταν το πιο αγαπημένο μου μάθημα. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και στο συγκεκριμένο βιβλίο που αναφερόμαστε, ταξίδεψα μέχρι την Αδριανούπολη για να επισκεφτώ το καραβανσαράι του Ρουστέμ πασά, που τώρα λειτουργεί σαν ξενοδοχείο.

3.      Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Να σας πω την αλήθεια δεν με έχει απασχολήσει και αν με ρωτήσετε μπορώ να σας μιλώ για ώρες για συγγραφείς και βιβλία που αγαπώ, όμως δεν ξέρω τι επάγγελμα και τι σπουδές είχαν κάνει οι συγγραφείς τους. Το να μπορείς να γράφεις, είναι θείο δώρο, εγώ έτσι το βλέπω, δεν μπορεί να διδαχτεί. Μπορεί να μάθεις να χρησιμοποιείς σωστά την γλώσσα, να παραθέτεις τα γεγονότα, όμως τον λυγμό, γενικά τα συναισθήματα, δεν μπορεί να στα διδάξει κανένα Πανεπιστήμιο. 

4.      Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Εάν έχει συμβεί αυτό ποτέ, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ποτέ ως τώρα δεν έχω χρησιμοποιήσει στοιχεία από την προσωπική μου ζωή σε βιβλία μου. Ίσως κάποια στιγμή γίνει, τίποτα δεν αποκλείω. Όμως μου αρέσει να σχεδιάζω ιστορίες με το μυαλό μου, δεν με ιντριγκάρει να πω την δική  μου ή κάποια άλλη που μου έχουν αφηγηθεί.

5.      Στο νέο σας μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται επί Τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας, έχετε βασιστεί στην Ιστορία και σε ιστορικά γεγονότα της εποχής τα οποία αποτελούν το φόντο της μυθοπλασίας σας. Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Το λέω χρόνια και θα συνεχίσω να το λέω, το διάβασμα. Αυτό θεωρώ ως την πλέον ανεξάντλητη πηγή ιδεών. Ο  συγγραφέας οφείλει να διαβάζει, να παρακολουθεί και να αφουγκράζεται. Ενίοτε και να σιωπαίνει.

6.      Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Ανέφερα παραπάνω πως η συγγραφή είναι θείο δώρο. Αυτό πιστεύω σε γενικές γραμμές. Φυσικά εξαιρώ τις περιπτώσεις των ειδικών βιβλίων, ιατρικών και επιστημονικών συγγραμμάτων, τεχνολογίας, μαθηματικών και γενικά βιβλίων που απαιτούν ιδιαίτερες και ειδικευμένες γνώσεις.

7.      Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Συνήθως γράφω καλοκαίρια, μου αρέσει να κλείνω τον ήλιο έξω από την πόρτα και να βγαίνω βόλτες τα βράδια με την δροσιά.  Ξεκινώ να γράφω συνήθως αρκετά πρωί, γύρω στις πέντε και όσο αντέξω. Κάνω κάποιο διάλλειμα για να πάω θάλασσα ή να φάω κάτι και συνεχίζω. Μου αρέσει να γράφω τα καλοκαίρια.

8.      Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων μου είναι εξαρχής ο σύζυγός μου. Είναι γιατρός, καρδιολόγος, όμως τον εμπιστεύομαι για δύο λόγους. Πρώτον διαβάζει πάρα πολύ, όλων των ειδών τα βιβλία και δεύτερον είναι πολύ αυστηρός μαζί μου. Συνήθως ακούω τις προτροπές και τις παρατηρήσεις του.

9.      Από τα βιβλία σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Ναι υπάρχει ένα που το ξεχωρίζω. Κάποτε θα πω ποιο είναι, όμως όχι ακόμη. Θα μπορούσα να σας πω πολλά, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, όμως θα χρειαζόμαστε πολλές σελίδες. Θέλω να σταθώ σε κάτι που θεωρώ σημαντικό. Η δική μου έμπνευση για να ξεκινήσω να σχεδιάζω την ιστορία μου, έγκειται στην παρατήρηση των προσώπων. Από κει ξεκινώ πάντα. Οι ήρωες μου είναι πρόσωπα που έχω συναντήσει, σε διάφορες στιγμές της ζωής και της καθημερινότητάς μου, άνθρωποι τελείως ξένοι, που τους είδα, μόνο μία φορά. Ήταν όμως αρκετή!



10.  Η συγγραφέας Άννα Γαλανού βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Διαβάζω πάρα πολύ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς βιβλία. Γιαυτό πρωτίστως θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστρια. Διαβάζω πολλά είδη βιβλίων, μεγάλη θεματολογία, έλληνες και ξένους συγγραφείς. Προτιμώ την κλασσική λογοτεχνία, αυτή την εποχή, ξαναδιαβάζω το ‘’Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι’’ του Ντοστογιέφσκι. Επίσης διαβάζω πολύ ποίηση, κατά προτίμηση Ελύτη, είναι ο πιο αγαπημένος μου. Διαβάζω Καζαντζάκη, Γιώργο Ιωάννου και από τους πιο σύγχρονους τον Γιάννη Ξανθούλη, τον Ισίδωρο Ζουργό, τον Γιάννη Καλπούζο και την αγαπημένη μου Ρέα Γαλανάκη.  

11.  Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Ναι σαφώς και θα έχω, με τόσα βιβλία τους που έχω διαβάσει και όχι μία και δύο φορές, μα πολύ περισσότερες. Όταν όμως εγώ ξεκινώ να γράφω, κρατώ ίσως μόνο εικόνες, δεν θυμάμαι πρόσωπα, ιστορίες ή συναισθήματα. Βγαίνουν στην επιφάνεια τα δικά μου. Το πρώτο μου ανάγνωσμα ήταν ένα βιβλίο του Νασρεντίν Χότζα, που μου είχαν κάνει δώρο. Μου άρεσε ο γραφικός παππούς με τα κατάλευκα μαλλιά πάνω στον γάιδαρο. Το είχα διαβάσει τόσες φορές που το είχα μάθει απέξω. Ακολούθησε το Χωρίς Οικογένεια… κι από κει και μετά η αλυσίδα είναι ατέλειωτη. 

12.  Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Ναι υπάρχει και όχι μόνο ένα. Υπάρχουν πολύ περισσότερα, όπως και οι συγγραφείς που αγαπώ και διαβάζω, δεν είναι μόνο οι τρεις , τέσσερις πιο αγαπημένοι μου, που ανέφερα σε προηγούμενη σας ερώτηση. ‘’Το ταγκό της παλιάς φρουράς’’ π.χ. του Αρτούρο Περέθ Ρεβέρτε, το λάτρεψα και το ζήλεψα. Μια απλή ιστορία, την έκανε μύθο. Κάποιος άλλος ίσως θα την έκανε τελείως επίπεδη. Αυτό είναι το πραγματικά ταλέντο, γιατί πραγματικά η ιστορία αρχικά, μοιάζει σαν ένα φτηνό ρομάντζο και όμως η πένα του Ρεβέρτε την τίναξε στα ύψη. Είναι ένα από τα βιβλία που έχω ζηλέψει πολύ.

13.  Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ναι το πιστεύω απόλυτα. Αν περιγράφεις μια χώρα ή μια πόλη που δεν έχεις πάει, πρέπει να πας. Δεν μπορείς να πιάσεις τον ρυθμό της από το google earth, όσο κι αν μοιάζει τόσο ιδανικό. Πρέπει να αφουγκραστείς τους ήχους της, να νιώσεις την μυρωδιά της, να ακούσεις τις φωνές των ανθρώπων της, να μπεις στα μαγαζιά της, να χαμογελάσεις στις ανατολές της. Μπορεί τελικά να μην σου πηγαίνει. Έτσι δεν μπορείς να βάλεις την ιστορία σου μέσα σε τέτοια σύνορα. Θα είναι αποτυχία.

14.  Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας να χάσει το ήδη υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Σαν χαρακτήρας, μου αρέσει η σταθερότητα και διατηρώ μακρόχρονες και στενές σχέσεις με ανθρώπους που σέβομαι και αγαπώ.  Η τέχνη όμως δεν έχει περιορισμό. Δεν μπαίνει σε λογικές και σε καλούπια. Έτσι σαν συγγραφέας σας απαντώ, ότι ναι μπορώ να γράψω, πολλά και διαφορετικά είδη πεζογραφίας, χωρίς να σκεφτώ κανένα κόστος. Προσωπικά έχω γράψει. Δεν έχουν ακόμη εκδοθεί. Όμως θα έρθει και η σειρά τους, ο σωστός χρόνος και είμαι σίγουρη πως το κοινό θα θέλει κι αυτό το ίδιο πράγμα με σένα.

15.  Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Πιστεύω ότι δεν μπορείς να γράφεις για ψυχαγωγία και μόνο. Προσωπικά εγώ δεν γράφω έτσι. Η ζωή μας έχει πολλά συναισθήματα. Χαμόγελο, γέλιο, κλάμα, συγκίνηση, δάκρια χαράς ή λύπης, λυγμό, θλίψη, ζήλεια, οργή, θυμό και πόσα άλλα ακόμη. Έτσι είναι και τα βιβλία. Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο στην ζωή, στην τέχνη, στην δημιουργία. Μηνύματα δικαιοσύνης προσπαθώ να περάσω σε όλα μου τα βιβλία. Εκείνο που δεν συγχωρώ ποτέ είναι η αχαριστία και η αδικία.

16.  Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Σαν έθνος ζήσαμε πολύ χειρότερα. Να μην πάμε πολύ μακριά. Ακόμη τα προσφυγικά στον Πειραιά στέκουν εκεί. Ζήσαμε προσφυγιά, πολέμους, εμφύλιο, μετανάστευση, δικτατορίες, χρηματιστήρια και ειδικά δικαστήρια και αντέξαμε και αντέχουμε. Η δύσκολη πράγματι εποχή που βιώνουμε δεν αφορά μόνο εμάς τους Έλληνες. Εμείς έχουμε κι ένα ελπιδοφόρο ήλιο να ζεσταίνει τις καρδιές μας, εκείνοι εκεί στον Βορρά, δεν έχουν ούτε αυτόν. Ίσως κάποια περισσότερα μηδενικά σε κλειστές καταθέσεις. Δεν θα τους σώσουν με τίποτα αυτά.


17.  Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Περνάει κρίση το μυαλό των ανθρώπων, με όλες αυτές τις πληροφορίες που εισπράττει καθημερινά από παντού. Εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η κρεατομηχανή που υπάρχει στην βεβιασμένη μας καθημερινότητα. Εμείς οι συγγραφείς οφείλουμε να σεβόμαστε τους αναγνώστες μας, υπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνουμε αυτό. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να θεωρείται πελάτης, γιατί κάτι τέτοιο πάει να διαμορφωθεί τελευταία και με θλίβει πολύ. Είμαι υπέρ της διασποράς της γνώσης. Προσωπικά δίνω πολλά βιβλία σε βιβλιοθήκες, φυλακές και σε όσους μου ζητούν. Δεν χάνω τίποτα, κερδίζω ανθρώπινα χαμόγελα, και αυτό δεν μετριέται με τίποτα.

18.  Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κάποια στιγμή, ξεπέρασα τις αναστολές μου και έστειλα ένα από τα βιβλία μου σε πέντε εκδοτικούς οίκους. Έγινε δεκτό από τους τέσσερις, ένας δεν μου απάντησε. Έτσι απλά. Κοίταξα μια μέρα τα συρτάρια μου, μια τεράστια κούτα και ένα μικρό μπαούλο και είπα έφθασε η ώρα να βγείτε στο φως. Από κείνη την μέρα αποφάσισα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τα βιβλία μου. Ήταν συσσώρευση μιας μεγάλης προσπάθειας χρόνων, γνώσης και ενίοτε πολλών δακρύων.

19.  Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μην βιάζονται και να διαβάζουν. Να συνεχίζουν να γράφουν και να μην απογοητεύονται. Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά, που γράφουν αληθινά διαμαντάκια, όμως οι εκδοτικοί τους κλείνουν κατάμουτρα την πόρτα, γιατί θέλουν ονόματα ή έτοιμους συγγραφείς. Ό,τι αξίζει θα επικρατήσει. Οι διάττοντες αστέρες χάνονται ύστερα από ένα διάστημα. Όσοι λοιπόν πιστεύουν σ’ αυτό που κάνουν και δεν θέλουν να γίνουν εφήμεροι σταρ στις προθήκες, να μάθουν να περιμένουν και να συνεχίζουν να γράφουν.

20.  Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας 1 – ΘΥΣΙΑ», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Δεν κάνω ποτέ μακροχρόνια σχέδια. Εκείνο που περιμένουμε είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, που δεν θ’ αργήσει πολύ να εκδοθεί.
Θέλω να σας ευχαριστήσω, τόσο για τις ευχές σας, όσο για τον χρόνο που μου αφιερώσατε με τις τόσο διορατικές και επίκαιρες ερωτήσεις σας.